Supreme Court dismisses appeal against child abuse conviction, rejecting argument that mandatory psychiatric treatment was wrongly omitted.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for continuous child abuse. The appellant argued that the trial court failed to apply Article 352A of the Penal Code, which mandates psychiatric treatment for offenders with sexual tendencies when the victim is a minor. The court held that the lower court correctly determined no such treatment was necessary based on the evidence, finding the appellant's claim of erroneous application of the law unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 342(2) and 352A of the Penal Code; The court established that the omission of mandatory psychiatric treatment under Article 352A does not constitute an error of law if the lower court, after reviewing all evidence, reasonably concluded that such measures were not required for the specific offender.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1066 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1066/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ε. Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χρήστου Μπαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαρκάτο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 62/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου.
Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1.Ι. Σ. του Ε. και 2. V. A. H. του V., ως ασκούντες τη γονική μέριμνα της ανηλ. θυγατέρας τους Φ. - Μ. Χ., άπαντες κάτοικοι ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20.12.2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23.12.2024 έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 9044/2024 και στους από 20.02.2025 πρόσθετους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 20-12-2024 αίτηση του Α. Χ. του Α., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθ. 62/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και τον καταδίκασε για την αξιόποινη πράξη της κατάχρησης ανηλίκου κατ'εξακολούθηση (άρθρ.342 παρ.2 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 76 του ν. 4855/2021) σε ποινή φυλάκισης τριάντα τριών (33) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα με δήλωσή του με το από 20-12-2024 δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23-12-2024 (με αριθ.
γενικού πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 9044/23-12-2024), και εμπρόθεσμα στις 23-12-2024, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε η απόφαση καθαρογραμμένη, στις 5-12-2024 με αυξ.αριθ.281, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, κατά τη σχετική επ'αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 462, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.1, 2, 3, 474 παρ.2Α, 505 παρ.1 περ.
α' του ΚΠΔ). Η κρινόμενη αίτηση περιέχει επί πλέον σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους (άρθρ.474 παρ.4 ΚΠΔ) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος καθώς και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών του περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' και ε'του ΠΚ.(άρθρ.510 παρ. 1 στοιχ.
Δ', Ε' ΚΠΔ). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της. Με την ανωτέρω αίτηση πρέπει να συνεκδικασθούν και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, με το από 20-2-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, που υπογράφεται για λογαριασμό του αναιρεσείοντος από τους Δημήτριο Μαρκάτο, Δικηγόρο Αθηνών και Ιωάννη Ηλία, Δικηγόρο Πειραιώς, ως παρασταθέντες συνήγοροί του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στη συζήτηση που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και κατατέθηκε στον γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 20-2-2025, δηλαδή δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της ως άνω αναίρεσης (άρθρ.466 παρ.2, 509 ΚΠΔ), το οποίο περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κατάφαση της ενοχής και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 342 παρ.2 ΠΚ (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Α' σε συνδ.με 171 παρ.1δ', Δ' και Ε' του ΚΠΔ).
Σημειώνεται ότι η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται σαν να ήταν παρόντες και οι υποστηρίζοντες την κατηγορία Ι. Σ. του Ε. και V. A. H. του V., ως ασκούντες την γονική μέρμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Φ.-Μ. Χ. του V. A., κάτοικοι ... οδός ..., οι οποίοι, καίτοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στην παρούσα αναιρετική δίκη (βλ. τα από 29-1-2025 αποδεικτικά επίδοσης, που συνέταξε ο Α. Τ., Φρουρός της Δικαστικής Αστυνομίας Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ρόδου, της υπ'αριθ.... από 28-1-2025 κλήσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προσωπικά στους ίδιους τους υποστηρίζοντες την κατηγορία και εκ περισσού, τα από 29-1-2025 αποδεικτικά επίδοσης, που συνέταξε ο Ε.-Γ. Ζ., Φρουρός της Δικαστικής Αστυνομίας Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ρόδου, της ίδιας ως άνω κλήσης υπ'αριθ.... από 28-1-2025 του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προσωπικά στον ίδιο τον αντίκλητό τους, Δικηγόρο Ρόδου Σπυρίδωνα Σαλαμαστράκη), δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (άρθρο 515 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.).
Με το άρθρο 342 παρ.2 του ισχύοντος Π.Κ. (όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του άρθρου αυτού με το άρθρο 76 του ν.4855/2021) ορίζεται ότι "Ο ενήλικος, ο οποίος απευθύνει χειρονομίες, προτάσεις ή εξιστορεί ή απεικονίζει ή παρουσιάζει πράξεις γενετήσιου χαρακτήρα σε ανήλικο, τον οποίο του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.". Πρόκειται για την αξιόποινη πράξη της προσβολής της αιδούς ανηλίκου κατά τον προισχύσαντα ΠΚ. Ως "χειρονομίες" νοούνται ήσσονος βαρύτητας πράξεις, που δεν φθάνουν στο σημείο της γενετήσιας πράξης, αλλά πάντως τελούνται σε σωματική επαφή, όπως ψαύσεις ή θωπείες στο στήθος, στους μηρούς κ.λ.π. του παθόντος. Οι "προτάσεις" μπορούν να γίνουν ρητά ή με χειρονομίες που πρέπει να αφορούν στην τέλεση γενετήσιας πράξης και δεν προϋποθέτουν σωματική επαφή. Όσον δε αφορά την φύλαξη-εμπίστευση αυτή μπορεί να είναι και προσωρινή.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, εφόσον αυτό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό είναι ελλιπής (Α.Π.995/2020).
Επίσης, ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τί προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 187 του ΚΠοινΔ. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δε σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (Α.Π. 999/2023, Α.Π.10/2022, Α.Π.999/2020, Α.Π. 689/2020).
Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτή, εκτός αν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπερ δεν συμβαίνει στο ερευνώμενο αδίκημα το οποίο τελείται με δόλο, αρκεί δε για την τέλεσή του και ενδεχόμενος δόλος.
Επίσης, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη, την οποία εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Α.Π.618/2023, Α.Π.1548/2022).
Δεν αποτελεί, όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π.713/2023, Α.Π.1530/2022, Α.Π. 382/2019).
Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί - πλην των λοιπών - να προταθεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 171 ΚΠΔ). Σύμφωνα δε με την παρ. 1 εδ. δ' του άρθρ. 171 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της ΕΕ.
Η απόλυτη αυτή ακυρότητα, η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ., επέρχεται μόνον στις περιπτώσεις που υπάρχει από τον νόμο υποχρέωση στον δικαστή να δημιουργήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη υποβολή αντίστοιχης αίτησης από τον κατηγορούμενο. Διαφορετικά επέρχεται παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης και ειδικότερα της τηρήσεως μιας δίκαιης διαδικασίας, που απαιτεί το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Σε περίπτωση που οι ανακριτικές πράξεις δεν έγιναν με τις προϋποθέσεις που διαγράφονται στο νόμο καθίστανται άκυρες και έτσι τα εξ αυτών συλλεγέντα στοιχεία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ενώπιον του δικαστηρίου, αλλιώς προκαλείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' του ΚΠΔ και ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης με αριθ.62/2024 απόφασής του, δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Από την ανωμοτί κατάθεση της παρούσας παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, από την ανάγνωση δημόσια όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και από την ανάγνωση της εκκαλούμενης απόφασης και των πρακτικών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, όπως αναλυτικά αναφέρεται στα πρακτικά της παρούσας, των αποδεικτικών μέσων αξιολογούμενων κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 ΚΠΔ), αποδείχθηκε ότι:
Ο κατηγορούμενος, στη Ρόδο κατά το χρονικό διάστημα από το καλοκαίρι του έτους 2018 μέχρι και το τέλος του σχολικού έτους 2020, ενώ παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα μαθηματικών και ακολούθως και φυσικής, στην ανήλικη Φ.-Μ. Χ. του V.-A., γεννηθείσα στις .../2007, εντός της οικίας της, τοποθέτησε με πρόθεση επανειλημμένα το χέρι του πάνω στο στήθος της, την αγκάλιαζε, τοποθετούσε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της με προφανή σκοπό να αγγίξει τα γεννητικά της όργανα και την τραβούσε προς το μέρος του, εξαναγκάζοντάς την να καθίσει πάνω στα πόδια του.
Οι χειρονομίες αυτές του κατηγορουμένου, γενετήσιου χαρακτήρα, αφού σαφώς προσέβαλλαν τη γενετήσια αξιοπρέπεια, γίνονταν πάντα κατά τη διάρκεια του μαθήματος, από το καλοκαίρι του έτους 2018, οπότε και ξεκίνησε την παράδοση μαθημάτων στην ανήλικη, όταν αυτή είχε τελειώσει την Ε' τάξη του Δημοτικού και θα ξεκινούσε την Στ' τάξη, μέχρι το τέλος του σχολικού έτους 2020, που αυτή ολοκλήρωσε τη φοίτησή της στην Α' τάξη του Γυμνασίου, και όσο βρίσκονταν καθισμένοι μόνοι τους σε διπλανές καρέκλες στο τραπέζι της κουζίνας, αντί της ορθής γωνίας, που θα άφηνε την απαιτούμενη απόσταση μεταξύ τους, ώστε η παθούσα να μη νιώθει άβολα, οπότε ο τελευταίος, επ' αφορμή του μαθήματος και των τυχόν δυσκολιών που αντιμετώπιζε η ανήλικη Φωτεινή, την πλησίαζε και ερχόταν σε σωματική επαφή μαζί της, αγγίζοντάς την δήθεν "τυχαία", αλλά στην πραγματικότητα εσκεμμένα, σε ερωτογενείς ζώνες ήτοι, άλλοτε στο στήθος της και άλλοτε στα γεννητικά της όργανα, επάνω από τα ρούχα της.
Προκειμένου να έχει την ευχέρεια αυτών των κινήσεων, είχε ζητήσει από τους γονείς της, οι οποίοι και του είχαν εμπιστευτεί το ανήλικο για να το επιβλέπει προσωρινά, κατά τις ώρες των μαθημάτων, να μην βρίσκονται στο χώρο όπου γίνονταν τα μαθήματα, με τη δικαιολογία της απόσπασης της προσοχής της μαθήτριας.
Η ανήλικη αδυνατούσε να εκμυστηρευτεί στους γονείς της όσα έπραττε σε βάρος της συστηματικά ο κατηγορούμενος και τούτο διότι γνώριζε ότι οι γονείς της έτρεφαν αισθήματα ευγνωμοσύνης και εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του, καθόσον ήταν αυτός που είχε βοηθήσει και τη 18χρονη έτερη θυγατέρα τους, Ε., να περάσει τις πανελλαδικές εξετάσεις, παραδίδοντας και σε αυτήν, σε προγενέστερο χρόνο, ιδιαίτερα μαθήματα μαθηματικών.
Γι' αυτό ζήτησε βοήθεια από καθηγήτριά της στο σχολείο, τη μάρτυρα Α. Γ., την οποία και εμπιστεύτηκε να μιλήσει για όσα της είχαν συμβεί, από όπου και αποκαλύφθηκε η δράση του κατηγορουμένου. Η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται ιδίως στην κατάθεση της ανήλικης, που, σημειωτέον, επαναλάμβανε ακριβώς τα ίδια γεγονότα χωρίς διαφορές και αντιφάσεις όποτε κλήθηκε προς τούτο, σε συνδυασμό με τις απολύτως σαφείς, αναλυτικές, αντικειμενικές και αξιόπιστες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας- εκπαιδευτικών του 1ου Ημερήσιου Γυμνασίου Ρόδου, όπου ήταν μαθήτρια η ανήλικη, εκ των οποίων οι πρώτη και δεύτερη (Α.
Κ. και Μ. Π.) είχαν οριστεί και Σύμβουλοι Σχολικής Ζωής, στις οποίες η ανήλικη αποκάλυψε τις λεπτομέρειες της τέλεσης του σε βάρος της αδικήματος και οι οποίες αδιαστίκτως κατέθεσαν ότι τα λεγόμενο της παθούσας ανήλικης κρίθηκαν από όλες ειλικρινή και αληθινά. Την ακρίβεια και ειλικρίνεια των λεγομένων της επιβεβαίωσε και η ψυχολόγος Η.
Λ. στην από .../2022 προκαταρτική πραγματογνωμοσύνη που συνέταξε, όπως και η ψυχολόγος Μ. Κ. με την από .../2023 γνωμάτευσή της, αλλά και ο παιδοψυχίατρος Μ.- Τ. Κ. στην από .../2022 ιατρική γνωμάτευσή του. Τα ως άνω δε αυτή αποκάλυψε λίγο πριν τις διακοπές του Πάσχα του έτους 2022, της χρονιάς δηλαδή που η ανήλικη θα τελείωνε το γυμνάσιο και ήταν προγραμματισμένο ότι θα συνέχιζε τη φοίτησή της στο λύκειο που συστεγαζόταν με το σχολείο της, όπου και η ίδια γνώριζε ότι εκεί δίδασκε ο κατηγορούμενος, επ' αφορμή συνάντησής της στον αύλειο χώρο του σχολείου με τον κατηγορούμενο, τον οποίο και απέφευγε συστηματικά, επιδιώκοντας να παραμένει κατά τα διαλείμματα εντός της αίθουσας διδασκαλίας, στο οποίο επέτεινε και η γενικότερα κλειστή συμπεριφορά της.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τα προσκομισθέντα από τον κατηγορούμενο τηλεφωνικά μηνύματα που αντάλλασσε αυτός με την ανήλικη, καθόσον, αφενός μεν τούτα είχαν αποσταλεί σε χρόνους που η παθούσα δεν είχε αντιληφθεί πλήρως, ως εκ της ηλικίας και της αθωότητάς της, αλλά και του φόβου της αποκάλυψης και της πιθανής επίρριψης ευθυνών προς αυτήν, την παράνομη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, αφετέρου δε, υπό την ασφάλεια της απόστασης και κατόπιν παρότρυνσης της ίδιας της της μητέρας, η οποία πάντοτε επεδίωκε να διατηρεί καλή σχέση με τον καθηγητή της θυγατέρας της, αγνοούσε δε κατά το χρόνο εκείνο όσα μεταγενέστερα αποκαλύφθηκε ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε βάρος της ανήλικης.
Όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες υπεράσπισης, κρίνονται αντιφατικά και γενικόλογα και δεν μπορούν να δημιουργήσουν ούτε ελάχιστες αμφιβολίες, ικανές να οδηγήσουν στην αθώωση του κατηγορουμένου, τα ειδικότερα δε κατατεθέντα από την ψυχίατρο Α. Δ. κρίνονται αβάσιμα, καθόσον οι εκθέσεις του παιδοψυχιάτρου Μ.
Κ., τις οποίες αυτή αμφισβήτησε, εκτιμώνται ως επιστημονικά άρτιες και ουσιαστικά βάσιμες, η ίδια δε ουδέποτε εξέτασε την ανήλικη, ώστε να διαμορφώσει ιδία άποψη, ενώ η από .../2024 έκθεση ψυχιατρικής εξέτασης και παρακολούθησης που αυτή συνέταξε για τον κατηγορούμενο, αναλίσκεται κατά μεγάλο μέρος στην αντίκρουση της γνωμάτευσης του ως άνω παιδοψυχιάτρου και δεν κρίνεται πειστική.
Με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκε, επομένως, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της κατάχρησης ανηλίκου κατ' εξακολούθηση, και δη ότι με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, από πρόθεση, απηύθυνε χειρονομίες γενετήσιου χαρακτήρα σε ανήλικο το οποίο του είχαν εμπιστευτεί, όπως ειδικότερα κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσας και πρέπει, ως εκ τούτου να κηρυχθεί ένοχος αυτής.".
Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της κατάχρησης ανηλίκου κατ' εξακολούθηση (άρθρ.342 παρ.2 ΠΚ) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριάντα τριών (33) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:
"Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι, στη Ρόδο κατά το χρονικό διάστημα από το καλοκαίρι του έτους 2018 μέχρι και το τέλος του σχολικού έτους 2020, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, από πρόθεση, απηύθυνε χειρονομίες γενετήσιου χαρακτήρα σε ανήλικο, το οποίο του είχαν εμπιστευτεί και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο και ενώ παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα μαθηματικών στην ανήλικη Χ.
Φ.-Μ. του V.-A., γεν. ...-2007, εντός της οικίας της, αφού ζήτησε από τους γονείς της να βρίσκονται μακριά από το χώρο των μαθημάτων, τοποθέτησε επανειλημμένα το χέρι του πάνω στο στήθος της, την αγκάλιαζε, τοποθετούσε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της με προφανή σκοπό να αγγίξει τα γεννητικά της όργανα και την τραβούσε εξαναγκάζοντάς την να καθίσει πάνω του.".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, για την πράξη της κατάχρησης ανηλίκου κατ' εξακολούθηση, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες το δικάσαν Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδάφ.
α', 27 παρ. 1, 98 παρ. 1 και 342 παρ. 2 Π.Κ., (όπως το άρθρο 342 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρ. 76 του ν. 4855/2021), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.
Οι προμνημονευθείσες εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 26 εδάφ. α', 27 παρ. 1, 98 παρ. 1 και 342 παρ. 2 Π.Κ., όπως ισχύει το άρθρο 342 μετά την τροποποίησή του με το άρθρ. 76 του ν. 4855/2021, αναφέρονται ρητά στο σκεπτικό της απόφασης (σελ. 34 πρακτικών) και συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ σχετικός πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με τον οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ως προς τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και πιο συγκεκριμένα ως προς την προκαταρκτική πραγματογνωμοσύνη, ο αναιρεσείων με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης επικαλείται ότι αυτή συντάχθηκε κατ' άρθρο 187 Κ.Π.Δ. χωρίς όμως την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων και χωρίς στη συνέχεια να διορισθεί τακτικός πραγματογνώμονας κατ' άρθρο 186 Κ.Π.Δ.
και ως εκ της για τους λόγους αυτής ακυρότητας της πράξης αυτής, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω της ανεπίτρεπτης αποδεικτικής αξιοποίησής της ως αποδεικτικού μέσου σε βάρος του και εκ τούτου προσβολής των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του και της δίκαιης δίκης. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, διότι από τη διάταξη του άρθρ. 187 του ΚΠΔ ορίζεται ότι σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, και ιδίως όταν δεν είναι δυνατό να διοριστεί τακτικός πραγματογνώμονας, εκείνος που ενεργεί την ανάκριση μπορεί να μη τηρήσει τις διατάξεις του άρθρου 186 και να αναθέσει σε ειδικό να ενεργήσει προκαταρκτική πραγματογνωμοσύνη, η δε διενέργεια ή μη τακτικής πραγματογνωμοσύνης είτε ευθύς εξ αρχής είτε μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κρίση του ανακριτή ή του δικαστικού συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, και δεν συνεπάγεται ακυρότητα.
Επίσης, ενόψει της επιβαλλόμενης ταχύτητας ενέργειας στην περίπτωση του ενεργούντος προκαταρκτική πραγματογνωμοσύνη, οι βεβαιώσεις της προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης είτε με τη μορφή της διασφάλισης των προς εξέταση αντικειμένων είτε και με την αξιολόγηση τούτων και τη διατύπωση γνώμης επί τεθέντος ερωτήματος, δεν πάσχουν από ακυρότητα, αν δεν επακολουθήσει διενέργεια τακτικής πραγματογνωμοσύνης, αλλά εκτιμώνται ελευθέρως με βάση τη διατυπούμενη στο άρθρ. 177 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης (ΑΠ 1443/2001).
Συνεπώς ουδεμία ακυρότητα επήλθε στη διαδικασία στο ακροατήριο από την αποδεικτική αξιοποίηση του αναφερόμενου ως άνω αποδεικτικού μέσου της προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης, το οποίο νομίμως λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση κατά το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης, σημειουμένου ότι από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε οποιοδήποτε σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο για διενέργεια τακτικής πραγματογνωμοσύνης, ούτε δε και αντιρρήσεις για την αποδεικτική αξιοποίηση του ως άνω αποδεικτικού μέσου.
Συνακόλουθα ο από τα άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Α' σε συνδ.με 171 παρ.1 αρ.δ' ΚΠΔ και 6 ΕΣΔΑ πρώτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν κατά την, διέπουσα το κεφάλαιο των αποδείξεων του Κ.Ποιν.Δ., αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρ. 177 παρ. 1 και 178 του εν λόγω κώδικα), για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο έχει υποχρέωση να εκτιμήσει ελεύθερα και κατά συνείδηση την αξιοπιστία των μαρτύρων και των λοιπών αποδείξεων, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης χωρίς αντιφατικές σκέψεις τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το εν λόγω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, έκανε δε και ειδικότερη αναφορά σε ορισμένα από αυτά, όπου χρειάστηκε, χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, να εκτίθεται τί προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου.
Ειδικότερα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του η ανωμοτί κατάθεση στο ακροατήριο της υποστηρίζουσας την κατηγορία, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, η από 28-7-2022 έκθεση προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης της ψυχολόγου Η.
Λ. για την ανήλικη παθούσα, η χωρίς όρκο κατάθεση της ανήλικης παθούσας, τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα μεταξύ των οποίων και οι ιατρικές γνωματεύσεις του παιδοψυχιάτρου Μ.- Τ. Κ., οι γνωματεύσεις της ψυχολόγου στο Εργαστήρι Ψυχικής Υγείας Μ. Κ. και η αξιολογική έκθεση Κ.Ε.Σ.Υ.
Ρόδου, για την ανήλικη παθούσα, η ψυχολογική έκθεση του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου, η έκθεση ψυχιατρικής εξέτασης και παρακολούθηση της ψυχιατρικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου, αποτελέσματα ΜΜΡΙ του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου, για τον κατηγορούμενο, και η απολογία του κατηγορουμένου, κατέληξε δε στην καταδικαστική του κρίση μετά από επιμελή έρευνα, αξιολόγηση και αξιοποίησή τους, προκειμένου να εξακριβωθεί η αλήθεια, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ., και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ από το οποίο απορρέει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, να διευκρινίζεται με αναλυτική παράθεσή τους από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ούτε να γίνεται ειδική μνεία του τί προέκυψε από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ούτε επίσης να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση και εκτίμηση του περιεχομένου τους, αφού ουδόλως συνάγεται ότι το δικάσαν δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες.
Ακόμη, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο, ότι το δικάσαν Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συναξιολόγησε και τα επισημαινόμενα στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ως αγνοηθέντα, προσκομισθέντα από τον κατηγορούμενο, αποδεικτικά μέσα και δη τις προμνημονευθείσες από 8-2-2024 ψυχολογική έκθεση του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου που υπογράφεται από την κλινική ψυχολόγο του Νοσοκομείου Κ.
Χ., από ...-2024 έκθεση ψυχιατρικής εξέτασης και παρακολούθησης της ψυχιατρικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου, που υπογράφεται από την επικεφαλής του ψυχιατρικού τμήματος, ψυχίατρο Επιμελήτρια Α' Α. Δ., τα από 8-3-2023 αποτελέσματα της ψυχομετρικής εξέτασης ΜΜΡΙ του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου που υπογράφονται από την διενεργήσασα την εξέταση ειδικευμένη ψυχολόγο Μ.
Π., και συντάχθηκαν μετά από εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ο κατηγορούμενος ήδη αναιρεσείων, και την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο της μάρτυρος υπεράσπισης Α. Δ. ψυχιάτρου, καθόσον γίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερη αναφορά σε αυτά και στο περιεχόμενό τους, όπου χρειάστηκε, και με ειδικές σκέψεις εκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενό τους σε σχέση και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Μάλιστα γίνεται ειδική αναφορά και το Δικαστήριο διαλαμβάνει στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης ειδικές σκέψεις για τις διαπιστώσεις της Ψυχιάτρου Α. Δ. στην έκθεση ψυχιατρικής εξέτασης και παρακολούθησης και την ένορκη κατάθεσή της στο ακροατήριό του ως μάρτυρος, σε σχέση με την ψυχιατρική γνωμάτευση του ψυχίατρου Μ. - Τ.
Κ., με την προκαταρκτική πραγματογνωμοσύνη της ψυχολόγου Η. Λ., με την γνωμάτευση της ψυχολόγου Μ. Κ., τα τηλεφωνικά μηνύματα της ανήλικης παθούσας, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται διάσπαρτες στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης και αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστώσες αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Πλέον συγκεκριμένα, η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα αντίθεση, κατ' αυτόν, των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προς τις επισημαινόμενες με τους ως άνω λόγους μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του που κατά την άποψή του οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο τα ουσίας και αιτιάσεων που αποτελούν επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχή του και αμφισβήτηση των σε βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια με την έννοια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Άλλωστε, ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής και όχι η τυχόν αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Περαιτέρω, η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά και ως προς τους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής.
Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη του οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.
Η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτούς (ΑΠ 297/2020). Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων η κατά το άρθρο 84 παρ.2 περ. α' του Π.Κ., (όπως ίσχυε μετά την κύρωση του ν. 4619/2019 και πριν την αντικατάστασή του με την διάταξη του άρθρου 16 του ν. 5090/2024) το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρύ πλημμέλημα.
Κατά την γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξης "Σύννομη" έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθόλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιικών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται μ` αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη.
Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια.
Συνακόλουθα αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 Κ.Π.Δ. για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου ν` αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού.
Από τον συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για την θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
Έτσι, όταν η ποινή, μετά την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης, τελεί σε προφανή δυσαναλογία με την βαρύτητα του εγκλήματος και την ποινική απαξία της πράξης ως και την επελθούσα από το έγκλημα βλάβη, η αρχή της αναλογικότητας παραβιάζεται (Ολ.ΑΠ 2/2022). Επίσης, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται κατά το άρθρο 84 παρ. 2 περ.
ε' του Π.Κ., το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του.
Για να συντρέξει δε η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε του Π.Κ., η συμπεριφορά του υπαιτίου, πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη.
Η αναγνώριση δηλαδή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ισχύοντος Π.Κ. προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμα και κατά την κράτησή του.
Η δυνατότητα της κατάφασης των προϋποθέσεων της άνω ελαφρυντικής περίστασης ακόμα και κατά την κράτηση του καταδικασθέντος επιβάλλεται από τον ειδικοπροληπτικό σκοπό της ποινής κατά της ελευθερίας. Η παραδοχή δε της συνδρομής της περίστασης αυτής αναμφιβόλως τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και η οποία συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του.
Η καλή δηλαδή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του. Έτσι, εν όψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θεσπίσεως της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξεως, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, η οποία με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης απ' αυτόν των συνεπειών της πράξης του και του σταθερού εναρμονισμού του πλέον προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 835/2023, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 416/2022), ακόμα και κατά την κράτησή του (ΟλΑΠ 2/2022), διότι τότε μόνο η επιλογή του αυτή μαρτυρά την πραγματική του διάθεση και ενέχει σοβαρή στάση για την βελτιωμένη και χωρίς παραπτώματα διαβίωσή του (ΑΠ 174/2021, ΑΠ 28/2021), πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 1596/2023, ΑΠ 88/2023, ΑΠ 290/2022, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 13/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, τα οποία δεν έχουν διορθωθεί, ούτε έχουν προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρ.141 παρ.3 Κ.Π.Δ.), προκύπτει ότι, μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του ως άνω δικάσαντος Δικαστηρίου, έλαβαν τον λόγο από την Πρόεδρο, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος και προέβαλαν παραδεκτά τον ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου σύννομου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α' και ε' Π.Κ., ισχυρισμό τον οποίο κατέθεσαν εγγράφως και καταχωρήθηκε στα πρακτικά και ανέπτυξαν και προφορικά, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής του (ΟλΑΠ 2/2005). Ειδικότερα ο αναιρεσείων, πρόβαλε, δια των συνηγόρων του, προς θεμελίωση των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών (σελ.30-31): "1.
Περί αναγνώρισης της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του 84§2 εδ. α Π.Κ. Για τους λόγους που με επίκληση πραγματικών περιστατικών, καταθέσεις μαρτύρων και προσκομιδής εγγράφων θα αναπτύξω εκτενώς προφορικά στην ενώπιον Σας επ' ακροατηρίου διαδικασία ζητώ την αναγνώριση από το Δικαστήριό Σας των ελαφρυντικών περιστάσεων του 84 § 2 εδ.
α, καθότι: Έζησα απολύτως σύννομα τον βίο μου, ουδέποτε, δε, απασχόλησα για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα τις αρχές. Είχα μια άψογη επαγγελματική εξέλιξη ως καθηγητής (Φυσικής) δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με απόλυτα υγιή και ομαλή οικογενειακή κατάσταση ως σήμερα. Είμαι παντρεμένος επί 35 χρόνια με την εκπαιδευτικό Ν.
Σ., με την οποία αποκτήσαμε δυο κόρες την Α. και την Α. Είμαι, δε, κάτοχος Διδακτορικού τίτλου σπουδών Θεωρητικής Αστροφυσικής. 2. Περί αναγνώρισης της συνδρομής των ελαφρυντικών του 84 § 2 εδ.ε' ΠΚ. Ασφαλώς και επέδειξα άριστη και άμεμπτη συμπεριφορά μετά την τέλεση της πράξης μου, φροντίζοντας στο ακέραιο την οικογένειά μου, ανταποκρινόμενος πλήρως στις εργασιακές μου υποχρεώσεις και προσφεύγοντας σε Ψυχολογική και Ψυχιατρική παρακολούθηση από έγκριτους και αναγνωρισμένους επιστήμονες των σχετικών ειδικοτήτων προσπαθώ με κάθε μου δύναμη να ισορροπήσω απολύτως Ψυχολογικά.".
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό, μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψης, με την ακόλουθη κατά λέξει αιτιολογία: "..Το αίτημα του κατηγορουμένου να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, διότι μόνη η ύπαρξη του λευκού ποινικού μητρώου του δεν αρκεί για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού, αλλά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση της πράξης του έζησε έντιμα, χωρίς να παραβιάσει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, ωστόσο, εν προκειμένω, δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή, αφού, από τα ήδη προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε παρόμοιες πράξεις και σε βάρος της αδελφής της παθούσας, όπως αυτή κατέθεσε, ανεξαρτήτως του ότι η τελευταία δεν κατήγγειλε τις πράξεις αυτές.
Επίσης, απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο είναι και το αίτημα του κατηγορουμένου να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ, αφού, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για άλλο αδίκημα τελεσθέν σε μεταγενέστερο της ως άνω πράξης του χρόνο, πλην όμως δεν αποδείχθηκαν τέτοια πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αυτοβούλως αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση του να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιάθεσής του, αφού δεν προέκυψε ότι έχει ειδικότερα αλλάξει η ατομική και κοινωνική του συμπεριφορά ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της παραπάνω πράξης του και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι αυτός έχει μεταστραφεί ηθικά και ψυχικά και ότι έχει αντιληφθεί τις συνέπειες της πράξης που τέλεσε".
Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2α' και ε' του ΠΚ και με αιτιολογική επάρκεια απέρριψε τους σχετικούς αυτοτελείς ισχυρισμούς, αφού κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε α)για την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου, ότι ο αναιρεσείων μέχρι την τέλεση της ανωτέρω πράξης δεν έζησε σύννομο βίο, αφού επιχείρησε παρόμοιες πράξεις και σε βάρος της αδελφής της παθούσας, ανεξαρτήτως του ότι η τελευταία δεν κατήγγειλε τις πράξεις αυτές, και δεν έζησε με την πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, το δε λευκό ποινικό μητρώο του, το οποίο δεν ταυτίζεται με το σύννομο βίο, συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 ΚΠΔ, για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, β) για την ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για άλλο αδίκημα τελεσθέν σε μεταγενέστερο της ως άνω πράξης του χρόνο, δεν αποδείχθηκαν όμως τέτοια πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής, και ότι η συμπεριφορά που έχει επιδείξει ο αναιρεσείων μετά την τέλεση της πράξης δεν υποδηλώνει πραγματική ψυχική και ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του και ότι έχει αντιληφθεί τις συνέπειες της πράξης που τέλεσε.
Επομένως, κρίνοντας ως αβάσιμους αυτούς και απορρίπτοντάς τους με την ως άνω επαρκή αιτιολογία και με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προειρημένων διατάξεων, όπως προκύπτει από το σύνολο του σκεπτικού και την παράθεση σ'αυτό των αναγκαίων στοιχείων για τη θεμελίωσή τους σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ.2 α' και ε' του ισχύοντος Π.Κ., (όπως ίσχυε μετά την κύρωση του ν. 4619/2019 και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρου 16 του ν. 5090/2024) δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠΔ πλημμέλειες.
Επισημαίνεται ότι για την εκ του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ ελαφρυντική περίσταση η αναφορά σε έντιμο βίο στην περικοπή του σκεπτικού "πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση της πράξης του έζησε έντιμα, ..." έχει εμφιλοχωρήσει εκ προφανούς παραδρομής, καθώς στην νομική σκέψη της απόφασης γίνεται διάκριση μεταξύ προισχύσασας και ισχύουσας διάταξης, και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προεκτέθηκε, με σαφήνεια προκύπτει ότι έχει ερμηνεύσει και εφαρμόσει ορθά την επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την κύρωση του ν. 4619/2019 (νέος Π.Κ.), και πριν την αντικατάστασή της με την διάταξη του άρθρου 16 του ν. 5090/2024, με σαφή και αρκούντως επαρκή αιτιολογία αναφερόμενη σε σύννομο και όχι έντιμο βίο.
Έτσι η απόρριψη του ισχυρισμού αυτού για την αναγνώριση στο πρόσωπό του της άνω ελαφρυντικής περίστασης δεν θεμελιώνεται στο γεγονός ότι δεν είχε έντιμο βίο, αλλά στην έλλειψη συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων της επιεικέστερης διάταξης του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την κύρωση του ν. 4619/2019 (νέος Π.Κ.), και πριν την αντικατάστασή της με την διάταξη του άρθρου 16 του ν. 5090/2024, με σαφή και αρκούντως επαρκή χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογία αναφερόμενη σε σύννομο βίο και όχι σε έντιμο βίο.
Συνακόλουθα, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι του κύριου δικογράφου της αναίρεσης, με τους οποίους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόρριψης των προβληθέντων ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' και ε' Π.Κ., είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 352 Α παρ. 1 Π.Κ. "1. Όταν το θύμα είναι ανήλικο, ο ύποπτος ή κατηγορούμενος για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, υποβάλλεται σε διαγνωστική εξέταση της ψυχογενετήσιας κατάστασής του. Η εξέταση αυτή διατάσσεται μόνο εφόσον συναινεί ο καθ' ου αφορά αυτή κατά την προδικασία από τον αρμόδιο εισαγγελέα ή, αν διενεργείται τακτική ανάκριση, από τον αρμόδιο ανακριτή και κατά την κύρια διαδικασία από το δικαστήριο.".
Η εν λόγω διάταξη η οποία ταυτίζεται με την ταυτάριθμη διάταξη του προϊσχύσαντος Π.Κ., ρυθμίζει ζητήματα ψυχοδιαγνωστικής εξέτασης και θεραπείας του δράστη και του θύματος εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, εισήχθη στον προϊσχύσαντα Π.Κ με το ν. 3625/2007, με σκοπό τον έγκαιρο εντοπισμό τυχόν γενετήσιας διαστροφής ή παιδοφιλίας στον δράστη των σχετικών εγκλημάτων και ειδικότερα, όταν το θύμα είναι ανήλικο, μπορεί να ληφθεί μέριμνα αντιμετώπισης του δράστη με κατάλληλη θεραπεία για τον έλεγχο της παιδοφιλικής του τάσης, τον αποκλεισμό επανάληψης και διευκόλυνση της οικογενειακής και κοινωνικής επανένταξης του δράστη.
Έτσι, αν το θύμα είναι ανήλικο, ο κατηγορούμενος υποβάλλεται σε διαγνωστική εξέταση της ψυχογενετήσιας κατάστασής του, χωρίς να θίγονται, σύμφωνα με την αιτιολογική Έκθεση του ν. 37...008, που τροποποίησε την διάταξη του άρθρου 352 Α ΠΚ., θεμελιώδη δικονομικά δικαιώματα του κατηγορούμενου, όπως το δικαίωμα υπεράσπισης και το τεκμήριο αθωότητας, εφόσον βέβαια υπάρχει συναίνεση αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και των πρακτικών της, προκύπτει ότι το δικάσαν Δικαστήριο μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο για την αξιόποινη πράξη της κατάχρησης ανηλίκου κατ' εξακολούθηση, δηλαδή για παράβαση των άρθρων 26 εδάφ.
α', 27 παρ. 1, 98 παρ. 1 και 342 παρ. 2 Π.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρ. 76 του ν. 4855/2021. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση αυτού, δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 352 Α Π.Κ., καθόσον έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να ληφθεί μέριμνα αντιμετώπισης του κατηγορούμενου με κατάλληλη θεραπεία για τον έλεγχο της παιδοφιλικής του τάσης, τον αποκλεισμό επανάληψης, ως και την διευκόλυνση της οικογενειακής και κοινωνικής επανένταξης αυτού και συνακόλουθα δεν υπήρξε εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 352 Α Π.Κ., επισημαίνοντας ότι με τη διάταξη αυτή επιδιώκεται ο έγκαιρος εντοπισμός τυχόν γενετήσιας διαστροφής ή παιδοφιλίας στο δράστη, που δεν αποτελεί όμως λόγο άρσης ή μείωσης του καταλογισμού κατά τα άρθρ.34 και 36 ΠΚ, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 352 Α του ΠΚ είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ.578 του Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2024 αίτηση και τους από 20-2-2025 πρόσθετους λόγους αυτής, του Α. Χ. του Α., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθμό 62/2024 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Αυγούστου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ