1067/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 2/1/2010 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 576/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 218/2014 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/11/2014 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1067/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου προκύπτει, ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1067 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1067/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. συζύγου Α. Γ., το γένος Χ. Α., 2) Α. Γ. του Δ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κωστόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Τ.-Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόφορο Αργυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Αθανασάκου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 2/1/2010 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 576/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 218/2014 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/11/2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 24/4/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας στο ακροατήριο αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 18-11-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 218/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία, αφού έγιναν δεκτές οι εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης κατά της 576/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τους 1η και 3ο των εναγομένων και ήδη 1η και 2ο των αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια απορρίφθηκε η αγωγή ως προς μεν την 1η αναιρεσίβλητη κατ’ ουσίαν, ως προς δε το 2ο αναιρεσίβλητο ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ) Κατά το άρθρο 24 του ΑΝ 1565/1939 "περί κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ κατά το άρθρο 47 ΕισΝΑΚ, ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για την διαφύλαξη των ασθενών και προστασίας των υγιών.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση ή και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και εάν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία αμέλεια υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.
Δηλαδή θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος, ενώ ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός αν ενήργησε κατά τους πιο πάνω κανόνες (lege artis) και ειδικότερα όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και με τα στην διάθεσή του μέσα, συνετός και επιμελής ιατρός.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε.
Η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού ρυθμίζεται ως προς ορισμένα ζητήματα και από το άρθρο 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο πριν την τροποποίησή του με τον ν. 3587/2007 όριζε, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (§ 1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (§ 2 εδ.
β`), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (§ 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (§ 4 εδ. α`), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, η ελευθερία δράσης που αφήνεται στο πλαίσιο της υπηρεσίας, το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων" και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (§ 5).
Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου προκύπτει, ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.
Ενόψει δε της νόθου αντικειμενικής ευθύνης, που καθιερώνεται συναφώς, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 657/2014, ΑΠ 974/2014, ΑΠ 726/2012, ΑΠ 1227/2007).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Κατά δε το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.
Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 233/2011).
ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Οι εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσείοντες) .. είναι σύζυγοι ... Η εκκαλούσα .. Π. Τ. - Φ., αρχές του έτους 2005, υπηρετούσε ως γυναικολόγος ιατρός, στο Υποκατάστημα του ΙΚΑ (δεύτερου εναγόμενου) στην περιοχή ... Πατρών. Περαιτέρω, η πρώτη ενάγουσα, επειδή τον Μάρτιο του 2005 παρουσίαζε μία γενικευμένη αδυναμία, στις 2-3-2005, ως ασφαλισμένη στο ΙΚΑ, επισκέφθηκε το Υποκατάστημα αυτού, .., και συγκεκριμένα τον ιατρό παθολόγο του ΙΚΑ Μ.
Δ., ο οποίος, αφού του εξέθεσε την κατάστασή της και προέβη και ο ίδιος σε κλινική εξέταση με στηθοσκόπιο, της συνέστησε να υποβληθεί σε γενικές εξετάσεις αίματος και γενικές εξετάσεις ούρων, τις οποίες και έκανε. Μέχρι να βγουν τα αποτελέσματα των ανωτέρω εξετάσεων, επειδή η ενάγουσα είχε διαταραχές στην έμμηνο ρύση της, στις 8-3-2005, επισκέφθηκε το Υποκατάστημα του ΙΚΑ στα ...
Πατρών, και συγκεκριμένα την πρώτη εναγόμενη, ιατρό μαιευτήρα - γυναικολόγο. Σε αυτήν εξέθεσε ότι δεν είχε τακτική εμφάνιση έμμηνου ρήσεως και ότι είχε την υποψία ότι μπορεί και να ήταν έγκυος. Η εναγόμενη, της συνέστησε σαν πρώτη ενέργεια να υποβληθεί σε "τεστ κύησης" δια της αναλύσεως των ούρων της. Την επομένη ημέρα, 9-3-2005, η ενάγουσα πήγε τα ούρα της με την εντολή της εναγόμενης στο ΙΚΑ ..
προς ανάλυση. Στις 10-3-2005, ο ιατρός Μ. Δ., της ανακοίνωσε τα αποτελέσματα των εξετάσεων (γενική αίματος και ούρων), τα οποία έδειχναν ότι είχε λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού με λευκοκυττάρωση (βρογχίτιδα), και την υπέβαλε σε νέες συμπληρωματικές εξετάσεις αίματος .. Στις 16-3-2005, ήτοι μια εβδομάδα μετά την αρχική της επίσκεψη, η ενάγουσα επισκέφθηκε και πάλι την πρώτη εναγόμενη, στο ιατρείο της στο ΙΚΑ, η οποία ήδη είχε τα αποτελέσματα του τεστ κυήσεως, το οποίο όμως είχε βγει αρνητικό για κύηση.
Περαιτέρω, λόγω του αρνητικού τεστ κυήσεως αλλά και της μη τακτικής εμφάνισης της εμμήνου ρύσεως (αμηνόρροια) της ενάγουσας, η εναγόμενη συνέστησε σε αυτήν, να λαμβάνει ημερησίως και για δέκα ημέρες, το σκεύασμα Duphaston (δυδρογεστερόνη) και στη συνέχεια να επανέλθει ... Αυτή ήταν η δεύτερη και τελευταία φορά (16-3-2005) που η εναγόμενη ήρθε σε επικοινωνία με την ενάγουσα.
Σημειωτέον ότι, όπως προκύπτει από την από 5-10-2005 ιατρική πραγματογνωμοσύνη των Γ. Κ. καθηγητή Μαιευτικής- Γυναικολογίας και Γ. Α., Λέκτορα Μαιευτικής - Γυναικολογίας, που προσκομίζεται με επίκληση από τους διαδίκους, προκύπτει ότι η χορήγηση Δυδρογεστερόνης, αποτελεί διαγνωστική δοκιμασία, όχι αγωγή, στην δευτεροπαθή αμηνόρροια με αρνητικό τεστ κύησης.
Εν τω μεταξύ στις 24-3-2005 βγήκαν και οι συμπληρωματικές εξετάσεις αίματος, τις οποίες είχε διατάξει ο παθολόγος ιατρός του ΙΚΑ Μ. Δ., οι οποίες και αυτές έδειξαν λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού με λευκοκυττάρωση (βρογχίτιδα) και της συνέστησε φαρμακευτική αγωγή και συγκεκριμένα τη λήψη του φαρμάκου "Zinadol".
Η ενάγουσα, υπακούοντας και στους δύο ιατρούς (πρώτη εναγόμενη και Μ Δρακούλη), έπαιρνε καθημερινά "Duphaston" και "Zinadol" οπότε περίπου στις 3-4-2005, ... της εμφανίστηκε τελικά αίμα οπότε και καθησύχασε ελπίζοντας ότι είχε ομαλοποιηθεί η έμμηνος ρύση της. Στις 6-4-2005 η ενάγουσα, επισκέφτηκε και πάλι τον παθολόγο Μ.
Δ., ο οποίος, όπως αναφέρει στην από 17-4-2006 ανωμοτί του εξέταση, στα πλαίσια ΕΔΕ που διενέργησε το ΙΚΑ, η βρογχίτιδα της ενάγουσας παρουσίαζε βελτίωση και υπήρχε και πτώση των λευκών αιμοσφαιρίων, της έδωσε οδηγίες για επανέλεγχο αλλά αυτή δεν επανήλθε για επανέλεγχο. Στις 7-4-2005, λόγω πόνων στην κοιλιακή χώρα, η ενάγουσα επισκέφτηκε άλλο γυναικολόγο στο κατάστημα του ΙΚΑ Πατρών, τον Β.
Φ., ο οποίος της συνέστησε να κάνει εξετάσεις (αιματολογικές και Υπέρηχο γεννητικών οργάνων) τις οποίες όμως δεν πρόλαβε να κάνει, διότι στις 10-4-2005 λόγω αιμορραγίας μεταφέρθηκε από τον σύζυγό της ... στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ρίου Πατρών, όπου αφού εξετάστηκε από τον ιατρό γυναικολόγο, καθηγητή ιατρικής, κ.
Δ. ... διαπιστώθηκε ότι ήταν έγκυος στην 27η εβδομάδα κύησης, με επιπωματικό πλακούντα, ο οποίος και είχε προκαλέσει την αιμορραγία. Όπως καταθέτει ο ανωτέρω μάρτυς ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επιπωματικός είναι ο πλακούντας που προσφύεται στο κατώτερο τμήμα της μήτρας και καλύπτει το έσω τραχηλικό στόμιο, διαγιγνώσκεται δε με αιμορραγία μετά τον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης, κι ότι προηγουμένως δεν μπορεί να διαγνωσθεί, διότι όλη η μήτρα καλύπτεται από στοιχεία πλακούντα.
Εκτός του ότι ο πλακούντας ήταν επιπωματικός (ήτοι πλακούντας που τοποθετείται στο έσω τραχηλικό στόμιο και προκαλεί στην γυναίκα προβλήματα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όπως αιμορραγία) ο πλακούντας της ενάγουσας ήταν και διεισδυτικός, ήτοι πλακούντας που διεισδύει στο μυομήτριο και προκαλεί προβλήματα στην γυναίκα μετά τον τοκετό (προβλήματα στην υστεροτοκία).
Περαιτέρω, αφού εισήχθη η ενάγουσα στο νοσοκομείο και κατόπιν εξετάσεων που της έγιναν διαγνώσθηκε η προαναφερόμενη κατάστασή της, (εγκυμοσύνη στην 27η εβδομάδα, επιπωματικός πλακούντας και διεισδυτικός), οι επιβλέποντες αυτήν ιατροί του νοσοκομείου, της εξήγησαν ότι αν δεν υποχωρήσουν τα συμπτώματα της αιμόρροιας (ασθενείς ωδίνες) θα πρέπει να προχωρήσουν σε καισαρική τομή, κι ότι σε μια τέτοια περίπτωση οι πιθανότητες επιβίωσης του νεογνού θα είναι 40%-50%.
Της εξήγησαν επίσης ότι λόγω διεισδυτικού πλακούντα υπάρχει 50% πιθανότητα μαιευτικής υστερεκτομής και 0,5% - 1% κίνδυνος ζωής για τη μητέρα. Επίσης της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή για αντιμετώπιση των ωδινών και για επιτάχυνση της πνευμονικής ωρίμανσης του εμβρύου όπως και παραμονή της στο χώρο του μαιευτηρίου, ...
Τελικά λόγω αιμορραγιών ο πρόωρος τοκετός δεν απεφεύχθη και στις 12-4-2005, στην 27η εβδομάδα της κύησης της η πρώτη ενάγουσα, με καισαρική τομή, γέννησε ένα αρτιμελές άρρεν τέκνο, βάρους 970 γραμμαρίων. Το ως άνω τέκνο λόγω της προωρότητός του οδηγήθηκε κατευθείαν στην μονάδα εντατικής θεραπείας νεογνών του ανωτέρω νοσοκομείου, διασωληνώθηκε, αφού έπασχε από λοίμωξη, αναπνευστική δυσχέρεια και ίκτερο.
Εξάλλου, λόγω της συνεχούς αιμορραγίας αποφασίστηκε, συναινούντων και των εναγόντων, "μαιευτική υφολική υστερεκτομή" στην ενάγουσα, έως το ύψος του ισθμού της μήτρας, όπως και έγινε. Τέλος τρεις ημέρες μετά την γέννηση του ανωτέρω τέκνου των εναγόντων, ήτοι στις 15-4-2005, αυτό απεβίωσε ένεκα "εξαιρετικής προωρότητας, ΣΑΔ πνευμονοθώρακος, διάχυτης ενδαγγειακής πήξης, λοίμωξης, αναπνευστικής δυσχέρειας και καρδιοαναπνευστικής ανεπάρκειας", ενώ η πρώτη ενάγουσα εξήλθε από το νοσοκομείο στις 17-4-2005.
Μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο, η πρώτη ενάγουσα, υπέβαλε μήνυση κατά της πρώτης εναγόμενης, γυναικολόγου ιατρού του ΙΚΑ, κατά της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, που όμως κρίθηκε αθώα με την 434/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.
Ασκηθείσης εφέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως, η πρώτη εναγόμενη με την 1051/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κρίθηκε ένοχη της ανωτέρω πράξεως, η οποία όμως απόφαση αναιρέθηκε με την 156/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, κι εκδικαζόμενη και πάλι η υπόθεση από το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την 349/2013 απόφασή του, κρίθηκε η πρώτη εναγόμενη, αμετάκλητα αθώα της ανωτέρω πράξεως.
Εξάλλου, επί Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης που διατάχθηκε από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ επιβλήθηκε στην πρώτη εναγόμενη η πειθαρχική ποινή προστίμου ίσου με τις αποδοχές ημίσεως μηνός για παράβαση των διατάξεων του υπαλληλικού Κώδικα (άρθρα 106 παρ. 1 και 2, 107 1 εδ. στ’ (αμέλεια) του Ν. 3528/2007), και ειδικότερα διότι χωρίς να εξεταστεί η έκβαση της εγκυμοσύνης, η οποία μπορεί να μην ήταν διαφορετική αλλά διότι ως ιατρός δεν έπραξε ότι προβλέπεται ιατρικώς για την έγκαιρη διάγνωση της εγκυμοσύνης ήτοι δεν υπέβαλε την ασφαλισμένη σε περαιτέρω εξετάσεις όπως κλινική εξέταση, ΥΧΓ κοιλίας, Β’ χοριακή, γονατρίνη αίματος).
Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη άσκησε έφεση, η οποία έγινε δεκτή, μεταρρυθμίστηκε η απόφαση κι επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή έγγραφης επίπληξης, η οποία όμως απόφαση κατόπιν προσφυγής του Επιθεωρητού Δημόσιας Διοίκησης εξαφανίστηκε και απορρίφθηκε η έφεση της εναγόμενης ως εκπρόθεσμη, παραμένοντας η πρωτοβάθμια πειθαρχική ποινή ...
Περαιτέρω σχετικά με τις ενέργειες της πρώτης εναγόμενης, πρέπει να επισημανθούν τα εξής : Η πρώτη ενάγουσα, όταν προσήλθε στο ιατρείο της πρώτης εναγόμενης στο ΙΚΑ, της εξέθεσε ότι είχε προβλήματα (καθυστέρηση) με την έμμηνο ρύση της γι’ αυτό και η εναγόμενη της πρότεινε ως πρώτο βήμα, να υποβληθεί σε τεστ κύησης δια της αναλύσεως των ούρων.
Οι ενάγοντες, υποστηρίζουν ότι της εξέθεσαν ότι η ενάγουσα είχε και πόνους στην κοιλιακή χώρα. Αυτό από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε, αντιθέτως και ο παθολόγος ιατρός Μ. Δ., τον οποίο πρώτο αλλά και συγχρόνως με την εναγόμενη επισκεπτόταν η ενάγουσα, δεν αναφέρει ότι η ενάγουσα είχε πόνους στην κοιλιακή χώρα αλλά αυτός αναφέρει ..
ότι αυτή είχε μία γενική αδυναμία και ότι διέγνωσε ότι είχε βρογχίτιδα. Περαιτέρω, η πρώτη εναγόμενη, λόγω της αμηνόρροιας, που παρουσίαζε η πρώτη ενάγουσα, την υπέβαλε σε τεστ κύησης, του οποίου το αποτέλεσμα , ήταν αρνητικό, κι ως εκ τούτου, και προκειμένου να αντιμετωπιστεί η αμηνόρροια, της συνέστησε να λαμβάνει ημερησίως και για δέκα ημέρες, το σκεύασμα Duphaston (δυδρογεστερόνη), το οποίο αποτελεί διαγνωστική δοκιμασία (δοκιμασία προγεστερόνης), όχι αγωγή, στην δευτεροπαθή αμηνόρροια με αρνητικό τεστ κύησης όπως στην περίπτωση της ενάγουσας.
Αυτό το βεβαιώνουν στην από 5-10-2005 ιατρική πραγματογνωμοσύνη τους, που εγχειρίστηκε στην Πταισματοδίκη Πατρών, οι ιατροί Γ. Κ., καθηγητής Μαιευτικής - Γυναικολογίας και Γ. Α., Λέκτορας Μαιευτικής - Γυναικολογίας. Αυτό το καταθέτει και ο μάρτυρας καθηγητής ιατρικής Γ. Δ., ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επιβεβαιώνοντας ότι η χορήγηση του ανωτέρω σκευάσματος είναι διαγνωστική μέθοδος στην προσπάθεια διάγνωσης του αιτίου που προκαλεί την αμηνόρροια και δεν συνδέεται με πρόωρο τοκετό.
Ο ίδιος ο μάρτυς θέλοντας να ενισχύσει την άποψή του ότι το ανωτέρω σκεύασμα δεν συνδέεται με τον πρόωρο τοκετό, κατέθεσε ότι αυτό (σκεύασμα) το χρησιμοποιούν ακόμα και για πρόληψη του πρόωρου τοκετού. Επομένως, η χορήγηση του σκευάσματος Duphaston από την εναγόμενη στην ενάγουσα, δεν αποδείχθηκε ότι επηρέασε με κάποιο τρόπο τον πρόωρο τοκετό αυτής.
Περαιτέρω, οι ενάγοντες, ισχυρίζονται ότι η πρώτη εναγόμενη, δεν έπρεπε να αρκεστεί μόνο στο τεστ κύησης δια της αναλύσεως των ούρων της ενάγουσας αλλά ότι θα έπρεπε να είχε προβεί επιπλέον και σε κλινική εξέταση αυτής, σε αιματολογικές εξετάσεις όπως και σε υπέρηχο, με τις οποίες θα είχε διαγνωστεί ότι ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης κι ότι έτσι θα είχε αποφευχθεί ο πρόωρος τοκετός και οι τραγικές συνέπειες όπως εκτέθηκαν ανωτέρω.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερθέντα, η εναγόμενη δεν προέβη σε περαιτέρω εξετάσεις στην ενάγουσα διότι το τεστ στο οποίο την είχε υποβάλει (τεστ κύησης) βγήκε αρνητικό για κύηση, χωρίς υπαιτιότητα αυτής. Σε κάθε περίπτωση, εάν είχε βγει θετικό το τεστ φυσικά και θα ήταν διαφορετική η ιατρική αντιμετώπιση της ενάγουσας.
Ακόμα όμως και εάν είχε διαγνωστεί εγκαίρως η εγκυμοσύνη της ενάγουσας, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι θα είχε διαγνωστεί και το θέμα του επιπωματικού πλακούντα, το οποίο και ήταν το καθοριστικό πρόβλημα στην εγκυμοσύνη αυτής. Διότι όπως αποδείχθηκε ο επιπωματικός πλακούντας που προσφύεται στο κατώτερο τμήμα της μήτρας και καλύπτει το έσω τραχηλικό στόμιο, διαγιγνώσκεται με αιμορραγία μετά τον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης, κι ότι προηγουμένως δεν μπορεί να διαγνωσθεί διότι όλη η μήτρα καλύπτεται από στοιχεία πλακούντα.
Επομένως και να είχε διαγνωστεί η εγκυμοσύνη δεν δημιουργείται δικανική πεποίθηση ότι θα είχε διαγνωσθεί και η παθολογική κατάσταση του επιπωματικού πλακούντα, ένεκα του οποίου προκλήθηκε αιμορραγία στην ενάγουσα, πρόωρος τοκετός και λόγω του ότι ήταν και διεισδυτικός είχε και ως αποτέλεσμα και την υφολική υστερεκτομή αυτής.
Συνεπώς, η ενέργεια ή και οι παραλείψεις της εναγόμενης, δεν προέκυψε με δύναμη δικανικής πεποίθησης ότι συνδέονται αιτιωδώς στην πρόκληση της υστερεκτομής της ενάγουσας ή και την απώλεια του βρέφους των εναγόντων. Ειδικότερα, και εάν στις 8-3-2008, που η ενάγουσα ήταν περίπου στην 20η εβδομάδα κύησης της, είχε διαταχθεί από την εναγόμενη υπερηχογραφικός έλεγχος σε αυτήν, είναι πολύ πιθανό να μην είχε διαγνωσθεί η ύπαρξη του επιπωματικού πλακούντα εφόσον αυτός διαγιγνώσκεται, όπως κατέθεσε και ο μάρτυς ιατρός Γ. Δ., στον 6° μήνα και στον 7° μήνα της κύησης.
Συνεπώς η υφολική υστερεκτομή της ενάγουσας και η απώλεια του τέκνου των εναγόντων, δεν αποδείχθηκε με τη δύναμη της δικανικής πεποίθησης ότι έχουν γενεσιουργό αιτία ενέργεια ή παράλειψη της εναγόμενης ιατρού. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω η αγωγή των εναγόντων έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που είπε τα αντίθετα και έκανε δεκτή την αγωγή κατά ένα μέρος κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις και έσφαλε".
ΙV) Με τον πρώτο λόγο της αίτησής τους οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 13 Κ.Πολ.Δ, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων ως προς την ύπαρξη ή μη υπαιτιότητας της 1ης αναιρεσίβλητης ιατρού όπως και των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης της υπαιτιότητας ή μη αυτής, ισχυριζόμενοι ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η αγωγής τους, διότι η 1η αναιρεσίβλητη ιατρός δεν απέδειξε την έλλειψη υπαιτιότητάς της ως προς τη μη διάγνωση της εγκυμοσύνης της 1ης αναιρεσείουσας παρά την σχετική γι’ αυτό υποχρέωσή της λόγω αντιστροφής του βάρους απόδειξης ενόψει της νόθου αντικειμενικής ευθύνης της.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, υπό τις ως άνω όμως παραδοχές, το Εφετείο την κρίση του για την απόρριψη της εξ αδικήματος ευθύνης της 1ης αναιρεσίβλητης στηρίζει όχι στην έλλειψη υπαιτιότητας αυτής σχετικά με την μη διάγνωση της εγκυμοσύνης της 1ης αναιρεσείουσας αλλά στην έλλειψη ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παραλείψεων της 1ης αναιρεσίβλητης ιατρού και του πρόωρου τοκετού της 1ης αναιρεσείουσας, ο οποίος, σύμφωνα με την απόφαση, οφείλονταν στον επιπωματικό πλακούντα, που "ήταν το καθοριστικό πρόβλημα στην εγκυμοσύνη" και η αιτία "που προκλήθηκε αιμορραγία .., πρόωρος τοκετός και ...
υφολική υστερεκτομή αυτής". Η παραπάνω όμως αιτιολογία (έλλειψη αιτιώδους συνάφειας) δεν πλήττεται με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, η δε μη απόδειξη αιτιώδους συνάφειας αρκεί για την απόρριψη της αγωγής. Επίσης απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, ισχυριζόμενοι ότι το Δικαστήριο με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με το να δεχθεί την μη ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων της 1ης αναιρεσίβλητης ιατρού ως προς τη διάγνωση της εγκυμοσύνης της 1ης αναιρεσείουσας και του πρόωρου τοκετού της τελευταίας με τις αναφερόμενες παραπάνω τραγικές συνέπειες.
Είναι δε απορριπτέος διότι οι αναιρεσείοντες, με τον λόγο αυτόν αναίρεσης, αφενός αναφέρονται σε παραλείψεις της 1ης αναιρεσίβλητης κατά την άσκηση του ιατρικού της επαγγέλματός, που είχαν ως συνέπεια την μη διάγνωση της εγκυμοσύνης της 1ης αναιρεσείουσας και όχι σε παραλείψεις αυτής (1ης αναιρεσίβλητης) σχετικές με την δυνατότητα διάγνωσης του επιπωματικού πλακούντα, που ήταν η αιτία του πρόωρου τοκετού, του θανάτου του νεογνού και της υφολικής υστερεκτομής της 1ης αναιρεσείουσας, σε τρόπον ώστε και η διάγνωση της εγκυμοσύνης δεν θα καθιστούσε αναπόφευκτο το επελθόν αποτέλεσμα, αφετέρου δε βάλλουν κατά της ανέλεγκτης αναιρετικά επί της ουσίας κρίσης του Δικαστηρίου αναφερόμενοι σε ελλείψεις του Δικαστηρίου, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτες (561 Κ.Πολ.Δ.) ή παραπονούνται για ελλιπείς αιτιολογίες ή αντιφάσεις του Δικαστηρίου, που στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά που δεν έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο.
V) Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.
Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατ’ είδος αναφερόμενα, κατά το νόμο επιτρεπτά (Α.Π. 544/2005, 190/1995). Με τον πέμπτο λόγο της αίτησής τους, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου, ήτοι:
α) την ...5-4-2012 ένορκη βεβαίωση της Δ. Π. ενώπιον της συμβ/φου Πατρών Αναστασίας Καφέζου και β) το από Φεβρουαρίου 2007 πόρισμα ένορκης διοικητικής εξέτασης του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη βεβαίωση όμως του Εφετείου ότι για το σχηματισμό του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, την ως άνω ...5-4-2012 ένορκη βεβαίωση της Δ.
Π. καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια αλλά και από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, όπου ρητά αναφέρεται και το προαναφερόμενο πόρισμα, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα παραπάνω έγγραφα.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. VΙ) Κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.ΑΚ, το Δημόσιο ενέχεται προς αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος.
Μαζί με το Δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη υπουργών. Κατά δε το άρθρο 106 Εισ.Ν.ΑΚ, οι διατάξεις του προηγουμένου άρθρου εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους.
Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ενώ κατά την παράγραφο 2 αυτού στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται, μεταξύ άλλων, και όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Κατά το άρθρο 1§2 περ. η` του ν. 1406/1983 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, πλην άλλων, και οι διαφορές οι οποίες αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ.
προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ. Παρά δε τη συσταλτική διατύπωση του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, που αναφέρεται σε πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, η έννοια της διάταξης αυτής είναι ότι η αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου, των ΟΤΑ ή άλλων Ν.Π.Δ.Δ. για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους παρέχεται όχι μόνο στις περιπτώσεις ευθύνης από την έκδοση ή την παράλειψη έκδοσης εκτελεστών διοικητικών πράξεων, αλλά και από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξ αιτίας αυτής και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας των πιο πάνω προσώπων, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 53/1995).
Όταν επομένως για τις παραπάνω πράξεις ενάγεται το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ, όπως είναι και το 2ο αναιρεσίβλητο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, οι διαφορές αποζημίωσης που γεννώνται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, αποτελούν διοικητικές διαφορές, θεμελιούμενες στα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και υπάγονται στη δικαιοδοσία των κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
Όταν όμως ενάγεται ως προσωπικά υπεύθυνο προς αποζημίωση το όργανο του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ, τότε δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά Δικαστήρια, διότι πρόκειται για ιδιωτική διαφορά (πρβλ. ΑΠ 302/2009). Συνακόλουθα, η ένδικη από 10-5-2009 αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του 2ου αναιρεσιβλήτου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, έχουσα ως αντικείμενο και αίτημα την αναγνώριση της υποχρέωσης αυτού για καταβολή στους αναιρεσείοντες χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της 1ης αναιρεσίβλητης , ιατρού γυναικολόγου, κατά την άσκηση της δημόσιας υπηρεσίας που της είχε ανατεθεί από το 2ο αναιρεσίβλητο (παροχή σε υποκατάστημα αυτού ιατρικών φροντίδων και εξετάσεων σε ασφαλισμένους του), θεμελιώνεται στα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και, ως εκ τούτου, η αμφισβήτησή της προκαλεί διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος διοικητικών δικαστηρίων.
Συνεπώς, δεν υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκασή της και είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά το μέρος που αφορά το 2ο αναιρεσίβλητο. Επομένως, με το να δεχθεί τα ίδια και η προσβαλλόμενη Εφετειακή απόφαση, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, γι’ αυτό και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας, είναι αβάσιμος, ενώ αλυσιτελώς προβάλλεται ο εκ του άρθρου 559 αρ. 5 Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος αναίρεσης, διότι η αγωγή ως προς το 2ο αναιρεσίβλητο απορρίφθηκε για έλλειψη δικαιοδοσίας και όχι λόγω αναρμοδιότητας, όπως παραπονούνται οι αναιρεσείοντες.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 218/2014 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ