Legislator Case Law & Legislation
1066/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on dangerous work allowance eligibility for private sector employees.

Case Number 1066/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 41 private sector employees against a first-instance judgment denying their claim for a dangerous work allowance. The employees argued they were entitled to the allowance under specific regulations, but the court found the lower court correctly applied the law by distinguishing their employment category from those eligible for the benefit. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 260, 230(2), 573(1), 568(4)(b) of the Code of Civil Procedure; Article 560(5) and (6) of the Code of Civil Procedure; Article 15(1) of Law 4024/2011; The Supreme Court held that an appeal based on the misapplication of a specific allowance regulation is inadmissible if the lower court correctly distinguished the appellant's employment category from those eligible for the benefit, and that an appeal alleging insufficient reasoning is inadmissible if the lower court's decision addresses the main basis of the claim.

Keywords

AI generated
dangerous work allowance private sector employment inadmissible appeal labor law regulation insufficient reasoning legal costs award employment category distinction

Cited Legislation

AI generated
Articles 260, 230(2), 573(1), 568(4)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 15(1) of Law 4024/2011
Common Decision 2/16519/0022/24.2.2012

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1066 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1066/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 11 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ... έως 41. , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασιλείο Νικολετάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής (ΔΑΦΝΙ)", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε, με την από 15/12/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 783/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4892/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/9/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 18.9.2018 [Γ.Α.Κ. 87589 / Ε.Α.Κ. 130 / 21.9.2018 - Πρωτοδικείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως των (41) συνολικά αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ. υπό την επωνυμία 'ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ', που νομίμως εκπροσωπείται φέρεται δε, νομίμως προς συζήτηση, με την από 3.6.2019 κλήση των αναιρεσειόντων, μετά από ματαίωση στη νόμιμη δικάσιμο της 28.5.2019 [άρθρα 260, 230 παρ.2, 573 παρ.1, 568 παρ.4 εδ. (β) ΚΠολΔ].

Προσβάλλεται η 4892/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 9.6.2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 13.9.2016 εφέσεως των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου. Εκκαλούμενη ήταν η 783/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 16.6.2015, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 15.12.2014 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσείοντων.

Η αγωγή αφορά χρηματικές απαιτήσεις των εναγόντων, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.5.2012 μέχρι 31.5.2015, από σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Με την 783/2015 πρωτόδικη οριστική απόφαση, η αγωγή, ως προς αμφότερες τις βάσεις της, κύρια [από τα άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. (β) Συντάγματος, σε συνδυασμό προς το άρθρο 15 παρ.1 ν. 4024/2011 και την οικ. 2/16519 / 0022 / 24.2.2012 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης - Εσωτερικών - Οικονομικών - Εθνικής Άμυνας - Παιδείας, δια Βίου Μάθησης και θρησκευμάτων - Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης - Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων] και επικουρική [από τον αδικαιολόγητο πλουτισμού, κατά τα άρθρα 904 επ.

ΑΚ], απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη. Με την 4892/2017 οριστική απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία, έτσι, επικυρώθηκε η 783/2015 πρωτόδικη απόφαση. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ.

ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015(ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015], ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015 και ήδη ισχύοντα άρθρα 614 παρ.3 και 621 ΚΠολΔ], Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 21.9.2018, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στη νόμιμη προθεσμία των δύο (2) ετών, από την 9.6.2017 [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1,144 παρ.1,145 παρ.1 ΚΠολΔ], δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 4892/2017 αποφάσεως, που προσβάλλεται ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.

Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των τριών (3) συνολικά λόγων της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ], (I).- Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ή στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.

Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους των άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ και δεν εισάγει ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Εννοιολογικώς, το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ ταυτίζεται με το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.

Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή, αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 426/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο, (1).- την αιτίαση ότι η αγωγή απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή / και (2).- την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αιτήσεως αναιρέσεως [άρθρα 118 παρ.4, 119, 495 παρ.1, 577 παρ.3, 566 παρ.1, 562 ΚΠολΔ], να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, ως προς την υπό στοιχείο (1) περίπτωση, η ιστορική βάση της αγωγής, που απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη και, ως προς την υπό στοιχείο (2) περίπτωση, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία, επίσης, να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 28/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Το άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ -το οποίο, εννοιολογικώς, ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ- ορίζει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, έτσι, προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας ενώ, δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα, ως μη νόμιμη (ΑΠ ολ. 3/1997 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Επίσης, όπως ορίζει το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ - το οποίο, εννοιολογικώς, ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ - ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως 'πράγματα' θεωρούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας, συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Οι λόγοι εφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως αποτελούν 'πράγματα', όταν έχουν αυτοτέλεια, δηλ. όταν αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών. 'Πράγματα', υπό την άνω έννοια, δεν είναι τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους, σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (ΑΠ ολ. 25/2003, ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 625/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

(II).- Το άρθρο 4 παρ.1 Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Η ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών έχει την έννοια ότι ο νομοθέτης -κοινός, δηλ. ο νομοθέτης, κατά την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας ή κανονιστικός, δηλ.

η κατ' εξουσιοδότηση θεσμοθετούσα Διοίκηση- δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.

Η ύπαρξη (συνδρομή) λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, εν όψει της εξουσίας των δικαστηρίων, κατά το άρθρο 93 παρ.4 Συντάγματος, να μην εφαρμόζουν νόμο με περιεχόμενο αντίθετο προς το Σύνταγμα (ΣτΕ 2252/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Το άρθρο 22 παρ.1 εδ. (β) Συντάγματος ορίζει ότι "όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας".

Η ίση αμοιβή για ίσης αξίας εργασία αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση του ως άνω νομικού κανόνος, ήτοι της αρχής της ισότητας και αναφέρεται μόνο σε εκείνους, που παρέχουν εξηρτημένη εργασία, με σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ ολ. 13/2003) ενώ, δεν αφορά όσους παρέχουν υπηρεσίες, με σχέση δημοσίου δικαίου. Την τελευταία περίπτωση, ήτοι των υπαλλήλων με σχέση δημοσίου δικαίου, καλύπτει το άρθρο 4 παρ.1 Συντάγματος, που απηχεί την κρατούσα στο κοινοτικό δίκαιο [άρθρο 164 της ιδρυτικής ΣυνΘΕΟΚ - κυρωτικός ν. 945/1979 (ΦΕΚ Α. 170 /27.7.1979)] γενική δικαιϊκή αρχή της ισόνομης ρυθμίσεως των ομοίων.

Η δικαιϊκή αυτή αρχή έχει άμεση εφαρμογή και στην ελληνική έννομη τάξη και, κατά το άρθρο 28 παρ.1 Συντάγματος, αυξημένη ισχύ (ΑΠ ολ. 3/1997 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Αν γίνει ειδική νομοθετική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση, κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, ενώ και για την κατηγορία αυτή συντρέχει ο ίδιος λόγος, που δικαιολογεί τη ρύθμιση, η διάκριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, τότε, πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και σε όσους έγινε η δυσμενής διάκριση διότι μόνο έτσι αίρεται η ανισότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών [άρθρα 1, 26, 73 επ., 87 επ. Συντάγματος] παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία (ΑΠ ολ. 9/2004, ΑΠ 957/2018, ΑΠ 702/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Εν τούτοις, ο κανών ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, κατά νομοθετική ρύθμιση, παροχής προς ορισμένη κατηγορία εργαζομένων, σε σχέση με εργαζόμενους, που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες (και) εν όψει του είδους της εργασίας τους ή των όρων απασχολήσεώς τους και απολαβών ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνεται, επιλεκτικά, με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή, χωρίς συσχετισμό προς το σύνολο των αποδοχών, στο οποίο η μισθολογική αυτή παροχή περιλαμβάνεται (ΑΠ 463/2016, ΑΠ 1227/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Το άρθρο 15 παρ.1 ν. 4024/2011 (ΦΕΚ Α. 226/27.10.2011), το οποίο άρχισε να ισχύει από 27.10.2011 [άρθρο 43 v. 4024/2011]), ορίζει ότι: "Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ, μηνιαίως. Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησής του καθορίζονται, με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου".

Ακολούθησε η οικ. 2/16519/0022/24.2.2012 (ΦΕΚ Β. 465 / 24.2.2012) Κοινή Απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης - Εσωτερικών - Οικονομικών - Εθνικής Άμυνας - Παιδείας, δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων - Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης - Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κ.Υ.Α.), η οποία άρχισε να ισχύει από 1.5.2012 [άρθρο 'μόνο' παρ. 6 τελευταίο εδάφιο της Κ.Υ.Α.] και καθορίζει, ανά κατηγορία, το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ - ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, ο.τ.α., βαθμών Α' και Β' και ν.π.δ.δ.

Το συγκεκριμένο επίδομα καθορίζεται στο ποσό των (150) ευρώ, μηνιαίως [άρθρο 'μόνο' παρ.1 εδ. (α) της Κ.Υ.Α.] για την Α' Κατηγορία, στην οποία "περιλαμβάνονται το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, οι απασχολούμενοι, αποκλειστικά, σε ακτινολογικούς θαλάμους και εμφανίσεις, οι οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων - διασώστες και οι συντηρητές πειραματόζωων των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ.

του Τομέα Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, τα οποία υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία, οι Θαλαμηπόλοι Ψυχιατρικών Νοσοκομείων και Κλινικών" [άρθρο 'μόνο' παρ. 2 εδ. (α) της Κ.Υ.Α.]. Ο μεταγενέστερος ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α. 176/16.12.2015) άρχισε να ισχύει από 16.12.2015 [άρθρο 46 ν. 4354/2015] και στο άρθρο 18 αυτού, το οποίο, ειδικώς, άρχισε να ισχύει από 1.1.2016 [άρθρο 35 ν. 4354/2015], ορίζεται ότι το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας του άρθρου 15 παρ.1 ν. 4024/2011 εξακολουθεί να καταβάλλεται στο ίδιο ύφος στους δικαιούχους, όπως έχουν καθορισθεί με τις υπουργικές αποφάσεις, που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 15 παρ.1 ν 4024/2011.

Η επίμαχη οικ. 2/16519/0022/24.2.2012 Κ.Υ.Α., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 15 παρ.1 4024/2011, εντός των ορίων της [άρθρο 43 παρ.2 Συντάγματος] και ίσχυσε, κατά τα παραπάνω, από την 1.5.2012, καταργήθηκε, την 16.12.2015 [άρθρο 34 ν. 4354/2015], οπότε άρχισε να ισχύει, ως άνω, ο ν.4354/2015 (ΣτΕ 2252/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην 4892/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως ερμήνευσε τις διατάξεις, που αναφέρονται στην υπό στοιχείο (II) μείζονα σκέψη της παρούσης και κατ' επέκταση τα άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. (β) Συντάγματος, διότι, κατά την ιστορική βάση της αγωγής, που αναφέρεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, το επίμαχο μηνιαίο επίδομα του άρθρου 15 παρ.1 ν. 4024/2011, σε συνδυασμό προς την οικ. 2 / 16519 / 0022 / 24.2.2012 Κ.Υ.Α. (Κατηγορία Α') που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 15 παρ.1 ν. 4024/2011, δικαιούνται και οι ίδιοι, με βάση τη συνταγματική αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη ίσης αξίας εργασία, ως ειδικότερη εκδήλωση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και ότι εσφαλμένα το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε, ως εφετείο (απέρριψε την αγωγή, κατά την κυρία βάση της, ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, με βάση τα άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. (β) Συντάγματος, το άρθρο 15 παρ.1 ν. 4024/2011 και την οικ. 2 / 16519 / 0022 / 24.2.2012 (Κατηγορία A') Κ.Υ.Α., εκδοθείσα κατά την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 15 παρ.1 ν. 4024/2011.

Κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (I) μείζονα σκέψη, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός (ορισμένος) και, περαιτέρω, από την με ημερομηνία 15.12.2014 ένδικη αγωγή και την 4892/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις οποίες ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως του βάσιμου αυτού του λόγου [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα εξής:

Στην αγωγή, οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) εξέθεταν ότι είναι απόφοιτοι ΑΤΕΙ Κοινωνικής Εργασίας και, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.5.2012 μέχρι 31.5.2015, απασχολήθηκαν στο εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) ν.π.δ.δ., σε ψυχιατρικές δομές του, ως υπάλληλοι - ΤΕ Κοινωνικοί Λειτουργοί, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ), αντί αμοιβής, που καθορίζεται, από 27.10.2011, σύμφωνα με το ν. 4024/2011 ότι δικαιούνται το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, Κατηγορία Α', της οικ. 2/16519/0022/24.2.2012 Κ.Υ.Α., εκδοθείσης κατά την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 15 παρ.1 ν. 4024/2011, με βάση τη συνταγματική αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη ίσης αξίας εργασία, ως ειδικότερη εκδήλωση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, "επειδή η εργασία τους παρέχεται σε χώρους άκρως ανθυγιεινούς και σίγουρα υπό τις ίδιες (ή έστω ουσιωδώς όμοιες) συνθήκες και υπό τους ίδιους επικίνδυνους όρους εργασίας, με αυτούς άλλων συναδέλφων τους (ήτοι, του προσωπικού νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, του προσωπικού απασχολούμενου, αποκλειστικώς, σε ακτινολογικούς θαλάμους και εμφανίσεις, των οδηγών και βοηθών ασθενοφόρων - διασωστών και των συντηρητών πειραματόζωων των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Ε.Κ.Α.Β., των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των ν.π.δ.δ του Τομέα Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, υπαγομένων στα Δημόσια Νοσοκομεία, των θαλαμηπόλων Ψυχιατρικών Νοσοκομείων και Κλινικών), οι οποίοι, ωστόσο, λαμβάνουν το επίδικο επίδομα" (σελίδες 5 και 8 της αγωγής).

Στη συνέχεια, ζήτησαν προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από αυτούς, για την αιτία αυτή, το συνολικό ποσό των 5.400 ευρώ, που αφορά το χρονικό διάστημα 1.5.2012 - 31.5.2015 [(7 μήνες 2012 + 12 μήνες 2014 + 5 μήνες 2015 =) 36 μήνες Χ 150 ευρώ, μηνιαίως].

Η 4892/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έκρινε την αγωγή, κατά την κυρία βάση της, μη νόμιμη "διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους, εν όψει του διαφορετικού είδους εργασίας τους, υπό διαφορετικούς όρους απασχόλησης και απολαβών, δεν μπορεί δε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει σύγκριση μεταξύ των ως άνω κατηγοριών μισθωτών, ως προς μόνη τη συγκεκριμένη παροχή, απομονούμενη από τα εκατέρωθεν σύνολα των αποδοχών τους" (φύλλο 3° - πίσω σελίδα της προσβαλλόμενης αποφάσεως).

Κατά τα εκτεθέντα στις μείζονες σκέψεις, με την κρίση αυτή, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 15 παρ.1 ν. 4024/2011, κατ" εξουσιοδότηση της οποίας εκδόθηκε η οικ. 2 / 16519 / 0022 / 24.2.2012 Κ.Υ.Α., αφού δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί στην ένδικη υπόθεση διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους, με διαφορετικούς όρους απασχολήσεως και απολαβών, σύμφωνα με το είδος της εργασίας τους, που είναι διαφορετικό ούτε μπορεί να γίνει σύγκριση των κατηγοριών αυτών εργαζομένων, με βάση μόνο τη συγκεκριμένη μισθολογική παροχή, δηλ. το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, χωρίς συσχετισμό προς το σύνολο των αποδοχών τους. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες παραθέτουν τα νομικά επιχειρήματά τους, που κατατείνουν στο να γίνει δεκτή η εκδοχή τους ότι ως προς το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.5.2012 μέχρι 31.5.2015, δικαιούνται το επίμαχο επίδομα της οικ. 2/16519/0022/24.2.2012 Κ.Υ.Α., εκδοθείσης κατά την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 15 παρ.1 ν. 4024/2011, συνολικού ποσού 5.400 ευρώ για τον καθένα. Τα νομικά αυτά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων δεν είναι 'πράγματα', κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ. Έτσι, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, όπως έγινε δεκτό στην υπό στοιχείο (I) μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 4892/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει ανεπαρκή αιτιολογία αναφέρεται δε η ανεπαρκής αιτιολογία, στη σκέψη της ως άνω 4892/2017 αποφάσεως, με την οποία η αγωγή, κατά την κυρία βάση της, κρίθηκε μη νόμιμη και απορριπτέα. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, όπως, επίσης, έγινε δεκτό στην υπό στοιχείο (Ι) μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται σε ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλ. σε κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως.

Κατ' ακολουθία τούτων, εφ' όσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση για αναίρεση της 4892/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο σύνολό της.

Οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, όχι μειωμένη, δεδομένου ότι η νομική του Υπηρεσία δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 1228/2009, ΑΠ 1382/2009) που ορίζεται στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2, 106 ΚΠολΔ, 480 ΑΚ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18.9.2018 αίτηση για αναίρεση της 4892/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο σύνολό της.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12 Οκτωβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ