Legislator Case Law & Legislation
1067/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's negligence ruling due to insufficient factual findings.

Case Number 1067/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by parents against an appellate court's finding of negligence regarding their child's drowning. The parents argued the lower court failed to provide adequate reasoning for its evidentiary assessment, yet the Supreme Court held that vague justifications do not constitute grounds for annulment. Consequently, the appeal was dismissed as inadmissible due to lack of specificity and the lower court's right to evaluate evidence.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 KPolD; Art. 561 no. 2 KPolD: An appeal based on insufficient reasoning is inadmissible if the appellate court's factual findings are not clearly stated, and the appeal must explicitly identify the missing elements or contradictions rather than referring to other documents.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning appellate review evidentiary assessment negligence liability inadmissible appeal factual findings art 559 KPolD

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 561 no. 2 KPolD
Art. 183 KPolD

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1067 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1067/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μικρό, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων : 1. Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Μιχαηλίδη και 2. Ψ2, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Μιχαηλίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 9 Σεπτεμβρίου 1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4863/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6204/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Ιανουαρίου 2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 26 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 47/11.1.2008 αιτήσεως για αναίρεση της 6204/21-9-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 47/11-1-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 6204/21-9-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 7568/9-9-1996 αγωγή οι δι' αυτής ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι διετείνοντο, κατά την από το δικαστ'ηριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του δικγράφου αυτής κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής "ότι στις 22-7-1994 οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες) ανέλαβαν να συνοδεύσουν τον ανήλικο δεκαεξάχρονο και μοναδικό υιό τους για θαλάσσιο μπάνιο στην περιοχή ..., πλην όμως αυτοί δεν φρόντισαν, καίτοι ήσαν υποχρεωμένοι να το πράξουν, για την επιτήρησή του, παρά το γεγονός ότι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο υιός τους δεν γνώριζε καλή κολύμβηση, η δε θάλασσα κατά την ημέρα εκείνη ήταν ταραγμένη και επικίνδυνα κυματώδης, με συνέπεια εξαιτίας της προαναφερθείσας αμέλειάς τους και ιδίως εξαιτίας του ότι δεν επέβλεψαν τον ανήλικο υιό τους, όπως όφειλαν και μπορούσαν κατά τα παραπάνω να πράξουν, με αποτέλεσμα λόγω ακριβώς της πλημμελούς επιτήρησης του να πνιγεί ο τελευταίος.

Ότι εξαιτίας της αμελούς κατά τα παραπάνω συμπεριφοράς των εναγομένων και του εξ' αυτής αποτελέσματος του πνιγμού του μοναδικού ανήλικου τέκνου τους, οι ενάγοντες υπέστησαν θλίψη και πικρία", πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελίωναν την φερόμενη προς διάγνωση αξίωσή τους χρηματικής ικανοποιήσεως προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους, από την αποδιδόμενη στους εναγομένους άδικη και υπαίτια, από αμέλεια, πράξη.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 5271/1998 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκε το οικείο θέμα αποδείξεως, και στη συνέχεια, μετά τη νομότυπη διεξαγωγή τους κατά μερική παραδοχή της, η 4863/2006 οριστική αυτού απόφαση, και ακολούθως, σε δεύτερο βαθμό, μετά την 284/9-1-2007 έφεση των εναγομένων, η 6204/2007 απόφαση του εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες - εκκαλούντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:

Ι. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 Κ.πολ.Δ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχόμενου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο.

Τότε η κρίση αυτή δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, όταν στηρίχθηκε μόνο σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα και αποδεικτικά εν γένει μέσα, εφόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικώς εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.

Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και να γίνεται περί τούτου μνεία στο αναιρετήριο (Κ.Πολ.Δ 562 παρ. 2). Εξάλλου, κατά το άρθρο 63 Κ.Ποιν.Δ είναι παραδεκτή η άσκηση πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν οι παθόντες από το έγκλημα, κατά δε το άρθρο 67 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, αν η πολιτική αγωγή κριθεί από το ποινικό δικαστήριο, απαγορεύεται η εκ νέου έγερσή της ενώπιον του πολιτικού, πράγμα που σημαίνει ότι από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δημιουργείται δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο.

Ειδικότερα, αν από το ποινικό δικαστήριο επιδικάσθηκε ολόκληρο το αιτηθέν ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ο δικαιούχος προκειμένου να δυνηθεί να απαιτήσει με μεταγενέστερη αγωγή ενώπιον του αστικού δικαστηρίου μεγαλύτερο ποσό θα πρέπει να έχει διατυπώσει επιφύλαξη στο ποινικό δικαστήριο, καθιστώντας έτσι σαφές ότι ασκεί μέρος της αξιώσεώς του.

Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που η παράσταση της πολιτικής αγωγής γίνεται για συμβολικό ποσό για την υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας, πράγμα που μπορεί να συνάγεται και ερμηνευτικά. Κατά τις ενδιαφέρουσες τις ερευνώμενες στη συνέχεια αναιρετικές αιτιάσεις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως "Στην προκείμενη περίπτωση οι εναγόντες, δικαιούμενοι κατά το αστικό δίκαιο, άσκησαν πολιτική αγωγή ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από την αδικοπραξία των εναγομένων, κατηγορουμένων αμφοτέρων για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που είχε ως αποτέλεσμα τον πνιγμό (θάνατο) του ανηλίκου υιού τους.

Κατά την εκδίκαση της ποινικής αυτής υποθέσεως οι πολιτικώς ενάγοντες ζήτησαν την επιδίκαση του ποσού των 10.000 δρχ στον καθένα, χωρίς να επιφυλαχθούν ρητά. Το εν λόγω Δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα τους, αφού καταδίκασε τους παραπάνω κατηγορούμενους με την υπ' αριθμ. 20213/1997 απόφασή του, το ίδιο δε ποσόν των 10.000δρχ στον καθένα επιδίκασε κατ' έφεση και το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την Α313/2000 απόφασή του, αφού επίσης κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους-εναγομένους.

Στη συνέχεια με την κρινόμενη μεταγενέστερη αγωγή τους ενώπιον του πολιτικού Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου οι ενάγοντες ζήτησαν επίσης χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, μεγαλύτερο όμως χρηματικό ποσόν και μάλιστα 10.000.000δρχ ο α' ενάγων και 15.000.000δρχ η β' ενάγουσα-γονείς του θανατηθέντος. Βάσει των προαναφερθέντων συνάγονται σιωπηρή επιφύλαξη των πολιτικώς εναγόντων ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου (Τρ.

Πλημ. Αθηνών) ως προς το ποσόν της πολιτικής αγωγής τους, δεδομένου ότι δηλώθηκε από αυτούς ένα συμβολικό ποσόν, καθισταμένης προδήλου της προθέσεως των δηλούντων προς παράσταση τους μόνον για την υποστήριξη της κατηγορίας και δεν ενείχε την έννοια της παραιτήσεως τους από την παραπέρα για το λόγο αυτό αξίωσης τους, δηλαδή δεν συνάγεται ερμηνευτικά ότι εξάντλησαν αυτοί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών το δικαίωμα τους για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, αλλά αντίθετα ότι επιφύλαξαν να ασκήσουν στο ποινικό αυτό δικαστήριο μέρος της αξιώσεώς τους και ακολούθως να απαιτήσουν το υπόλοιπο ποσόν στα πολιτικά δικαστήρια (Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών).

Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας ορθά με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέκλεισε, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (ΚΠολ.Δ 332), χωρίς πρότασή του από τους κατ' εκείνη την δίκη εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες, την ύπαρξη δεδικασμένου από το κεφάλαιο της ποινικής αποφάσεως περί της αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως των ήδη αναιρεσίβλητων, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 14, 16, 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, που συνδέονται με το δεδικασμένο να αξιολογούνται προεχόντως ως απαράδεκτες (Κ.Πολ.Δ 562 παρ. 2) και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμες.

ΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δε αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα εκτιθέμενα εις αυτήν.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 177 πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ύπαρξη της αδικοπραξίας και την απ' αυτή υποχρέωση του δράστη σε αποζημίωση του παθόντος απαιτείται εκτός από την επέλευση της ζημίας, όπως α) η ζημία αυτή επήλθε από το δράστη παρανόμως, συγχρόνως δε και υπαιτίως, ήτοι από δόλο ή αμέλεια (330ΑΚ), β) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και γ) να υφίσταται πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Και η μεν προξενηθείσα από το δράστη ζημία είναι παράνομη όταν προσβάλλεται με τη συμπεριφορά του (πράξη ή παράλειψη) δικαίωμα του παθόντος, προστατευόμενο από το νόμο, η δε υπαίτια παράλειψη του δράστη γεννά την προς αποζημίωση υποχρέωσή του, όταν αυτός ήταν υποχρεωμένος στην πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Στο ιστορούμενο στην αρχή της παρούσης περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής διαλαμβάνονται α) η ανάληψη συνοδείας από τους εναγομένους του ανηλίκου υιού των εναγόντων για τη μετάβαση τους προς λήψη θαλάσσιου λουτρού και της υποχρεώσεώς τους επιτηρήσεώς του κατά την διάρκεια αυτού, β) η παράλειψη αυτών να ανταποκριθούν στην υποχρέωσή τους ασφαλούς επιτηρήσεώς και επιβλέψεως αυτού κατά τη διάρκεια του θαλάσσιου λουτρού, λαμβανομένου υπόψη ότι ο υιός των εναγόντων δεν γνώριζε καλή κολύμβηση και τούτο ήτο γνωστό στους εναγομένους, και η θάλασσα κατ' εκείνον τον χρόνο ήταν ταραγμένη και επικίνδυνα κυματώδης και γ) ότι εξαιτίας της από αμέλεια παραλείψεως αυτής των εναγομένων επήλθε από πνιγμό ο θάνατος του ανήλικου υιού των εναγόντων, πραγματικά περιστατικά, τα οποία αρκούσαν για τη θεμελίωση κατά τρόπο ορισμένο της φερόμενης προς διάγνωση αξιώσεώς τους.

Επομένως, ο δεύτερος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ότι παρά το νόμο παράλειψε να απορρίψει ως αόριστη και άρα ως απαράδεκτη την αγωγή, ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 511 αρ. 11 γ Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 346 ΚπολΔ (Β' Ολ.

ΑΠ 2/2008). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητάς του απαιτείται η προσκόμιση του αποδεικτικού μέσου, που φέρεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη. Με τον τρίτο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά το σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσεώς του δεν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την προανακριτική κατάθεση του ΑΑ, λιμενικού αξιωματικού Λιμεναρχείου ..., και την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων ΒΒ, την πρώτη από τις οποίες δεν προσκομίζει, αναγκαία για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως με βάση το επικαλούμενο περιεχόμενο τους.

Περαιτέρω από τη βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι για το σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσεώς του στηρίχθηκε, πλην άλλων, και στις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και το λοιπό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε και η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως ΒΒ, που προσκομίζεται ήδη από τους αναιρεσίβλητους.

Επομένως και ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται,βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 32/1996), Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλωση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αρθ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ, 19 του αριθ, 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος .

Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει αναφέρονται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποίο δηλαδή στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.

Τέλος η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Με τον απομένοντα προς έρευνα τέταρτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια της ελλείψεως επαρκών αιτιολογιών και στην πραγματικότητα πλήττοντας ανεπιτρεπτώς την ανέλεγκτη αναιρετικώς αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας του υπάρχοντος στη διάθεσή του αποδεικτικού υλικού και τη με βάση αυτή περί πραγμάτων κρίση του, χωρίς να παρατίθενται με πληρότητα, αλλά εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από εκείνο πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε, με άμεση δικονομική συνέπεια την αξιολόγηση του λόγου αυτού αναιρέσεως προεχόντως ως αορίστου και απαραδέκτου.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1800,00 ευρώ (ΚπολΔ183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 47/11-1-2008 αίτηση για αναίρεση της 6204/21-9-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ