1067/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Φεβρουαρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6095/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9617/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Νοεμβρίου 2005 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1067/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν κατεβάλλετο, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την ανατροπή του παρανόμου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Full text
Απόφαση 1067 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1067/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:......, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουτρέτση.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Φεβρουαρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6095/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9617/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Νοεμβρίου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 14 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 β και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν κατεβάλλετο, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την ανατροπή του παρανόμου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν το αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Η θεμελίωση του λόγου τούτου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ακόμη δε οι κύριοι και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 11/1996). Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση, ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο, επειδή πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.
Η εξειδίκευση των αόριστων τούτων νομικών εννοιών γίνεται διαμέσου των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την οποία εξομοιώνονται εν προκειμένω οι κανόνες της τυπικής λογικής. Για έλλειψη νόμιμης βάσεως. ως προς τα διδάγματα αυτά επιτρέπεται αναίρεση, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, μόνο όταν η έλλειψη εντοπίζεται στην εξειδίκευση των ως άνω αόριστων νομικών εννοιών.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο τραυματισμός της αναιρεσείουσας από το ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με αριθμό κυκλοφορίας ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, επήλθε υπό τις ακόλουθες συνθήκες : Στις 18-6-1998 και περί ώρα 08.45 η ενάγουσα βάδιζε στο δεξιό, σε σχέση με την πορεία των κατευθυνομένων προς ....
οχημάτων, πεζοδρόμιο της Λεωφόρου ...., περιοχής ...... Η εν λόγω οδός έχει δύο ρεύματα πορείας, με μία λωρίδα κυκλοφορίας το καθένα. Στο ύψος του οικοδομικού τετραγώνου 27 της πρoαναφερθείσας οδού υπάρχει φωτεινός σηματοδότης και διάβαση πεζών. Φθάνοντας η ενάγουσα στο σημείο αυτό επιχείρησε βιαστικά να διασχίσει κάθετα την ανωτέρω οδό, προκειμένου, να διεκπεραιωθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο, παρόλο που ο φωτεινός σηματοδότης έδειχνε κόκκινο φως για τους πεζούς.
Δεν πρόλαβε όμως, μετά την κάθοδό της στο οδόστρωμα, να πραγματοποιήσει δύο με τρία βήματα σ' αυτό, όταν παρασύρθηκε από το υπ' αριθμ. ...... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ..... και ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, το οποίο εκινείτο με μικρή ταχύτητα, μη υπερβαίνουσα τα 40 χ.λ.μ. ωριαίως, επί της ανωτέρω οδού και ακολουθούσε το ρεύμα πορείας προς .....
Από την παράσυρσή της από το ανωτέρω αυτοκίνητο τραυματίσθηκε η ενάγουσα, η οποία, υπέστη, όπως διαπιστώθηκε στο Νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", όπου ευθύς μετά το ατύχημα διακομίσθηκε, υποκεφαλικό κάταγμα αριστερού βραχιονίου και κάταγμα του 01 σπονδύλου. Νοσηλεύτηκε δε στο νοσοκομείο αυτό μέχρι τις 24-6-1998.
Επί τη βάσει των ανωτέρω, αποκλειστικά, υπαίτια του εν λόγω τραυματισμού της υπήρξε η ενάγουσα, η οποία από έλλειψη της προσοχής και της επιμέλειας που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός άνθρωπος, κάτω από ανάλογες περιστάσεις, προτιθέμενη να διασχίσει το ρεύμα πορείας του άνω αυτοκινήτου, επιχείρησε τούτο, ναι μεν από τις διαβάσεις των πεζών, πλην όμως ακαίρως, καθόσον ο φωτεινός σηματοδότης των πεζών έδειχνε κόκκινο φως γι' αυτούς, κατήλθε δε στο οδόστρωμα του εν λόγω ρεύματος, χωρίς να βεβαιωθεί, ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων που εκινούντο στο ρεύμα αυτό ανέλεγκτα και βιαστικά άρχισε να διασχίζει τούτο, με συνέπεια να παρεμβληθεί αιφνιδίως στην πορεία του ανωτέρω αυτοκινήτου, το οποίο, κατά τη στιγμή της καθόδου της στο οδόστρωμα, βρισκόταν σε απόσταση απ' αυτήν το πολύ τεσσάρων μέτρων και να επέλθει το ανωτέρω αποτέλεσμα.
Άλλωστε, ούτε και η εκδοχή της ενάγουσας, ότι αντελήφθη δηλαδή το αυτοκίνητο σε απόσταση 30-40 μέτρων πριν αυτή εισέλθει στη διάβαση πεζών, ευσταθεί, καθόσον στην περίπτωση αυτή και λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι εκινείτο με γρήγορο βηματισμό θα είχε προλάβει να διασχίσει το ανωτέρω ρεύμα πορείας, πριν πλησιάσει το όχημα στο ύψος της διάβασης πεζών.
Αντίθετα η έλλειψη ιχνών τροχοπεδήσεως του ανωτέρω (με μικρή ταχύτητα κατά τ' άνω κινουμένου) αυτοκινήτου, καταδεικνύει ότι η είσοδος της πεζής στην πορεία του ήταν αιφνίδια και δεν επέτρεψε στον οδηγό αυτού να διενεργήσει πέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό. 'Υστερα από τις διαπιστώσεις αυτές το Εφετείο αφού κατέληξε στην κρίση ότι η αναιρεσείουσα υπήρξε αποκλειστικώς υπαιτία για το ατύχημα και τον προκληθέντα τραυματισμό της και ότι τον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου δεν βαρύνει καμία προς τούτο υπαιτιότητα, ακολούθως δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, που είχε, κατά ένα μέρος της, δεχθεί την αγωγή της αναιρεσείουσας.
Με τα αναφερόμενα παραπάνω πραγματικά γεγονότα, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, εξαιτίας του οποίου τραυματίσθηκε η αναιρεσείουσα, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Και τούτο γιατί παρέλειψε να εκθέσει αν ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου έλαβε ή όχι ή αν δεν μπορούσε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα προς αποτροπή του ατυχήματος. Ειδικότερα, ενώ βεβαιώνει ότι η είσοδος της πεζής αναιρεσείουσας ήταν αιφνίδια και δεν επέτρεψε στον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου να διενεργήσει πέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό, παραλείπει, ωστόσο, να αναφέρει από ποια απόσταση αντιλήφθηκε ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου την αναιρεσείουσα να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας αυτού, ποιο είναι το πλάτος του οδοστρώματος και του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου, ποια ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος η θέση κινήσεως του οχήματος επί της οδού, δηλαδή αν εκινείτο πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος ή στο μέσον ή πλησίον της διαχωριστικής γραμμής.
Δεν προσδιορίζει επίσης ποιες ήταν οι επικρατούσες συγκεκριμένες συνθήκες της οδού, και ειδικότερα από πλευράς πυκνότητας κυκλοφορίας οχημάτων, όπως, επίσης, παραλείπει να αναφέρει με ποιο μέρος του αυτοκινήτου ήλθε σε επαφή η αναιρεσείουσα με συνέπεια τον τραυματισμό της. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, όπως αυτός συμπληρώθηκε με την εισηγητική έκθεση (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμος και πρέπει, για το λόγο αυτό, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από δικαστές άλλους, πλην εκείνων που δίκασαν και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Αναιρεί την υπ΄ αριθμό 9617/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
-Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
-Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας σε βάρος της αναιρεσίβλητης, το ύψος της οποίας ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ