Legislator Case Law & Legislation
1067/2017 AI generated

Supreme Court allows employer's claim for unpaid leave allowance against employee, overturning lower court's dismissal.

Case Number 1067/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the employer's appeal against the First Instance Court's dismissal of a claim for unpaid leave allowance. The employer argued the lower court erred by failing to consider that the employee had already paid the net amount after statutory deductions, creating a strong doubt about the court's assessment of the evidence. The court ruled that the lower court incorrectly applied the law by dismissing the claim without verifying if the employee's payment satisfied the employer's obligation, thus ordering a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 440 and 664 of the Civil Code: The court established that an employer's claim for compensation for unpaid leave allowance is not barred by the prohibition on offsetting wages, provided the claim is not for wages absolutely necessary for subsistence and the employee did not cause the loss through fraud.

Keywords

AI generated
Civil Code offsetting unpaid leave allowance wage subsistence prohibition employer compensation claim remand for further examination

Cited Legislation

AI generated
Article 440 of the Civil Code
Article 664 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1, item 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, item 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1067 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1067/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Κωνσταντίνας Κονιδάρη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Π. Γ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Γκούβα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2643/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η 1431/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2016 (ημερομηνία κατάθεσης) αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ, "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες". Και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 664 ΑΚ, "Ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό σε απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του.

Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για το συμψηφισμό με απαίτηση που έχει ο εργοδότης λόγω ζημίας που του προξένησε ο εργαζόμενος με δόλο κατά την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι είναι δυνατή η απόσβεση ομοειδών, ληξιπροθέσμων απαιτήσεων δύο προσώπων στην έκταση που καλύπτονται η μία με την άλλη, εφ' όσον το ένα πρόσωπο δηλώσει στο έτερο τη βούλησή του για το σκοπό αυτό.

Ο κανόνας κάμπτεται, κατ' εξαίρεση, όταν πρόκειται για απαιτήσεις μισθολογικών παροχών. Τότε, ο συμψηφισμός τους με ανταπαίτηση του εργοδότη απαγορεύεται. Η απαγόρευση, όμως, ισχύει μόνο για το μέρος, ως προς το οποίο οι μισθολογικές παροχές ήθελε θεωρηθούν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, απολύτως αναγκαίες για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του.

Πλήρης επαναφορά στον κανόνα επέρχεται όταν η ανταπαίτηση του εργοδότη απορρέει από ζημία, που του προξένησε δολίως ο εργαζόμενος κατά την παροχή της εργασίας. Πέραν τούτων, η απαγόρευση του συμψηφισμού δεν ισχύει και όταν πρόκειται για απαιτήσεις του εργαζομένου που δημιουργούνται μεν στο πλαίσιο λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας, αλλά δεν είναι μισθολογικής φύσεως.

Τέτοιες απαιτήσεις θεωρούνται εκείνες που έχουν χαρακτήρα αποκατάστασης, όπως η αποζημίωση που οφείλεται λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας (ΑΠ 943/2010) ή λόγω μη αυτούσιας χορήγησης της ετήσιας άδειας αναπαύσεως (άρθρο 5 του α.ν. 539/1945). Περαιτέρω, δεν συνιστά συμψηφισμό ο εκ μέρους του εργοδότη καταλογισμός ενός ήδη καταβληθέντος ποσού σε εισέτι οφειλόμενες μισθολογικές παροχές.

Ειδικότερα, ως καταλογισμός νοείται η αφαίρεση από τον οφειλόμενο μισθό, οποιουδήποτε ποσού, το οποίο έχει καταβληθεί ήδη στον εργαζόμενο είτε ως προκαταβολή των αποδοχών του είτε χωρίς νόμιμη αιτία (π.χ. από παραδρομή). Ο καταλογισμός λειτουργεί ως μηχανισμός αποτροπής της διπλής πληρωμής των ίδιων μισθολογικών παροχών και επιτρέπεται πάντοτε για λόγους ουσιαστικής δικαιοσύνης, χωρίς να προσκρούει στην απαγόρευση της ΑΚ 664 (ΑΠ 764/2010).

2. Στην προκείμενη περίπτωση, απαντώντας το Μονομελές Εφετείο Αθηνών στον τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης, εκεί εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι η εναγομένη είχε προβάλει παραδεκτώς, με συνοπτική καταχώρηση στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ανάπτυξη στις προτάσεις της, τον ισχυρισμό ότι είχε καταβάλει προς τον ενάγοντα, εκεί εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο, το ποσό των 2.189,09 ευρώ, ως αποζημίωση για μη χορηγηθείσα άδεια αναπαύσεως των ετών 2011 και 2012, ενώ η άδεια αυτή είχε χορηγηθεί αυτουσίως.

Ότι, κατά τον ισχυρισμό της εναγομένης, η εν λόγω καταβολή είχε γίνει εκ παραδρομής, ήτοι αχρεωστήτως, με συνέπεια αυτή να δικαιούται την αναζήτηση του ως άνω ποσού. Ότι τη σχετική ανταπαίτησή της, η εναγομένη την είχε προβάλει σε συμψηφισμό προς τις ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος για αποζημίωση (με προσαύξηση 100%) από μη χορηγηθείσα άδεια των ως άνω ετών (και του έτους 2013, εντός του οποίου λύθηκε η σύμβαση εργασίας).

Ότι ο ισχυρισμός περί συμψηφισμού είναι μη νόμιμος, διότι οι μεν ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος αφορούν σε παροχές μισθολογικού χαρακτήρα, η δε ανταπαίτηση της εναγομένης δεν συνδέεται με ζημία την οποία ο ενάγων προκάλεσε σ' αυτήν δολίως κατά την παροχή της εργασίας. Κατόπιν αυτών, το μονομελές εφετείο έκρινε αβάσιμο τον τότε εξεταζόμενο λόγο έφεσης.

Με την κρίση αυτή το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 664 ΑΚ, καθ' όσον απέκλεισε άνευ ετέρου τη δυνατότητα συμψηφισμού των δύο απαιτήσεων, την οποία εξάρτησε μόνο από το ενδεχόμενο προελεύσεως της ανταπαίτησης του εργοδότη από δόλια και ζημιογόνο συμπεριφορά του εργαζομένου, παραβλέποντας το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η απαίτηση του ενάγοντος είχε αποζημιωτικό και όχι μισθολογικό χαρακτήρα και παραλείποντας να διερευνήσει κατά πόσο η ικανοποίηση της απαίτησης αυτής (εάν ήθελε θεωρηθεί ότι ήταν μισθολογική) ήταν απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειάς του.

Επομένως, σύμφωνα με τα όσα έχουν ήδη εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

3. Με τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως προβάλλεται το παράπονο ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών επιδίκασε στον ενάγοντα, εκεί εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο, το ποσό των 1.232,79 ευρώ (μικτά) ως επίδομα αδείας του έτους 2013, παρά το γεγονός ότι η εναγομένη, εκεί εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, είχε ισχυρισθεί ότι κατέβαλε προσηκόντως το οφειλόμενο για την αιτία αυτή ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος και προς απόδειξη του ισχυρισμού της είχε επικαλεσθεί με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις της (στη σελίδα 36) τα συναφή παραστατικά (υπό τον αύξοντα αριθμό 34 και 35), στα οποία υπήρχε ανάλυση ότι επί του ως άνω ποσού είχαν γίνει νόμιμες κρατήσεις (203,41+196,20+21,91 ευρώ) και είχε κατατεθεί το καθαρό υπόλοιπο (811,27 ευρώ). Και ότι εξ αυτού δημιουργείται ισχυρή αμφιβολία ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τα επικληθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Ο εξεταζόμενος λόγος βρίσκει έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ και είναι βάσιμος.

4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο στην έκταση των αναιρετικών λόγων που ευδοκίμησαν και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 1431/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 16η Μαΐου 2017. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 19η Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ