Legislator Case Law & Legislation
1067/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague loss of profit claim lacking specific factual details under Article 298 of the Civil Code.

Case Number 1067/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding a lease dispute. The appellant claimed lost profits based on a fire that destroyed their supermarket business but failed to provide specific factual details or calculations required by law. The court ruled that the appeal was inadmissible because the claim for lost profits was too vague and did not meet the statutory requirements for specificity.

Legislator headnote

AI generated

Art. 298 ΑΚ.; Art. 559 ΚΠολΔ.: A claim for lost profits must be supported by specific factual circumstances and detailed calculations; a general reference to total amounts without particularized evidence constitutes an inadmissible appeal for lack of clarity.

Keywords

AI generated
lost profits claim vague pleading Article 298 Civil Code inadmissible appeal specific factual details loss of profit calculation Article 559 Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Art. 298 ΑΚ.
Art. 559 ΚΠολΔ.
Art. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ
Art. 176 ΚΠολΔ.
Art. 183 ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1067 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1067/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Aριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χειρδάρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Κερχουλά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2377/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Ιανουαρίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 7 Ιανουαρίου 2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Λεοντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 25/6-2-2012 αιτήσεως για αναίρεση της 2377/20-12-2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την 830/97/28-3-2005 αγωγή φερόταν προς διάγνωση αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, προς θεμελίωση της οποίας διαλαμβάνονται στο δικόγραφο αυτής τα ακόλουθα: Με σύμβαση μίσθωσης ο εναγόμενος εκμίσθωσε στην ενάγουσα ένα κατάστημα, εμβαδού 420 τ.μ., που βρίσκεται στην Κατερίνη, όπως ειδικότερα περιγράφεται, για το χρονικό διάστημα από 14-5-1991 μέχρι 1-6-2003, προκειμένου να λειτουργήσει σε αυτό, επιχείρηση Σούπερ Μάρκετ, πλην όμως αυτός [εναγόμενος], μετά την κατάρτιση της παραπάνω σύμβασης και ενώ λειτουργούσε η επιχείρηση, άρχισε να επιδεικνύει επιθετική συμπεριφορά απέναντι στους εκπροσώπους της, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ότι στις 20-6-1993 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στον χώρο του καταστήματος, από την οποία καταστράφηκε ολοσχερώς η επιχείρησή της μαζί με τον εξοπλισμό και όλα τα εμπορεύματα, ενώ ζημίες υπέστη και το μίσθιο ακίνητο. Ότι, μετά την πυρκαγιά η ενάγουσα απευθύνθηκε στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Φοίνιξ - Γενικαί Ασφάλειαι της Ελλάδος" και ήδη "Μετρολάιφ Εμπορική Ανώνυμη Ελληνική Ασφαλιστική Εταιρία", με την οποία είχε συνάψει ενεργό σύμβαση ασφάλισης για την κάλυψη του κινδύνου πυρός και πρόσθετων κινδύνων, προκειμένου να εισπράξει την αποζημίωση που δικαιούταν λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου.

Ότι, παρά το γεγονός ότι είχε ήδη ξεκινήσει η διαδικασία είσπραξης της αποζημίωσης, η ασφαλιστική εταιρεία ενημέρωσε τους εκπροσώπους τής ενάγουσας ότι δεν θα της κατέβαλε αποζημίωση, χωρίς να τους γνωστοποιήσει τον λόγο της άρνησής της, με αποτέλεσμα να επέλθει η οικονομική της καταστροφή, αφού δεν μπορούσε να καλύψει τις οικονομικές της υποχρεώσεις και να επαναλειτουργήσει την επιχείρησή της, ενώ ο εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος το γεγονός αυτό, πέτυχε την έξωσή της από το μίσθιο λόγω μη καταβολής οφειλομένων μισθωμάτων.

Ότι στις 27-3-2002, κατά τη διάρκεια εκδίκασης υπόθεσης του διαχειριστή της, Γ. Η., στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, κατά την οποία εξεταζόταν ως μάρτυρας ο διευθυντής του υποκαταστήματος Κατερίνης της παραπάνω ασφαλιστικής εταιρίας, αυτός κατέθεσε ότι ο λόγος, για τον οποίο δεν καταβλήθηκε στην ενάγουσα το ποσό της αποζημίωσης, ήταν το γεγονός ότι ο εναγόμενος εμφανίστηκε στα γραφεία της εταιρίας και δήλωσε ότι η πυρκαγιά στο κατάστημα της ενάγουσας προκλήθηκε από εμπρησμό που προκάλεσε ο παραπάνω διαχειριστής της [Γ.Κ.], γεγονός το οποίο ήταν ψευδές.

Ότι από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου, εξαιτίας της οποίας δεν κατέστη δυνατή η επαναλειτουργία της επιχείρησής της, η ενάγουσα ζημιώθηκε το συνολικό ποσό των 912.839,00 ευρώ [311.050.000 δρχ.], στο οποίο ανέρχονται τα καθαρά κέρδη που αυτή απώλεσε από την μη λειτουργία της επιχείρησης, τα οποία, με βεβαιότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε από 20-7-1993 και για όσα έτη θα διαρκούσε η μίσθωση, αφού ήδη την περίοδο από 1-1-1992 μέχρι 31-12-1992, είχε πραγματοποιήσει αγορές 91.113.651 δρχ.

και πωλήσεις 139.592.560 δρχ. έχοντας κέρδη 31.478.910 δρχ., ενώ την περίοδο από 1-1-1993 μέχρι 19-6-1993 είχε πραγματοποιήσει αγορές αξίας 51.754.271 δρχ. και πωλήσεις 68.583.619 δρχ. έχοντας κέρδη 16.839.456 δρχ., πραγματοποιώντας δηλαδή, κατά μέσο όρο, κατά έτος, καθαρά κέρδη ύψους 28.250.000 δρχ. [11 έτη Χ 28.250.000 δρχ. = 311.500.000]. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 35/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως αόριστη, ενώ, ύστερα από την 65/30-4-2008 έφεση της ενάγουσας, εκδόθηκε η 2377/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε απορριπτέα την αγωγή με την ίδια αιτιολογία.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια ο σχετικός λόγος αναιρέσεως.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί τής οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, αξιολογήθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Στα πλαίσια αυτά κινείται και η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216 §1, 262 §1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 552.

αρ. 14 ΚΠολΔ. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Η διάταξη αυτή είναι δικονομικού χαρακτήρα μόνο κατά το μέρος που επιτρέπει στον δικαστή να αρκεστεί στην πιθανολόγησα του προσδοκώμενου κέρδους, ενώ κατά τα λοιπά είναι ουσιαστικού περιεχομένου, επειδή καθορίζει τα στοιχεία, στα οποία στηρίζεται η αξίωση για το διαφυγόν κέρδος. Επομένως, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή που επιδιώκει την καταβολή, λόγω αδικοπραξίας, διαφυγόντος κέρδους, που συνίσταται στην απώλεια εσόδων από τη διακοπή επαγγελματικής δραστηριότητας, τα οποία θα αποκόμιζε ο ζημιωθείς, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή με σαφήνεια και πληρότητα, εκτός από στοιχεία της αδικοπραξίας, και τα στοιχεία που προσδιορίζουν και θεμελιώνουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά την πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, χωρίς να αρκεί να η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ., ούτε η παράθεση του συνολικώς φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους.

Απαιτείται δηλαδή εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, ο καθορισμός του ύψους του καθαρού κέρδους, που θα αποκόμιζε ο ενάγων από την εκμετάλλευση του πράγματος ή του δικαιώματος, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών.

Τέλος, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, το "δικαίωμα σε δικαστήριο", του οποίου το δικαίωμα πρόσβασης συνιστά μία ιδιαίτερη πλευρά, δεν είναι απόλυτο και προσφέρεται σε περιορισμούς, οι οποίοι γίνονται σιωπηρά δεκτοί όταν αποσκοπούν στην εξασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και στον σεβασμό της αρχής της ασφαλείας του δικαίου, υφίσταται δε και εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού. Αντίθετα, το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο θίγεται όταν η ρύθμισή του παύει να εξυπηρετεί τους σκοπούς της ασφαλείας του δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεί ένα είδος φραγμού, που εμποδίζει την ουσιαστική εξέταση της υποθέσεως του διοικούμενου από το αρμόδιο δικαστήριο.

Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται καθόλου συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να προσδιορίζουν το ζητούμενο κατά πιθανολόγησα διαφυγόν κέρδος της ενάγουσας αναιρεθείσας, τα στοιχεία δε αυτά, κατά την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 298 ΑΚ που ανήκει στα εθνικά δικαστήρια, είναι αναγκαία για την υπηρέτηση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου και για την εξασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Επομένως και σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, η αγωγή στην οποία γίνεται μόνο αναφορά σε συνολικά ποσά μικτού και καθαρού κέρδους των δύο πρώτων ετών (από 1-1-1992 έως 19-6-1993) της δωδεκαετούς μισθωτικής περιόδου για τη θεμελίωση του διαφυγόντος κέρδους του επίδικου χρονικού διαστήματος (από 20-7-1993 έως 1-6-2003), ορθά αξιολογήθηκε και απορρίφθηκε ως αόριστη από την προσβαλλόμενη απόφαση, η κρίση δε αυτή δεν αναιρεί τα δικαιώματα της αναιρεσείουσας για πρόσβαση στο δικαστήριο και για δίκαιη δίκη. Επομένως, η σχετική αιτίαση, που προβάλλεται κατ' ορθή εκτίμηση με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης από τον αρ. 14 (και όχι από τον αρ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεθείσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 2377/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18 Φεβρουαρίου 2014. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ