Legislator Case Law & Legislation
1066/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment in property auction case involving bank and savings fund.

Case Number 1066/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted two concurrent appeals filed by a savings fund and a bank against a final judgment ordering the auction of a debtor's residence. The court found the appeals admissible because the appellant's claims for debt exemption were not included in the monthly payment plan agreed upon with the other creditor. Consequently, the court set aside the lower court's decision and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may accept concurrent appeals when the grounds for one appeal necessitate the acceptance of another, leading to the setting aside of the contested final judgment and remittal for retrial.

Keywords

AI generated
concurrent appeals property auction debt exemption remittal for retrial Code of Civil Procedure final judgment remittitur

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1066 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1066/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Τ. του Κ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. Ε. «A., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Τζουβάρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. Ε. «A., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Βρέττα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Τ. του Κ., κατοίκου ... και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Τζουβάρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και το 2ο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2012 αίτηση του Σ. Τ. του Κ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχ. Α αναιρεσείον με την από 28-4-2020 αίτησή του και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 31-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 1958/2022, ΑΠ 205/2020, ΑΠ 147/2020).

Με την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (Α' 104) ορίζεται ότι "1.Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Κατά την αληθή έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 74 παρ. 1 εδάφιο α' και β' του Ν. 4690/2020 (Α' 104) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και των οποίων παρατείνεται η λήξη, νοούνται και οι προθεσμίες των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 987/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως: α) από 28-4-2020 του καθ'ου η αίτηση Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.Κ.Δ.)" και β) από 31-7-2020 της καθ'ης η αίτηση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.., προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 130/2018 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ.

ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων). Με την ως άνω απόφαση αφού συνεκδικάστηκαν: α) η από 2-4-2015 έφεση του Σ. Τ., ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, β) η από 23-5-2014 έφεση του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.Κ.Δ.)", ήδη αναιρεσείοντος και οι ασκηθέντες από 17-1-2017 πρόσθετοι λόγοι αυτής και γ) η από 23-6-2014 έφεση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία «Ε.

Τ. Τ. Ε. Α..Ε.., ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, στην από 28-4-2020 αίτηση αναιρέσεως και ήδη αναιρεσείουσα στην από 31-7-2020 αίτηση αναιρέσεως, αντιστοίχως), ερήμην της τελευταίας, ως προς την οποία χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, ακολούθως απορρίφθηκαν κατ` ουσίαν οι εφέσεις: 1) του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.Κ.Δ.)" και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και 2) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία «Ε.

Τ. Τ. Ε. Α..Ε.. και έγινε δεκτή η έφεση του Σ. Τ. κατ` ουσίαν, εξαφανίστηκε η υπ' αριθμ. 74/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, δικάστηκε η από 23-11-2012 αίτηση του τελευταίου και έγινε δεκτή εν μέρει κατ` ουσίαν. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία «Ε.

Τ. Τ. Ε. Α..Ε.., η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και ως προς την τελευταία, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας.

Συνεπώς, αφού η προσβαλλομένη απόφαση είναι δεκτική ασκήσεως κατ' αυτής αίτησης αναιρέσεως, οι ένδικες αιτήσεις έχουν ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφα, κατ'άρθρο 553 του ΚΠολΔ (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020). Περαιτέρω, οι ένδικες αιτήσεις έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87), διότι, από την επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 130/2018 αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (ήτοι την 13-4-2018), της οποίας δεν έλαβε χώρα επίδοση από κάποιον από τους διαδίκους, άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας θα έληγε στις 14-4-2020, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ' αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες), σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 74 παρ.1 εδ.

α' του Ν. 4690/2020, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεως, ενώπιον του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων στις 10-6-2020 και 31-7-2020, αντιστοίχως και νομότυπα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 741 και 769 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει,), να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενες, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1152/2023).

Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022).

Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 175/2023, ΑΠ 474/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ.

β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 259/2022, ΑΠ 488/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 28-4-2020 και με αριθμό κατάθεσης 73/2020 αίτηση αναίρεσης [του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.Κ.Δ.)"], με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ) προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 4-3-2022 και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησής της 60 ημέρες πριν τη δικάσιμο.

Κατά την ως άνω δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-10-2023). Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η δεύτερη αναιρεσίβλητη («Ε.

Τ. Τ. Ε. Α..Ε..), ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτήν δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από το επισπεύδον τη συζήτηση της αναίρεσης με αριθμό 7615Β/12-5-2021 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ.

Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 4-3-2022, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ` άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην απολειπόμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Συνακόλουθα, εφόσον η τελευταία κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο και η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη σημερινή μετ` αναβολή δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 23-11-2012 αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων στις 23-11-2012 (αριθμ.

εκθ.καταθ. 276/23-11-2012), ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον Ν. 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από τη διάταξη αυτή, η οποία θεσμοθετεί υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (ΑΠ 144/2023, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 540/2022). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 144/2023, ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του), (ΑΠ 144/2023, ΑΠ 552/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν.3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 64/2017).

Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ141/2021, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 626/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) έστω και συνοπτικά (Ολ. ΑΠ Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει (Ολ.

ΑΠ 20/2005, ΑΠ 144/2023, ΑΠ 552/2020). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 144/2023, ΑΠ 552/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλομένη (130/2018) απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο αιτών (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) είναι ηλικίας 34 ετών, άγαμος, δημόσιος υπάλληλος, ήτοι προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εξωτερική φρουρά των φυλακών Ιωαννίνων με μηνιαίες απολαβές ύψους 1.170 € ενώ λάμβανε στο παρελθόν και επίδομα 303 € το μήνα ως δημοτικός σύμβουλος για έξοδα μετακίνησης.

Διαμένει σε ιδιόκτητη οικία 1ου ορόφου εμβαδού 96,34 τ.μ. που βρίσκεται στο Ο.Τ 127 στη θέση "Πέκος" εντός του οικισμού ... του Δήμου Ιωαννιτών αντικειμενικής αξίας 69.364,80 €. Επίσης είναι συγκύριος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ... των κάτωθι ... χώρων της οικοδομής επί της οποίας ευρίσκεται η οικία του, ήτοι: α) αποθήκης με στοιχεία Υ-1 εμβαδού 54,78 τ.μ., αντικειμενικής αξίας του ποσοστού του 1.873,46€, β) αποθήκης Υ-3 εμβαδού 53,45 τ.μ., αντικειμενικής αξίας του ποσοστού του 1.827,97€, γ) χώρου στάθμευσης με στοιχεία Υ-4 εμβαδού 45,07 τ.μ., αντικειμενικής αξίας του ποσοστού του 2.055,17€, δ) χώρου στάθμευσης με στοιχεία Υ-5 εμβαδού 45,90 τ.μ., αντικειμενικής αξίας του ποσοστού του 2.093,02€, ε) χώρου στάθμευσης με στοιχεία Ι-1 εμβαδού 48,95 τ.μ., αντικειμενικής αξίας του ποσοστού του 3.348,15€ και στ) της μελλοντικής δόμησης επί του ανωτέρω ακινήτου εμβαδού 195,55 τ.μ., αντικειμενικής αξίας του ποσοστού του 656,43€.

Συνολικά δε η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του καθώς και των ποσοστών συγκυριότητός του επί των ανωτέρω ... χώρων της οικοδομής και παραρτημάτων ... ανέρχεται στο ποσό των 81.219€. Επιπλέον είναι κύριος και ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας VolksWagen 1598 cc με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2004 και αξίας 6.000€, του οποίου δεν κρίνεται σκόπιμη η εκποίηση καθώς αποτελεί το μοναδικό μεταφορικό του μέσο, ομοίως δεν κρίνεται σκόπιμη η εκποίηση των λοιπών ιδιοκτησιών του..., ενόψει της αξίας αυτών και της μη αναμενόμενης επίτευξης σημαντικού ποσού για την πληρωμή των πιστωτριών...Άλλη πηγή εισοδήματος δεν έχει ο αιτών, η οικονομική κατάσταση του οποίου οφείλεται στη δυσχερή οικονομική κατάσταση της χώρας την τρέχουσα περίοδο καθώς μειώθηκαν οι απολαβές του.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης (...).

Ειδικότερα έχει λάβει: α) από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ένα στεγαστικό και ένα δάνειο μικροεπισκευών από τα οποία οφείλει έως την συζήτηση της αίτησης το ποσό των 98.340€, ποσό που εξασφαλίζεται με 3η στη σειρά προσημείωση υποθήκης επί της ως άνω κύριας κατοικίας του και β) από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ 2 στεγαστικά δάνεια και ένα καταναλωτικό από τα οποία όφειλε έως την κοινοποίηση της αίτησης το συνολικό ποσό των 124.841,3€ εκ των οποίων (...) τα στεγαστικά δάνεια συνολικού ποσού 120.191,4€ είναι εξασφαλισμένα με 1η και 2η προσημείωση υποθήκης στο οικόπεδο επί του οποίου είναι χτισμένη η ως άνω οικοδομή, δάνεια στα οποία είναι συνοφειλέτες και τα 2 αδέλφια του αιτούντος που καταβάλλουν κανονικά τις δόσεις τους.

Συνολικά δε ο αιτών οφείλει στις πιστώτριές του ποσό 223.181,3€ ενώ χωρίς τις οφειλές των στεγαστικών δανείων οφείλει το ποσό των 102.990,16€, απορριπτομένου του ισχυρισμού του ως αβάσιμου περί λανθασμένου προσδιορισμού του συνολικού ύψους οφειλής του. Ο αιτών έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του, η δε αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο αλλά στο γεγονός ότι μειώθηκαν τα εισοδήματα της οικογένειάς του, απορριπτομένου ως αβάσιμου του οικείου λόγου έφεσης της εκκαλούσας της υπό στοιχ.

Γ' έφεσης (σ.σ. της Εθνικής Τράπεζας), περί μη περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Ο ισχυρισμός άλλωστε της ιδίας (της εκκαλούσας Εθνικής Τράπεζας) ότι η οφειλή του προς αυτήν είναι ενήμερη κι ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, θα πρέπει να απορριφθεί διότι η μεγαλύτερη ατομική οφειλή του αιτούντος είναι η μη εξυπηρετούμενη τοιαύτη ποσού 98.340€ προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ενώ η οφειλή του προς την ΕΤΕ επιμερίζεται κατ' ίσα μέρη μεταξύ αυτού και των 2 αδελφών του, οπότε του αναλογεί χρέος 41.300€ περίπου, πέραν του ότι η οφειλή προς την τράπεζα αυτή εξυπηρετείται κανονικά από τους αδελφούς του.

Με βάση τα προλεχθέντα συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του νόμου 3869/10 και ειδικότερα σ'αυτή των άρθ. 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2. Έτσι η ρύθμιση των χρεών του θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στους πιο πάνω πιστωτές από τα εισοδήματά του επί πενταετία, που θα αρχίζουν αμέσως από τη δημοσίευση της αποφάσεως, και ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε, παρά εφάρμοσε ορθώς τον νόμο και αξιολόγησε το αποδεικτικό υλικό, δεδομένου ότι η εξυπηρέτηση της οφειλής αυτής προς την εκκαλούσα της υπό στοιχ.

Γ' έφεσης (σ.σ. της Εθνικής Τράπεζας) εξυπηρετείται κανονικά από τα αδέρφια του αιτούντος, γεγονός που δεν ανατράπηκε αποδεικτικά από την πιστώτρια αυτή εκκαλούσα, ώστε ο σχετικός λόγος έφεσης κρίνεται ουσία αβάσιμος. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, το προς διάθεση στις πιστώτριές του ποσό, λαμβανομένων υπόψη των βασικών οικογενειακών του αναγκών και της προοπτικής βελτίωσης στο μέλλον της οικονομικής του κατάστασης (...) ανέρχεται σε 250 € το μήνα, ποσό το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές του δυνατότητες, καθόσον το γεγονός ότι για μεγάλο διάστημα δεν καταβάλει χρηματικό ποσό στις πιστώτριές του δεν σημαίνει ότι έχει αποταμιεύσει ικανό χρηματικό ποσό, δεδομένων των αναγκών και εξόδων διαβίωσης αυτού.

Περαιτέρω, κατά τον προσδιορισμό του καταβλητέου ποσού, συνεκτιμάται η συνοίκηση του αιτούντος με τους οικείους του, υπό την έννοια ότι μειώνεται σε κάποιο ποσοστό η ανάγκη κάλυψης των βιοτικών αναγκών του από τα προσωπικά τους εισοδήματα (...), δεν είναι, όμως, δυνατή η έμμεση μετακύλιση των ατομικών χρεών του σε βάρος των οικείων του και δη στους γονείς του, για τους οποίους άλλωστε δεν προέκυψε αποδεικτικώς οποιαδήποτε οικονομική τους ευμάρεια, σε περίπτωση και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι έχουν τη δυνατότητα εν προκειμένω συγκεκριμένης και ορισμένης οικονομικής ενίσχυσης προς τον αιτούντα δεν δύναται ο οφειλέτης να κληθεί να καταβάλει χρήματα διά των εισοδημάτων αυτών (γονέων του).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που συνυπολόγισε στον προσδιορισμό των εισοδημάτων του αιτούντος και αναφέρθηκε αορίστως στη δυνατότητα οικονομικής συνδρομής των γονέων του αιτούντος στον τελευταίο ως προαναφέρθηκε, προσδιορίζοντας το ποσό των 500 ευρώ ως μηνιαία καταβολή του αιτούντος προς τις πιστώτριές του, έσφαλε και πλημμελώς αξιολόγησε το αποδεικτικό υλικό, ενώ προέβη και σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και μη ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, μετακυλίοντας συνακόλουθα τα ατομικά χρέη του αιτούντος εμμέσως στους οικείους του και μη λαμβάνοντας υπόψη τις βασικές βιοτικές ανάγκες του ιδίου με βάση τις συνθήκες ζωής και την ηλικία του, στις οποίες περιλαμβάνονται τα στοιχειώδη έξοδα για τροφή, ένδυση, ηλεκτροφωτισμό και ύδρευση, προσδιορίζοντας τις μηνιαίες καταβολές του προς τους πιστωτές του στο ποσό των 500 ευρώ επί πέντε έτη, ποσό που δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά οικονομικά δεδομένα της προκείμενης υπόθεσης και τους συσχετισμούς των οικονομικών δυνάμεων του αιτούντος και των απαιτούμενων εξόδων για τη διασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσής του.

Κατόπιν τούτων πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι οικείοι λόγοι έφεσης του εκκαλούντος της υπό στοιχ. Α'έφεσης (σ.σ. Σ. Τ.) περί μη ορθής αποτίμησης των οικονομικών του δυνάμεων και λανθασμένου συνακόλουθα υπολογισμού του ποσού των μηνιαίων καταβολών προς τις πιστώτριές του, και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη στο μέτρο που θίγεται από αυτούς και ακολούθως το Δικαστήριο να προβεί σε νέα κρίση για τη ρύθμιση των χρεών του αιτούντος οφειλέτη και δη, ως προαναφέρθηκε, το προς διάθεση στις πιστώτριές του ποσό θα πρέπει να ορισθεί σε 250 ευρώ τον μήνα.

Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της διετίας οι πιστώτριες τράπεζες θα έχουν λάβει το συνολικό ποσό των 15.000 € (300€ X 60 μήνες). Ειδικότερα, α) το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των (238,71 X 60) 14.322,6€ και β) η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ το ποσό των (11,29 X 60) 677,4€ για το δάνειο το οποίο οφείλει ο αιτών ως πρωτοφειλέτης και μηδενικές καταβολές για τα στεγαστικά δάνεια τα οποία εξυπηρετούνται κανονικά από τους συνοφειλέτες αδελφούς του, γεγονός που ουδόλως ανέτρεψε αποδεικτικά η εκκαλούσα της υπό στοιχ.

Γ' έφεσης (σ.σ. Ε. Τ. Α..Ε..). Η ικανοποίηση των υπολοίπων απαιτήσεων των πιστωτών, θα γίνει με περαιτέρω καταβολές προς διάσωση της πρώτης κατοικίας του αιτούντος που σύμφωνα με το νόμο μπορεί να ανέλθει μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας του ανωτέρω ακινήτου του μετά των ... και παραρτημάτων του, δηλαδή εν προκειμένω μέχρι του ποσού των 64.975,2€ (81.219€ X 80%) και η περίοδος τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης αυτού να οριστεί σε 20 έτη (240 μήνες), αφού ληφθούν υπόψη η ηλικία του αιτούντος, η συμφωνηθείσα διάρκεια αποπληρωμής των δανείων, το σύνολο των χρεών του, η τωρινή οικονομική του κατάσταση και η προοπτική άμεσης βελτίωσης αυτής.

Το ποσό που θα καταβάλλει ο αιτών στα πλαίσια αυτού του σκέλους της ρύθμισης, θα ανέρχεται σε 271€ μηνιαίως (64.975,2 : 240 μήνες), οι δε μηνιαίες δόσεις θα αρχίσουν να καταβάλλονται εντός του πρώτου τριημέρου του επόμενου αμέσως μετά τη λήξη της ως άνω περιόδου των 5 ετών από τη δημοσίευση της αποφάσεως μήνα, καθόσον κρίνεται ότι στον αιτούντα πρέπει να παρασχεθεί και περίοδος χάριτος 5 ετών, απορριπτομένου του οικείου λόγου έφεσής του ως αβάσιμου.

Οι οφειλές που θα εξοφληθούν με τον τρόπο αυτό λογίζονται τοκοφόρες σύμφωνα με το νόμο, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά τον χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και χωρίς ανατοκισμό.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει, αφού απορριφθούν οι υπό στοιχ. Β' και Γ' εφέσεις (σ.σ. του ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ και της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ) στο σύνολό τους και οι πρόσθετοι λόγοι της υπό στοιχ. Β' έφεσης, η υπό στοιχ. Α' έφεση (σ.σ. του Σ. Τ.) να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά παραδοχή των ως άνω σχετικών λόγων της ως βάσιμων και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, στο σύνολό της (...).

Στη συνέχεια, αφού διακρατηθεί και εκδικασθεί από το Δικαστήριο αυτό η υπόθεση (άρθρα 535 παρ.1 και 741 ΚΠολΔ), πρέπει η ένδικη αίτηση να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατά την ουσιαστική της πλευρά και να ρυθμιστεί το χρέος του αιτούντος σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν και κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (...)".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων, Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" με τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους και ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.., δέχθηκε την έφεση του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου (σ.σ.

Σ. Τ.), εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 74/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων και δικάζοντας επί της ουσίας την από 23-11-2012 και με αριθ. έκθεσης κατάθεσης 276/2012 αίτηση, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος και εξαίρεσε της εκποίησης τις διηρημένες οριζόντιες ιδιοκτησίες της αποκλειστικής κυριότητάς του και της συγκυριότητάς του, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφερόμενα.

Επί των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης πρέπει να αναφερθούν τα εξής:

Α) Επί της από 28-4-2020 αίτησης αναίρεσης (του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.Κ.Δ.) ".

Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, καθόσον το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, χωρίς αιτιολογίες, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον ισχυρισμό του αιτούντος (ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου) ότι περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, απορρίπτοντας τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του, ότι αυτός (αιτών) δεν είχε περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, τον οποίο, ως εκκαλούν, παραδεκτά επανέφερε με τον πρόσθετο λόγο έφεσης (άρθρο 764 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως εκτίθενται, με πληρότητα και σαφήνεια α) το χρονικό σημείο συνομολόγησης των δανείων του αιτούντος με το Τ.Π.Κ.Δ., αλλά και με την έτερη πιστώτρια δεύτερη αναιρεσίβλητη («Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε..), β) τα εισοδήματα του αιτούντος κατά το έτος ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, γ) ποια ήταν τα ακριβή μηνιαία ή ετήσια εισοδήματά του διαχρονικά και πότε άρχισε η καταβολή σε αυτόν του επιδόματος του δημοτικού συμβούλου και πότε έπαυσε (αν έπαυσε) η καταβολή αυτού και δ) ποιο είναι το ύψος του κόστους διαβίωσης του αιτούντος, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ώστε το δικαστήριο συγκρίνοντας την μηνιαία δόση που θα έπρεπε να καταβάλλει ο αιτών στους πιστωτές του με τα εισοδήματα του και το ποσό των βιοτικών του αναγκών να καταλήξει με πλήρη αιτιολογία στο συμπέρασμα κατά πόσο τα εισοδήματα αυτά ήταν ή όχι επαρκή για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων και ότι, συνεπεία των προαναφερόμενων ελλείψεων δεν προσδιορίζεται από το Δικαστήριο με πλήρη αιτιολογία εάν τα εισοδήματα του αιτούντος ήταν επαρκή ή όχι για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων του.

Από το προεκτεθέν και αυτολεξεί παρατεθέν (κατά το μέρος που αφορά στον παρόντα αναιρετικό λόγο) περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, με τις ανωτέρω παραδοχές του υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι, ενώ προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ύψος των μηνιαίων εισοδημάτων αυτού, ωστόσο δεν προσδιορίζεται το ύψος των βιοτικών αναγκών του, αλλά αορίστως αναγράφεται επί λέξει ότι "...το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που συνυπολόγισε στον προσδιορισμό των εισοδημάτων του αιτούντος και αναφέρθηκε αορίστως στη δυνατότητα οικονομικής συνδρομής των γονέων του αιτούντος στον τελευταίο ως προαναφέρθηκε, προσδιορίζοντας το ποσό των 500 ευρώ ως μηνιαία καταβολή του αιτούντος προς τις πιστώτριες του, έσφαλε και πλημμελώς αξιολόγησε το αποδεικτικό υλικό, ενώ προέβη και σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και μη ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, μετακυλίοντας συνακόλουθα τα ατομικά χρέη του αιτούντος εμμέσως στους οικείους του και μη λαμβάνοντας υπόψη τις βασικές βιοτικές ανάγκες του ίδιου με βάση τις συνθήκες ζωής και την ηλικία του, στις οποίες περιλαμβάνονται τα στοιχειώδη έξοδα για τροφή, ένδυση, ηλεκτροφωτισμό και ύδρευση, προσδιορίζοντας τις μηνιαίες καταβολές του προς τους πιστωτές του στο ποσό των 500 ευρώ επί πέντε έτη, ποσό που δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά οικονομικά δεδομένα της προκείμενης υπόθεσης και τους συσχετισμούς των οικονομικών δυνάμεων του αιτούντος και των απαιτούμενων εξόδων για τη διασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσής του...".

Έτσι που έκρινε το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμής των χρεών του πρώτου αναιρεσίβλητου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των βιοτικών αναγκών του αιτούντος, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή του, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (βλ.

και ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν ο αναιρεσίβλητος - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά του δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη.

Δηλαδή, ενώ το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχεται ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του πρώτου αναιρεσίβλητου, ανέρχονταν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της αποφάσεως, στο ποσό των 1.170 ευρώ και ότι δεν επαρκούσαν για την κάλυψη, αφενός μεν, των βιοτικών αναγκών του, αφετέρου δε, των χρηματικών οφειλών του, που ανέρχονταν, επίσης κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της αποφάσεως, στο ποσό των 223.181,3 ευρώ, δεν προσδιορίζει το ύψος των βιοτικών αναγκών αυτού, με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η κρίση του δικαστηρίου για το ότι ο αιτών έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του.

Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της ανωτέρω υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Οι λοιπές επικαλούμενες "ελλείψεις" της προσβαλλόμενης αποφάσεως (που συνίστανται στο ότι δεν αναφέρεται σ`αυτή συγκεκριμένα: α) το χρονικό σημείο συνομολόγησης των δανείων β) τα εισοδήματα του αιτούντος κατά το έτος ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων και γ) τα ετήσια εισοδήματά του διαχρονικά και πότε άρχισε η καταβολή σε αυτόν του επιδόματος του δημοτικού συμβούλου και πότε έπαυσε (αν έπαυσε) η καταβολή αυτού), δεν αποτελούν προαπαιτούμενα της δικαστικής διάγνωσης ως προς την εφαρμογή ή όχι της υπαγωγής του οφειλέτη στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 (άρθρο 1 του νόμου) και, άρα, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στην απόφαση (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 64/2017).

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει η από 28-4-2020 αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ. δεν υποχρεούται στην καταβολή παραβόλου, κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1784/2023, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 930/2021, ΑΠ 1150/2019). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.

β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ.

ΑΠ 4/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 658/2022, ΑΠ 448/2022).

Β) Επί της από 31-7-2020 αίτησης αναίρεσης (της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε..).

Με βάση τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, καίτοι δέχθηκε ότι α) οι απαιτήσεις που έχουν ενταχθεί στην αίτηση του αιτούντος, ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, τόσο προς τους ανέγγυους όσο και προς τους ενέγγυους πιστωτές, λογίζονται με την κοινοποίηση της αίτησης για τη ρύθμιση των οφειλών του κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010 ληξιπρόθεσμες, αντιμετωπίζονται ως τέτοιες για τις ανάγκες της δικαστικής ρύθμισης και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, β) ότι ο αιτών, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, έχει λάβει από την ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Ε.

Τ. Τ. Ε. Α..Ε.., δύο (2) στεγαστικά δάνεια και ένα (1) καταναλωτικό, από τα οποία όφειλε έως την κοινοποίηση της αίτησης, το συνολικό ποσό των 124.841,3 ευρώ, εκ των οποίων οι απαιτήσεις από τα στεγαστικά δάνεια, συνολικού ποσού 120.191,40 ευρώ είναι εξασφαλισμένες με 1η και 2η προσημείωση υποθήκης στο οικόπεδο επί του οποίου είναι κτισμένη η κύρια κατοικία του, εν τούτοις δεν συμπεριέλαβε τις απαιτήσεις αυτής (αναιρεσείουσας) από τα δύο στεγαστικά δάνεια στο σύνολο των προς ρύθμιση χρεών του αιτούντος, με την αιτιολογία ότι εκείνα εξυπηρετούνται από τους συνοφειλέτες αδελφούς του, παρά το ότι, η προβλεπόμενη από το Ν. 3869/2010 ρύθμιση έχει αυστηρά προσωποπαγή χαρακτήρα, ενώ, ακολούθως, εξαίρεσε από τις καταβολές των δόσεων (άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010) την ικανοποίηση των συγκεκριμένων απαιτήσεών της από τα δύο στεγαστικά δάνεια, χωρίς να τις συμπεριλάβει σ' εκείνες που πρέπει να ικανοποιηθούν συμμέτρως στο πλαίσιο των μηνιαίων καταβολών, ορίζοντας, με την ίδια αιτιολογία, της εξυπηρέτησης των στεγαστικών δανείων από τους αδελφούς του, μηδενικές καταβολές γι' αυτές.

Επιπλέον, αν και οι ως άνω απαιτήσεις, εμπραγμάτως εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης 1ης και 2ης τάξης επί του Α2 διαμερίσματός του-κύριας κατοικίας, ικανοποιούνται κατά νόμο προνομιακά, δεν τις συμπεριέλαβε κατά τη ρύθμιση της ικανοποίησης των απαιτήσεων των πιστωτών για την εξαίρεση από την ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας του (άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 3869/2020).

Μετά ταύτα, δεχόμενο ότι ορθώς έκρινε ομοίως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων) με την εκκαλούμενη απόφαση (74/2014), απέρριψε την από 23-6-2014 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.., επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση. Έτσι που έκρινε το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3,8 παρ. 2, 9 παρ. 2, 12 του Ν. 3869/2010, όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Προσέτι, διέλαβε, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της ρύθμισης των χρεών του αιτούντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, προς την ήδη αναιρεσείουσα «Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.., που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, μολονότι ορθώς δέχεται ότι στις υπαγόμενες προς ρύθμιση οφειλές υπάγονται ακόμη και οι μη ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, που έχουν ενταχθεί στην αίτηση του οφειλέτη,οι οποίες, κατ' άρθρο 6 παρ. 3 εδ. γ'του Ν. 3869/2010, λογίζονται- αντιμετωπίζονται ως τέτοιες για τις ανάγκες της δικαστικής ρύθμισης, ακολούθως δε, δέχεται ότι ο αιτών- αναιρεσίβλητος οφείλει στην ήδη αναιρεσείουσα "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", το συνολικό ποσό των 124.841,30 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 120.191,40 ευρώ αφορά χρέη από δύο στεγαστικά δάνεια, εμπραγμάτως ασφαλιζόμενα με αντίστοιχες προσημειώσεις υποθήκης 1ης και 2ης τάξης, εν συνεχεία εξαιρεί τις ως άνω απαιτήσεις, τόσο από τη σύμμετρη ικανοποίησή τους, δια των ορισθεισών μηνιαίων καταβολών, κατ'άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2020, ορίζοντας μηδενικές καταβολές για τα δύο στεγαστικά δάνεια, όσο και από την προνομιακή ικανοποίησή τους, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, έναντι του άλλου πιστωτή του αιτούντος, ήτοι του Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.Κ.Δ.)", η απαίτηση του οποίου ασφαλίζεται εμπραγμάτως με προσημείωση υποθήκης 3ης τάξης, μη συμπεριλαμβάνοντας τις απαιτήσεις αυτές στις ορισθείσες μηνιαίες καταβολές συνολικού ποσού 64.975,20 ευρώ για την εξαίρεση από την εκποίηση της πρώτης κατοικίας του αιτούντος.

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Ενόψει δε του ότι η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω, δεκτών γενομένων, αναιρετικών λόγων, οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Ε.

Τ. Τ. Ε. Α..Ε.., παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, λόγος που επίσης αποβλέπει στην αποδοχή της αναίρεσης. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.. για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.

β' του Ν. 3869/ 2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ.

ΑΠ 4/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 658/2022, ΑΠ 448/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ: Α) Την από 28-4-2020 (με αριθμ. έκθ. κατάθ. 73/10-6-2020) αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.Κ.Δ.)" και Β) Την από 31-7-2020 (με αριθμ. έκθ. κατάθ. 140/31-7-2020) αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.. κατά της υπ' αριθμ. 130/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο.

ΔΕΧΕΤΑΙ τις ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως.

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 130/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά τα όσα αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ανωτέρω, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα της υπό στοιχεία Β' αίτησης αναίρεσης του παραβόλου που κατέθεσε.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία

καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου

ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ