Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for citing substantive law errors instead of procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of First Instance's final judgment. The appellant argued that the lower court erred in applying substantive labor law regarding severance pay, claiming the decision was legally flawed. The court rejected this, ruling that the appeal was inadmissible because the cited errors concerned substantive law rather than procedural violations like contradictory rulings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 14 and 17 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant cites substantive law errors instead of procedural defects, and a contradiction ground requires inconsistency in the operative part of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1066 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1066/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη) Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου -Μπουλταδάκη, Ελένη Κατσούλη και Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11η Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ELDIM ανώνυμος βιομηχανική εμπορική τεχνική-ναυτιλιακή-τουριστική-οικοδομική και παροχής υπηρεσιών εταιρεία ΑΝΤ. Τ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Δάφνη Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ελευθέριου Σεραφείμ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Θ. Σ. του Δ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Μυλωνά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1442/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4205/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-9-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της καθώς και την ανάκληση της 33/2021 απόφασης του τμήματος Αναστολών (σε Συμβούλιο) του Αρείου Πάγου, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
Για το αίτημα της ανάκλησης της αναστολής που χορηγήθηκε με την 33/2021 απόφαση του τμήματος Αναστολών (σε Συμβούλιο) του Αρείου Πάγου, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, δεν συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε, με τη συμμετοχή και της Γραμματέως, αποφάσισε σύμφωνα με το άρθρο 575 ΚΠολΔ και δημοσίευσε αμέσως δημοσίως με την Πρόεδρό του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με το παρόν. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε το αίτημα για ανάκληση της ως άνω 33/2021 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο).
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16-9-2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των ισχυόντων άρθρων 614 παρ.3, 621, 591, 421, 422 ΚΠολΔ, υπ' αριθμ. 4205/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 2-9-2016 αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι την 12-10-2005 προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του αντί μηνιαίου μισθού, ως παρκαδόρος αυτοκινήτων, στην επιχείρηση εκμετάλλευσης χώρων στάθμευσης, που διαθέτει αυτή, στη Δάφνη Αττικής.
Ότι η σύμβαση εργασίας του λύθηκε, την 8.4.2010, με καταγγελία της εναγομένης, λόγω προηγούμενης υποβολής από μέρους της μηνύσεως, σε βάρος του, για αξιόποινη πράξη (υπεξαίρεση), κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, χωρίς να του καταβληθεί η αποζημίωση απόλυσης. Ότι με την υπ’ αριθμ. 77372/2015 απόφαση του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που έκρινε επί της ουσίας, κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της υπεξαίρεσης και την 3-6-2016, επέδωσε νομίμως στην εναγομένη την ανωτέρω απόφαση, με ταυτόχρονη δήλωση να του καταβάλει άμεσα τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, πλην όμως, η τελευταία κατέστη υπερήμερη περί την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης καταγγελίας.
Με βάση το ιστορικό αυτό, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτά περιορίστηκε, ζήτησε (α).. κυρίως, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας από τον μήνα Ιούνιο μέχρι τον Δεκέμβριο 2016, το ποσό των 7.472,64 ευρώ και από τον Ιανουάριο μέχρι τον Σεπτέμβριο 2017, το ποσό των 11.208.96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, άλλως, δικονομικό, όπως διακρίνει και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει για την ίδια αιτία για μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα άδειας για το χρονικό διάστημα από την 9-4-2010 μέχρι το μήνα Μάιο του έτους 2016, το συνολικό ποσό των 106.903,36 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, όπως διακρίνει, (β)..
άλλως, επικουρικά, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η εναγόμενη κατέστη υπερήμερη από τη νόμιμη επίδοση της αθωωτικής απόφασης, να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία υποχρεούται να του καταβάλει τα επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα άδειας από την 4.6.2016 (επομένη από την επίδοση, ως άνω, της 77372/2015 αθωωτικής οριστικής απόφασης του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) μέχρι το Σεπτέμβριο 2017 το συνολικό ποσό των 26.103,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, όπως διακρίνει, (γ) άλλως, επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι καταγγελία της εργασιακής του σχέσης είναι έγκυρη, να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 3.736,32 ευρώ.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1442/2019 απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή στην ουσία και, α) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 17.514 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, όπως διακρίνεται και β) αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.606,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, όπως διακρίνεται, για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας, ετών 2016, 2017.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη με την από 10-9-2019 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4205/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, τυπικά και στην ουσία και αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη υπ' αριθμ. 1442/2019 απόφαση και κρατήθηκε και δικάστηκε η από 2-9-2016 αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και, α) υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 15.183,94 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, όπως διακρίνεται και β) αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.606,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, όπως διακρίνεται.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στην εναγομένη - αναιρεσείουσα, την 4-8-2020 (βλεπ. σχετ. σημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Ι. Σ. στο επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως) και η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στο Γραμματέα του εκδώσαντος αυτή δικαστηρίου, την 25-9-2020, δηλαδή εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 495 ΠολΔ).
Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων αναιρέσεως (άρθρο 577 παράγραφοι 1 και 3 ΚΠολΔ).
(I).- Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή, αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.
Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1, 118 αριθμός 4, 119 και 120 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, ως αόριστος και η αοριστία του δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ. ΑΠ 27/1998, 32/1996). Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο έγγραφο της αναίρεσης, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015).
Στους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές, κατά τη σύνταξη της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, εξ αιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά. Για τη διόρθωση τέτοιων σφαλμάτων προβλέπουν, ειδικώς, τα άρθρα 315, 317 επ. ΚΠολΔ (ΑΠ 1336/1991).
(II).- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλ.
κανόνας, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Εκδηλώνεται δε, η παραβίαση είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Ελέγχεται δηλ. και αν η αγωγή ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή αν έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε κατ' ουσία (Ολ. ΑΠ 3/2020, 4/2014). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α του ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 28/1998, ΑΠ 1410/2017).
Στην περίπτωση της κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης από το δραστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο προαναφερόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται (i).- η συγκεκριμένη παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου, (ii).- η αποδιδόμενη πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα, βάσει αυτής, έννομη συνέπεια, (iii).- οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου, ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή της ενστάσεως και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Τα πραγματικά περιστατικά πρέπει να αναφέρονται, με πληρότητα δηλ.
στο σύνολο τους και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά (ΑΠ ολ. 27/1998, ΑΠ ολ. 32/1996, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 316/2017).
(III).- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο, με βάση απόφαση, που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει, μόνο, την "παράβαση νόμου", δηλ. την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων για το δεδικασμένο. Πρόκειται, έτσι, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 ΚΠολΔ (ΑΠ ολ. 7/2013, ΑΠ ολ. 19/2005, ΑΠ 266/2020). Για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, με σαφήνεια, το αντικείμενο της δίκης, που προηγήθηκε, τα ζητήματα, που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου επί της μεταγενέστερης δίκης με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι περί δεδικασμένου διατάξεις, ήτοι αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 266/2020, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 929/2014, ΑΠ 1324/2013, ΑΠ 945/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ισχυρίζεται ότι "η προσβαλλόμενη 4205/2020 απόφαση είναι αναιρετέα για το λόγο ότι (α).- εσφαλμένα αναφέρεται στην δεύτερη σελίδα των προκαταρκτικών στοιχείων της ότι 'την από 10.9.2019 έφεση άσκησε ο ενάγων Θ. Σ. ' και (β).- εσφαλμένα αναφέρεται, στο αιτιολογικό μέρος της, 'η υπό κρίση έφεση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος κατά της υπ' αριθμ. 1442/2019 αποφάσεως', ενώ το ορθόν είναι ότι την έφεση άσκησε η ίδια (εναγομένη - αναιρεσείουσα) και όχι ο ενάγων".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (Ι) νομική σκέψη, τέτοια πλημμέλεια (γραφικό λάθος) της 4205/2020 αποφάσεως ιδρύει λόγο διορθώσεώς της και δεν ιδρύει οποιονδήποτε αναιρετικό λόγο από όσους αναφέρονται (περιοριστικώς) στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.
α του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Προς θεμελίωση του ανωτέρω λόγου, η αναιρεσείουσα στο έγγραφο της αναιρέσεως παραθέτει το κείμενο της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α του ΚΠολΔ, ολόκληρη τη νομική σκέψη, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση για την έρευνα της αγωγής, κατά νόμο και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, στη συνέχεια, επικαλείται ευθεία παραβίαση των άρθρων 1, 3 παρ.1, 5 παρ.1 ν. 2112/1920, 5 παρ. 3, 7 παρ. 1 ν. 3198/1955 και 6 παρ. 2 του β.δ.
της 16/18.7.1920, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει μερικώς δεκτή στην ουσία. Ωστόσο, στο έγγραφο της αναιρέσεως δεν εκτίθενται καθόλου οι πραγματικές παραδοχές του εφετείου στην 4205/2020 απόφαση, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του (εφετείου) ως προς τη βασιμότητα (εν μέρει) της αγωγής, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που η αναιρεσείουσα επικαλείται.
Επομένως, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στις υπό στοιχεία (Ι) και (II) νομικές σκέψεις, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος.
Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 1 εδ. α, 8 και 17 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο, με την 4205/2020 απόφαση, "εσφαλμένα δέχθηκε ότι το προς συμψηφισμό ποσό των 7.000 ευρώ ανερχόταν στο ύψος των 4.665 ευρώ, αφού το προς συμψηφισμό ποσό αποδείχθηκε από έγγραφα στοιχεία (αποδείξεις) ότι ανερχόταν, πράγματι, στο ύψος των 7.000 ευρώ, που η αναιρεσείουσα είχε καταβάλει στον αναιρεσίβλητο".
Κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (Ι) νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι υπό την ως άνω διατύπωση, πλήττει την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ είναι άσχετος προς τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1 εδ. α, 8 και 17 ΚΠολΔ, που η αναιρεσείουσα επικαλείται.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι δηλ. παραβίασε το δεδικασμένο, που παρήχθη από την υπ' αριθμ. 1188/2017 προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων, για την ίδια αιτία και έκρινε πως η από 8.4.2010 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου, γενομένη, συνεπεία προηγούμενης υποβολής από μέρους της (αναιρεσείουσας) μηνύσεως, σε βάρος του αναιρεσίβλητου, για αξιόποινη πράξη (υπεξαίρεση), κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, ήταν νόμιμη και, έτσι, απορρίφθηκε η από 1-4-2015 έφεση του τελευταίου κατά της υπ' αριθμ. 1791/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 5-7-2010 προγενέστερη αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε, κυρίως (α) την αναγνώριση της ακυρότητας της ίδιας από 8-4-2010 καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης, αλλά και λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και (β) την αναγνώριση της υποχρέωσης της τελευταίας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο μισθούς υπερημερίας από την ημέρα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας μέχρι την αποδοχή εκ μέρους της αναιρεσείουσας της εργασίας του στην επιχείρησή της, Τον ισχυρισμό περί του ως άνω δεδικασμένου δε, η ίδια (αναιρεσείουσα) είχε προτείνει, νομίμως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο ρητώς τον απέρριψε.
Για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου η αναιρεσείουσα αναφέρει μεν, στο αναιρετήριο, το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, παραθέτοντας τις ουσιαστικές παραδοχές της υπ' αριθμ. 1187/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, από την οποία παρήχθη το επικαλούμενο δεδικασμένο. Πλην όμως, η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω υπό στοιχείο (ΙΙΙ) νομική σκέψη, το αντικείμενο της μεταγενέστερης (παρούσας) δίκης, δηλαδή τις σχετικές παραδοχές της 4205/2020 απόφασης (εκτίθεται, μόνο, ως άνω ολόκληρη η νομική σκέψη αυτής για την έρευνα της αγωγής, κατά νόμο και το διατακτικό της) με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν τις πλημμέλειές της, επίσης, δεν εκθέτει το ζήτημα, που κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της προγενέστερης δίκης και δεν εξειδικεύει τις πλημμέλειες της 4205/2020 αποφάσεως ως προς την ρητή απόρριψη του ισχυρισμού της περί δεδικασμένου, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν με ψευδή ερμηνεία ή με εσφαλμένη υπαγωγή παραβιάσθηκαν, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο.
Επομένως ο δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος.
(IV) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 6/2019, 8/2018, 1/1999, ΑΠ 109/2020).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 728/2017). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά το νόμο, για τη στήριξη της αγωγής, περιστατικά.
Για να είναι ορισμένος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να αναφέρεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός και τα θεμελιούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, επίσης, να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΑΠ Ολ. 20/2005, ΑΠ 38/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, ειδικότερα ότι υπάρχει εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, εφ' όσον το εφετείο στην 4205/2020 απόφαση "ουδεμία αιτιολογία" διέλαβε. Αυτός ο λόγος, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη υπό στοιχείο (IV) νομική σκέψη είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται καθόλου οι ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου στην 4205/2020 απόφαση, σε σχέση με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που η αναιρεσείουσα επικαλείται.
Επίσης, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ και την αιτίαση ότι η 4205/2020 απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλ. υπάρχει εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 1, 3 παρ. 1, 5 παρ. 1 ν. 2112/1920, 5 παρ. 3, 7 παρ. 1 ν. 3198/1955 και 6 παρ. 2 του β.δ. της 16/187.1920, αφού το εφετείο στην 4205/2020 απόφασή του διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Εν όψει των όσων εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο (IV) νομική σκέψη και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται καθόλου οι ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου στην 4205/2020 απόφαση, σχετικές με τις προηγούμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που η αναιρεσείουσα επικαλείται.
(V).- Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη, που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και ως τέτοια νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Τέτοια "αίτηση" νοείται και η νομίμως ασκηθείσα έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της έφεσης, η μη λήψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ Ολ. 25/2003, ΑΠ 962//2020, ΑΠ 62/2019, ΑΠ 2061/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστο τον πρώτο λόγο της από 10.9.2019 έφεσής της, με τον οποίο παραπονέθηκε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 1442/2019 απόφασή του, έσφαλε που δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της, ότι ο ενάγων με την αγωγή του ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 8.4.2010 καταγγελίας, ήδη όμως η καταγγελία αυτή είχε κριθεί τελεσίδικα, ως έγκυρη, με την προγενέστερη υπ' αριθμ. 1188/2017 απόφαση, που είχε ισχύ δεδικασμένου και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να συντρέξουν ούτε μισθοί υπερημερίας, ούτε ποσό αποζημίωσης".
Επίσης, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη και πάλι τη διάταξη του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστο τον πέμπτο λόγο της από 10.9.2019 έφεσής της, με τον οποίο είχε παραπονεθεί ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1442/2019 απόφαση, έσφαλε που δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή εξαιτίας του μη νομίμου περιορισμού του αιτήματος αυτής, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, πλην του ποσού της καθύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, για το οποίο δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου".
Οι λόγοι αυτοί (πέμπτος και έκτος) είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι επικαλούμενες ως άνω πλημμέλειες δεν μπορούν να θεμελιώσουν τον λόγο αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, αφού οι λόγοι έφεσης δεν αποτελούν "αίτηση", κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (V) νομική σκέψη.
(VI).- Κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνο, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, ήτοι διατάξεων, που ανάγονται στην διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων.
Πλέον συγκεκριμένα, ο λόγος αυτός αναφέρεται, μόνο, σε απαράδεκτο, που απορρέει από αθέτηση δικονομικής διατάξεως, δηλ. δικονομικής ενέργειας, η οποία στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της, ενώ, αν πρόκειται για ακυρότητα του ουσιαστικού δικαίου και γενικότερα για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ.
α ΚΠολΔ (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 450/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, προβάλλει την αιτίαση ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι: "Η διάταξη του άρθρου 5 παράγραφοι 1 και 2 ν. 2112/1920 θέτει, ως όρο, το στοιχείο της αβασιμότητας της μήνυσης στο ουσιαστικό μέρος αυτής, που τούτο δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει από το πόρισμα της ποινικής δίκης".
Έτσι, το εφετείο "έσφαλε, που δέχθηκε τα ακριβώς αντίθετα, αφού παραβίασε το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ περί μη έκπτωσης του αναιρεσίβλητου να ζητεί μισθούς υπερημερίας και όταν ήδη είχε εισπράξει την αποζημίωση απόλυσης, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του". Ο λόγος αυτός, κατά το τρίτο μέρος του, είναι απαράδεκτος διότι όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη υπό στοιχείο (VI) νομική σκέψη, δεν αναφέρεται σε απαράδεκτο, που απορρέει από αθέτηση δικονομικής διατάξεως.
Αντίθετα, η αναιρεσείουσα επικαλείται, ως άνω, "ακυρότητα" από τη διάταξη του άρθρου 5 παράγραφοι 1 και 2 ν. 2112/1920, που είναι ουσιαστικού δικαίου ώστε να μην ιδρύεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ.
(VII). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται, όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (ΑΠ 130/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 158/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το τέταρτο μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.17 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι "η νομική βάση της (4205/2020) αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι δεν καταβλήθηκε η αποζημίωση, δια των αναφερομένων καταβολών, είναι αντιφατική και εσφαλμένη διότι το νομικό θέμα ήταν -και είναι- αν ο αντίδικος εισέπραξε ή όχι ποσό που κάλυπτε το ποσό της αποζημίωσης και ότι η ίδια η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε τούτο, αφού συμψήφισε το ποσό, βέβαια εσφαλμένα, με τα ποσά υπερημερίας μετά την 3-6-2026, ενώ αυτό φερόταν ότι αποτελούσε συνέπεια της μη καταβολής του ποσού της αποζημίωσης".
Ο ως άνω λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, η επικαλούμενη αντίφαση εντοπίζεται στο αιτιολογικό και όχι στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη υπό στοιχείο (VII) νομική σκέψη διαλαμβάνονται, να μην ιδρύεται ο από την αμέσως πιο πάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176,183, 106, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-9-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4205/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο για τα δικαστικά του έξοδα, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22-6-2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30-8-2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ