Supreme Court annuls lower court ruling on public sector salary equality and dismisses plaintiffs' claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the first-instance judgment regarding a public sector salary dispute while retaining the case for further examination. Plaintiffs argued that specific public employees were denied equal pay under constitutional equality principles, but the lower court rejected this, citing administrative discretion in budgetary decisions. The Court agreed with the lower court's reasoning, finding no violation of equality principles and dismissing the original lawsuit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) of the Constitution; Article 14(2) of Law 3016/2002; Article 24(2) of Law 3205/2003: The denial of a specific salary supplement to certain public employees does not violate the principle of equality when the administration exercises discretionary budgetary powers to issue regulations based on financial conditions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1066 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1066/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Έντον Ταμπάκο, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Α. του Ν., 2)Ν. Α. του Μ., 3)Ι. Γ. του Γ., 4)Γ. Δ. του Β., 5)Χ. Θ. του Ν., 6)Π. Κ. του Ι., 7)Μ. Κ. του Π., 8)Σ. Κ. του Β., 9)Α. Κ. του Π., 10)Δ. Μ. του Χ., 11)Δ. Ν. του Κ., 12)Κ. Π. του Α., 13)Ν. Σ. του Δ., 14)Π. Τ. του Χ., 15)Δ. Τ. του Σ., 16)Σ. Φ. του Γ., 17)Χ. Χ. του Α., 18)Δ. Σ. του Π., 19)Δ. Μ. του Ι. και 20)Ε. Σ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/9/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας,
Εκδόθηκε η 1029/2014 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 6/6/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος της συζητήσεως διαδίκου, εξετάζει ο Άρειος Πάγος εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στην συζήτηση εν απουσία αυτού.
Εν προκειμένω, από τις υπ' αριθμούς .../9 Οκτωβρίου 2018, ...11 Οκτωβρίου 2018, .../15 Οκτωβρίου 2018, .../18 Οκτωβρίου 2018, .../22 Οκτωβρίου 2018, .../23 Οκτωβρίου 2018, .../29 Οκτωβρίου 2018 και .../31 Οκτωβρίου 2018 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Α. προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της υπό κρίση από 6ης Ιουνίου 2018 αιτήσεως αναιρέσεως μετά της πράξεως της Προέδρου του Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης έχουν νομίμως και εμπροθέσμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 122 επ., 498, 499 και 568 ΚΠολΔ επιδοθεί επιμελεία του αναιρεσείοντος στους αναιρεσιβλήτους, καλουμένους να παραστούν κατά την συζήτηση της υποθέσεως.
Κατά την εν λόγω δικάσιμο δεν παρέστησαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε είχε κατατεθεί κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, συνεπώς η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να χωρήσει εν απουσία αυτών. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 παρ. 1 περ.
β' ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναίρεση επιτρέπεται κατά των μη υποκειμένων σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση οριστικών αποφάσεων των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων και των εφετείων, οι οποίες περατώνουν την όλη δίκη ή μόνον την δίκη επί της αγωγής ή μόνον επί της ανταγωγής. Χρόνος, κατά τον οποίον πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση να μην υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είναι ο χρόνος καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στην γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου.
Συνεπώς, προσβλητή δι' αιτήσεως αναιρέσεως είναι και η ερήμην εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εάν παρέλθει η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως, χωρίς να ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, ή εάν χωρήσει παραίτηση από την ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση ή από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας ή εφέσεως.
Η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου, το οποίο δεν έχει εισέτι ασκηθεί, ταυτιζομένη με την αποδοχή της αποφάσεως, δύναται να γίνει και σιωπηρώς, χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, ο οποίος αφορά αποκλειστικώς την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, εάν ο ερήμην δικασθείς διάδικος διαμένει στην ημεδαπή και είναι γνωστής διαμονής, είναι δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως, ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 518 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριάντα ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως, η οποία περατώνει την δίκη, εάν ο εκκαλών διαμένει στην ημεδαπή και είναι γνωστής διαμονής, εάν δε δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της εφέσεως, ως προς αποφάσεις έχουσες δημοσιευθεί μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2015, είναι τριών ετών (καταχρηστική προθεσμία), αρχομένη από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, η οποία περατώνει την δίκη.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η ερήμην εκδοθείσα οριστική πρωτόδικη απόφαση, εάν δεν επιδοθεί, καθίσταται ανέκκλητη με την συμπλήρωση της καταχρηστικής προθεσμίας, όχι όμως και τελεσίδικη, αφού υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 58 παρ. 1 περ. α' και 72 παρ. 1 περ.
ιγ' και 2 εδ. α' Ν. 3852/2010, όπως η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 περ. ιγ' έχει αντικατασταθεί δια της διατάξεως του άρθρου 54 παρ. 1 Ν. 4447/2016, αντιστοίχως, "Ο δήμος διοικείται από το δημοτικό συμβούλιο, την οικονομική επιτροπή, την επιτροπή ποιότητας ζωής, την εκτελεστική επιτροπή και τον δήμαρχο", "Ο δήμαρχος προασπίζει τα τοπικά συμφέροντα, κατευθύνει τις δράσεις του δήμου για την υλοποίηση του σχεδίου ανάπτυξης, διασφαλίζει την ενότητα της τοπικής κοινωνίας και ασκεί τα καθήκοντά του με γνώμονα τις αρχές της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας.
Ειδικότερα, ο δήμαρχος: α') Εκπροσωπεί το δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή", "Η οικονομική επιτροπή είναι όργανο παρακολούθησης και ελέγχου της οικονομικής λειτουργίας του δήμου. Ειδικότερα έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:...ιγ') αποφασίζει για την άσκηση ή μη όλων των ένδικων βοηθημάτων και των ένδικων μέσων, καθώς και για την παραίτηση από αυτά" και "Για τις περιπτώσεις ιβ', ιγ' και ιδ' της προηγούμενης παραγράφου, η απόφαση λαμβάνεται ύστερα από γνωμοδότηση δικηγόρου, η ανυπαρξία της οποίας συνεπάγεται ακυρότητα της σχετικής απόφασης".
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι, προκειμένου να ασκηθεί ένδικο μέσο από τον Δήμο ή να γίνει παραίτηση του Δήμου από ασκηθέν ένδικο μέσο ή από το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου, απαιτείται θετική προς τούτο απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής, λαμβανομένη κατόπιν γνωμοδοτήσεως δικηγόρου.
Δυνάμει της αποφάσεως της Οικονομικής Επιτροπής, ο Δήμαρχος, ο οποίος εκπροσωπεί δικαστικώς τον Δήμο, αναθέτει την άσκηση του ενδίκου μέσου και την εκπροσώπηση του Δήμου ενώπιον του δικαστηρίου κατά την συζήτηση αυτού ή την παραίτηση του Δήμου από ασκηθέν ένδικο μέσο ή από το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου σε δικηγόρο, στον οποίον χορηγεί προς τούτο πληρεξουσιότητα.
Εν προκειμένω, με την υπό κρίση από 6ης Ιουνίου 2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 1029/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, με την οποία έγινε δεκτή ερήμην του αναιρεσείοντος Δήμου η από 24ης Σεπτεμβρίου 2013 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού, και γίνεται παραίτηση του αναιρεσείοντος από του δικαιώματος ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι αντίγραφο εξ απογράφου μετ' επιταγής προς εκτέλεση έχει επιδοθεί στον αναιρεσείοντα Δήμο την 5η Ιουνίου 2018, κατά την σχετική σημείωση επί του επιδοθέντος εγγράφου του επιδώσαντος δικαστικού επιμελητού Κ. Κ.. Το εν λόγω απόγραφο φέρει σημείωση της εκδωσάσης τούτο Δικαστού Γ. - Σ.
Χ. ότι προσεκομίσθη το υπ' αρ. πρωτοκόλλου 198/18 Μαΐου 2018 πιστοποιητικό περί μη α-σκήσεως ενδίκων μέσων. Περαιτέρω, από το απόσπασμα των υπ' αρ. 180/2018 πρακτικών της συνεδριάσεως της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος Δήμου της 6ης Ιουνίου 2018 προκύπτει ότι απεφασίσθη, κατόπιν γνωμοδοτήσεως του δικηγόρου Αθηνών Λ.
Λ., η παραίτηση του αναιρεσείοντος από του δικαιώματος ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και η άσκηση αναιρέσεως κατ' αυτής ως και η παροχή σχετικής πληρεξουσιότητος στον υπογράφοντα την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και παραστάντα κατά την συζήτηση αυτής δικηγόρο Εντόν Ταμπάκο.
Εν συνεχεία ο ... δια της από 7ης Ιουνίου 2018 πράξεως αυτού εχορήγησε προς τούτο πληρεξουσιότητα στον εν λόγω δικηγόρο και ενέκρινε την γενομένη την 7η Ιουνίου 2018 κατάθεση στην Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Κρωπίας της αιτήσεως αναιρέσεως.
Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις προαναφερθείσες διατάξεις ως και εκείνες των άρθρων 495 παρ. 1, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος προκύπτει ότι επιβάλλεται η θέσπιση από τον νομοθέτη ίσων αποδοχών ως προς όλους τους εργαζομένους, οι οποίοι έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν την αυτή ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία υπό τις αυτές συνθήκες, οπότε, εάν γίνει ειδική νομοθετική ρύθμιση ως προς ωρισμένη κατηγορία εργαζομένων κατά δυσμενή αποκλεισμό από την εν λόγω ρύθμιση άλλης κατηγορίας εργαζομένων, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος της ειδικής αυτής μεταχειρίσεως, η διάκριση είναι αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της προαναφερομένης αρχής αποβαίνει εφαρμοστέα η νομοθετική ρύθμιση και υπέρ εκείνων εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, εκτός εάν συντρέχουν γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος δικαιολογούντες διαφορετική ρύθμιση ή η ειδική ρύθμιση έχει θεσπισθεί κατά παράβαση του Συντάγματος ή της οικείας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, οπότε η επέκταση αυτής δεν είναι επιτρεπτή.
Αφ' ετέρου, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στην διοικητική αρχή να ρυθμίσει ωρισμένο θέμα εκδίδουσα κανονιστική πράξη, η εκτίμηση της σκοπιμότητος της εκδόσεως ή μη της κανονιστικής πράξεως ανήκει στην μη ελεγκτή δικαστικώς κρίση της Διοικήσεως και συνεπώς η μη έκδοση αυτής δεν συνεπάγεται παράλειψη οφειλομένης νομίμου ενεργείας, εκτός εάν υφίσταται υποχρέωση της Διοικήσεως προς έκδοση της κανονιστικής πράξεως επιβαλλομένη είτε δυνάμει της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως είτε ευθέως από το Σύνταγμα.
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 2738/1999, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχολήσεως των υπαλλήλων ως προς τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου θέματα, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών, κατά δε το άρθρο 13 του ιδίου νόμου, "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση", ενώ κατά το άρθρο 14 Ν. 3016/2002, "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους... 5. (...) 6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Ακολούθως, με τις διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 4 και 56 Ν. 3205/2003 κατηργήθησαν από 1ης Ιανουαρίου 2004 το άρθρο 14 Ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις οι εκδοθείσες κατ' εξουσιοδότηση αυτού, ενώ κατά μεν την διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 ιδίου νόμου, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...", κατά δε την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 Ν. 3336/2005, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς με τους ίδι-ους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει αφ' ενός ότι δεν υφίστατο υποχρέωση αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού να εκδώσουν, μετ' εκτίμηση της δημοσιονομικής καταστάσεως, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνεται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, τα οποία δεν συμμετέσχον στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, η ευνοϊκή μισθολογική ρύθμιση της παροχής του ποσού των 176 ευρώ, υπό την προϋπόθεση, κατά πάσα περίπτωση, ότι το άθροισμα όλων των χορηγουμένων προσθέτων μισθολογικών παροχών, συμπεριλαμβανομένης και αυτής, δεν έπρεπε να υπερβαίνει το εν λόγω ποσόν, αφ' ετέρου ότι σκοπός των επακολουθησασών ρυθμίσεων της χορηγήσεως ως προσωπικής διαφοράς της εν λόγω παροχής υπήρξε όσον αφορά μεν στους υπαλλήλους, οι οποίοι εδικαιούντο αυτή την 1η Ιανουαρίου 2004, η ομαλή μετάβαση στο νέο καθεστώς του ενιαίου μισθολογίου και η αποφυγή μισθολογικής μειώσεως αυτών, όσον αφορά δε στους υπαλλήλους, οι οποίοι διωρίσθησαν ή μετετάγησαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2004 σε Υπηρεσίες, οι υπάλληλοι των οποίων εδικαιούντο την προαναφερομένη παροχή ως προσωπική διαφορά, η εξάλειψη των φαινομένων ανίσου μεταχειρίσεως, τα οποία προέκυψαν από την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 2 Ν. 3205/2003 μεταξύ υπαλλήλων των ιδίων Υπηρεσιών.
Συνεπώς, δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοικήσεως να ασκήσει την προβλεπομένη κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής αποφάσεως προς επέκταση της χορηγήσεως της ως άνω παροχής, ούτε η κατά παράβαση των οικείων εξουσιοδοτικών διατάξεων συστηματική έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων περί χορηγήσεως της εν λόγω ειδικής παροχής σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ δύναται να μεταβάλει την φύση της παροχής αυτής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων και να ιδρύσει αξίωση προς χορήγηση αυτής βάσει της αρχής της ισότητος, ούτε προκύπτει παραβίαση της προαναφερομένης συνταγματικής αρχής από την μη χορήγηση της εν λόγω παροχής και στους υπαλλήλους, οι οποίοι δεν εδικαιούντο αυτή την 1η Ιανουαρίου 2004 και δεν μετετάγησαν μετά την εν λόγω ημερομηνία σε Υπηρεσίες, οι υπάλληλοι των οποίων εδικαιούντο την προαναφερομένη παροχή ως προσωπική διαφορά, αφού υφίσταντο γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος δικαιολογούντες τις εν λόγω διαφορετικές ρυθμίσεις.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περι-στατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.
Η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας με αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση εξ οιουδήποτε άλλου λόγου εκτός της υπερβάσεως δικαιοδοσίας και της παραβιάσεως των περί αρμοδιότητος διατάξεων, δύναται να κρατήσει την υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεως αυτής, εάν κατά την κρίση του η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως.
Τούτο συμβαίνει, όταν οι δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις, όσες δεν θίγονται από την αναιρετική απόφαση, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς ως προς τα καταστάντα εκκρεμή μετά την αναίρεση κεφάλαια της αποφάσεως.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο Κρωπίας εδέχθη ότι οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι υπηρετούν στον αναιρεσείοντα ... ως υπάλληλοι με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπαγόμενοι κατά το επίδικο διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2011 μέχρι 28ης Σεπτεμβρίου 2013 στο μισθολογικό καθεστώς των Ν. 2470/1997 και 3205/2003, δεν έχουν λάβει την μισθολογική παροχή ποσού 176 ευρώ του άρθρου 14 Ν. 3016/2002, η χορήγηση της οποίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαγομένων στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ και δεν συναρτάται με άλλες προϋποθέσεις αναγόμενες στις ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας ή τα πρόσωπα των εργαζομένων, και συνεπώς βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητος δικαιούνται την εν λόγω παροχή από 1ης Ιανουαρίου 2011 μέχρι 28ης Σεπτεμβρίου 2013, την οποία και επεδίκασε υπέρ των αναιρεσιβλήτων.
Υπό τις ως άνω παραδοχές το Ειρηνοδικείο Κρωπίας παρεβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 παρ. 2 Ν. 3016/2002 και 24 παρ. 2 Ν. 3205/2003, αφού κατά τα προαναφερθέντα ούτε η παροχή των 176 ευρώ συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των μισθών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημοσίας Διοικήσεως, αλλά παρέχεται, εφ' όσον η Διοίκηση ασκήσει την διακριτική της ευχέρεια, μετ' εκτίμηση της δημοσιονομικής καταστάσεως, να εκδώσει σχετική κανονιστική πράξη, ούτε η κατά παράβαση των οικείων εξουσιοδοτικών διατάξεων συστηματική έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων περί χορηγήσεως της εν λόγω ειδικής παροχής σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ ιδρύει αξίωση προς χορήγηση αυτής βάσει της αρχής της ισότητος, ούτε προκύπτει παραβίαση της προαναφερομένης συνταγματικής αρχής από την μη χορήγηση της εν λόγω παροχής και στους υπαλλήλους, οι οποίοι δεν εδικαιούντο αυτή την 1η Ιανουαρίου 2004 και δεν μετετάγησαν μετά την εν λόγω ημερομηνία σε Υπηρεσίες, οι υπάλληλοι των οποίων εδικαιούντο την προαναφερομένη παροχή ως προσωπική διαφορά.
Συνεπώς, ο μόνος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση εκ του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ της παραβιάσεως των προαναφερθεισών διατάξεων, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και, εν όψει του ότι η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω ερεύνης, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Ειρηνοδικείο πραγματικά περιστατικά εξέθεσαν και οι αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωση της ως άνω αγωγής τους, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις της αγωγής, της οποίας μετά την αναίρεση ανεβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, να κρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση από το Τμήμα τούτο και να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η εν λόγω αγωγή. Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 281 παρ. 1, 2 Ν. 3463/2006 πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, μειωμένων κατά το ήμισυ ως προς την δικηγορική αμοιβή, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 1029/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας.
Κρατεί και εκδικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει την από 24ης Σεπτεμβρίου 2013 αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Και Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης ποσού χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ