1066/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1066/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1045, 1051 και 974 ΑΚ συνάγεται, ότι επί ακινήτων δια την επ' αυτών κτήση της κυριότητος με τακτική μεν χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση επί του πράγματος με διάνοια κυρίου, ήτοι νομή αυτού, με καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας, με έκτακτη δε χρησικτησία απαιτείται συνεχής εικοσαετής νομή.
Full text
Απόφαση 1066 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1066/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Α. Κ. και 2. Μ. συζ. Π. Κ., το γένος Γ. Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μακριδάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Α. χας Ι. Φ., το γένος Γ. Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πολλάλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-1992 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 3841/2008 του Εφετείου Αθηνών που διορθώθηκε με την 6493/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της 3841/2008 απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-4-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 25-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός από τις παραδοχές της αποφάσεως υπό τις οποίες συνετελέσθη το υπαγωγικό σφάλμα, και οι παραβιασθείσες ουσιαστικές διατάξεις, καθώς και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των, σε περίπτωση δε εφαρμογής περισσοτέρων διατάξεων πρέπει να μνημονεύεται για κάθε μία χωριστά το σφάλμα περί την εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο εσφαλμένως εφήρμοσε την οικεία διάταξη του ουσιαστικού δικαίου με το να δεχθεί ότι "οι διαστάσεις του αγροτεμαχίου των διαδίκων, αλλά και των γειτονικών τους, όπως προκύπτει από το διάγραμμα διανομής, αλλά και από τους τίτλους κτήεώς τους είναι 15μX50μ και εμβαδού 750 τ.μ.". Ο λόγος αυτός, στον οποίον δεν γίνεται μνεία της ουσιαστικής διατάξεως που παραβιάστηκε και των πραγματικών στοιχείων τα οποία επιφέρουν το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και απορριπτέος.
ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1045, 1051 και 974 ΑΚ συνάγεται, ότι επί ακινήτων δια την επ' αυτών κτήση της κυριότητος με τακτική μεν χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση επί του πράγματος με διάνοια κυρίου, ήτοι νομή αυτού, με καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας, με έκτακτη δε χρησικτησία απαιτείται συνεχής εικοσαετής νομή.
Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 369,1033 και 1192 ΑΚ, συνάγεται ότι για την μεταβίβαση της κυριότητος επί ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και αυτού που αποκτά, υποκειμένη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σε αυτόν η κυριότητα και καταχώριση του συμβολαίου στα οικεία βιβλία μεταγραφών.
Επειδή, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλ' όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθ. .../3- 10-1956 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Αθανασίου Νεκταρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα, στον τόμο 67 και με αύξ.
αριθμ. ..., στις 3-10-1956, η ενάγουσα αγόρασε από τον αληθή κύριο αυτού Σ. Ν., ένα αγρό εκτάσεως 750 τ.μ., ο οποίος βρίσκεται στις Αφίδνες Αττικής, στη θέση "Σιδηροδρομικός Σταθμός", εμφαίνεται με τον αριθμό 81 της Ε κατηγορίας στο από 11 Μαΐου 1949 διάγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο συνοδεύει την οριστική διανομή του έτους 1926 του αγροκτήματος Κιούρκα - Λιοσάτι, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 174513/1930 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 148/15-12-1930 και συνορεύει ανατολικά με το υπ' αριθμ. 276β κλπ αγροτεμάχιο, επί πλευράς 15 μ.
δυτικά με το υπ' αριθμ. 63 κληροτεμάχιο, ιδιοκτησίας των εναγομένων, επίσης επί πλευράς 15 μ., βόρεια με το υπ' αριθμ. 80 κληροτεμάχιο, επί πλευράς 50 μ. και νότια επίσης επί πλευράς 50 μ. με το υπ' αριθμ. 82α κληροτεμάχιο. Επίσης οι εναγόμενοι, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1986 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Παπαγιαννοπούλου, αγόρασαν από τους Ι.
Δ. Δ., Ι. Δ., κληρονόμους του Δ. Δ., Ζ. Κ. Δ. και Δ. Κ. Δ., κληρονόμους του Κ. Δ., το προαναφερθέν υπ' αριθμ. 63 κληροτεμάχιο, το οποίο στην ανατολική του πλευρά και καθ' όλο το μήκος του συνορεύει με το ακίνητο της ενάγουσας. Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στους Δ. και Κ. Δ., τους οποίους στη συνέχεια κληρονόμησαν οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, με το υπ' αριθμ. .../1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρ.
Κουτσιμπα που από αγορά από τον Γ. Τ. και στον τελευταίο παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, με το υπ' αριθμ. 15.723/1949 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας. Το ακίνητο των εναγομένων προς τη δυτική πλευρά του συνορεύει με οδό, που εμφαίνεται και στο διάγραμμα διανομής του Υπουργείου Γεωργίας, με την ονομασία αρχικώς υπ' αριθμ. 39 και ήδη ..., η οποία το έτος 1974 χαρακτηρίστηκε ως κύρια Κοινοτική οδός και διαπλατύνθηκε από τέσσερα μέτρα, που προβλέπονταν αρχικά, σε οκτώ μέτρα, σε βάρος των εκατέρωθεν αυτής ιδιοκτησιών, κατά δύο μέτρα της καθεμιάς, μεταξύ των οποίων και αυτή που απέκτησαν οι εναγόμενοι, η οποία αρχικά είχε πλευρικές διαστάσεις βόρεια και νότια 50 μ.
Αντίθετα, το ακίνητο της ενάγουσας, όπως και τα γειτονικά προς βορράν και προς νότον ακίνητα, δεν είχαν πρόσβαση σε δρόμο, αλλά ήταν "τυφλά", Η ενάγουσα, από τον ως άνω χρόνο αγοράς του ακινήτου της, ήτοι από 3-10-1956, μέχρι τον Ιούνιο του έτους 1991, νεμήθηκε συνεχώς και αδιαλείπτως το ως άνω ακίνητο, με διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο το προαναφερθέν συμβόλαιο αγοράς του, ασκώντας επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του.
Ειδικότερα το επισκέπτονταν τακτικά και το επέβλεπε, φρόντιζε τα δέντρα που είχε φυτέψει σ' αυτό και το καλλιεργούσε με κηπευτικά. Περί τα έτη 1962 - 1963 η ενάγουσα, η οποία σημειωτέον με την αγωγή της δεν ομολογεί ότι προέβη στη περίφραξη του ακινήτου της το έτος 1957, όπως ισχυρίζονται αβάσιμα οι εκκαλούντες, προέβη σε περίφραξη αυτού με συρματόπλεγμα και σιδηροπασσάλους και προς τη δυτική πλευρά του, που συνορεύει με την ιδιοκτησία των εναγομένων, τοποθέτησε σιδερένια πόρτα και τσιμεντοπλίνθινους παραστάτες, αφήνοντας εκτός περίφραξης στο δυτικό όριο του ακινήτου της και καθ' όλο το μήκος αυτής εδαφική λωρίδα μήκους 15 μέτρων και πλάτους 2, 50 μ., προκειμένου να υπάρχει δίοδος προς το ακίνητο της, όπως αντίστοιχα είχαν πράξει και οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων Κ.
και Δ. Δ., κατόπιν άτυπης συμφωνίας που είχε λάβει χώρα το έτος 1959 μεταξύ αυτών και των ιδιοκτητών των υπολοίπων γειτονικών αγροτεμαχίων προς βορράν και προς νότον, ώστε να υπάρχει πρόσβαση και σ' αυτά που δεν είχαν πρόσβαση σε_δρόμο, χωρίς κανένας από αυτούς, όπως και η ενάγουσα, να αποξενωθεί από την ιδιοκτησία της αυτή.
Ειδικώς την εδαφική αυτή λωρίδα, η οποία έχει συνολική έκταση 37,50 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά μήκους 15 μ. με υπόλοιπη ιδιοκτησία της ενάγουσας, δυτικά, επίσης σε πλευρά 15 μ. με το υπ' αριθμ. 63 κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας των εναγομένων και βόρεια και νότια, σε πλευρά 2,50 μ. με τα αγροτεμάχια 80, ιδιοκτησίας Π.
και 82 α, ιδιοκτησίας Σ. - Γ. αντίστοιχα, έκτοτε, δηλαδή από του χρόνου της περιφράξεως, η ενάγουσα, συνέχισε να την επισκέπτεται, να την επιβλέπει, όπως έπραττε και για την υπόλοιπη ιδιοκτησία της και να τη φροντίζει, καθαρίζοντάς την από τα ξερά χόρτα. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, περί τις αρχές Ιουνίου του έτους 1991, προέβησαν σε περίφραξη του ακινήτου τους με συρματόπλεγμα και σιδηροπασσάλους και στο όριο του ακινήτου τους με αυτό της ενάγουσας περιέκλεισαν εντός αυτής μέρος της ως άνω εδαφικής λωρίδας της ενάγουσας, που αυτή είχε αφήσει εκτός της περίφραξής της και συγκεκριμένα επεκτάθηκαν εντός της λωρίδας αυτής στη βόρεια πλευρά της σε βάθος 2,13 μ.
και στη νότια σε βάθος 1,62 μ και καθ' όλο το μήκος των 15 μ. του κοινού ορίου των ιδιοκτησιών τους, την προσάρτησαν στην υπόλοιπη ιδιοκτησία τους, απέβαλαν την ενάγουσα από αυτή και την κατέχουν έκτοτε παράνομα. Η εν λόγω καταληφθείσα εδαφική λωρίδα αποτυπώνεται στο από Φεβρουαρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Γ.
Β., που συνοδεύει την έκθεσή του πραγματογνωμοσύνης, με τα στοιχεία ΓΔ στη βόρεια πλευρά της, ΖΕ στη νότια πλευρά της, ΔΕ στην ανατολική και ΓΖ στη δυτική και συνορεύει βόρεια με το υπό στοιχ. 80 αγροτεμάχιο, νότια με το υπό στοιχ. 82 α αγροτεμάχιο, ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία ενάγουσας και δυτικά με ιδιοκτησία εναγομένων.
Με βάση τους τίτλους των διαδίκων και τον πίνακα διανομής του έτους 1926 τα όρια των συνεχομένων αγροτεμαχίων έπρεπε να βρίσκονται στην ίδια ευθεία και ειδικότερα στην ευθεία των οροσήμων 30 - 40 της διανομής του έτους 1926, του αγροκτήματος "Κιούρκα - Λιοσάτι". Μετά όμως την κατασκευή της περίφραξης των εναγομένων στη θέση που προαναφέρθηκε και την προσάρτηση της επίδικης εδαφικής λωρίδας στην ιδιοκτησία τους, η ως άνω ευθεία, στο σημείο του κοινού ορίου των ιδιοκτησιών των διαδίκων, εμφανίζει τεθλασμένη μορφή.
Με βάση τ' ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η καταληφθείσα από τους εναγομένους εδαφική λωρίδα δεν έχει διαστάσεις βόρεια και νότια 2,50 μ. όπως ισχυρίζεται αβάσιμα με την αγωγή της η ενάγουσα, αλλά έχει τις προαναφερθείσες διαστάσεις. Η εν λόγω καταληφθείσα εδαφική λωρίδα ανήκει στον τίτλο ιδιοκτησίας της ενάγουσας και όχι σ' αυτούς των εναγομένων, εκείνη δε τη νεμήθηκε, μέχρι της καταλήψεώς της από τους εναγομένους και της αποβολής της από αυτήν με τα προσόντα της τακτικής, αλλά και της έκτακτης χρησικτησίας, αφού αυτή νεμήθηκε την εν λόγω εδαφική λωρίδα, συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1958 έως το έτος 1991, με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο, αλλά και με διάνοια κυρίου και κατέστη κυρία αυτής με παράγωγο τρόπο, ήτοι με αγορά από αληθή κύριο με το συμβόλαιο που προαναφέρθηκε, αλλά και με πρωτότυπο, ήτοι με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία.
Στο ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή ότι η καταληφθείσα από τους εναγομένους ως άνω εδαφική λωρίδα ανήκει στον τίτλο ιδιοκτησίας της ενάγουσας και όχι σ' αυτούς των εναγομένων, κατέληξε και ο πραγματογνώμονας Γ. Β., ο οποίος διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 3188/1992 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στην από Φεβρουαρίου 1995 έκθεσή του.
Ο εν λόγω πραγματογνώμονας προέβη στην εφαρμογή των τίτλων των διαδίκων στηριζόμενος στο ανεξάρτητο τοπικό τριγωνομετρικό δίκτυο του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1926, με βάση το οποίο έλαβε χώρ και η οριστική διανομή των αγροτεμαχίων της περιοχής "Κιούρκα Λιοσάτι", τις συντεταγμένες του οποίου έλαβε από το γραφείο τοπογραφικής της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής το έτος 1993.
Επίσης έλαβε υπόψη του και τη διόρθωση στο κυρωμένο διάγραμμα διανομής 1926 αγροκτήματος "Κιούρκα - Λιοσάτι" της εσφαλμένης σχεδίασης των υπ' αριθμ. 37 και 38 οροσήμων, που έλαβε χώρα με την υπ' αριθμ. 8698/1994 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, μετά τη διαπίστωση από το Γραφείο Τοπογραφικής λάθους σχεδιασμού των οροσήμων αυτών, κατά τη διανομή έτους 1926 του αγροκτήματος "Κιούρκα - Λιοσάτι".
Στην έκθεσή του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οι διαστάσεις των αγροτεμαχίων υπ' αριθμ. 81 και 63, δηλαδή των αγροτεμαχίων των διαδίκων, αλλά και των γειτονικών τους, όπως προκύπτει από το διάγραμμα διανομής, αλλά και από τους τίτλους κτήσεώς τους, είναι 15 μ. χ 50 και το εμβαδόν τους 750 τ.μ., ότι πρόκειται για αγροτεμάχια ορθογώνιας μορφής και έχουν κοινό όριο, το οποίο είναι τμήμα της ευθείας που ενώνει τα ορόσημα (30) και (40) του ως άνω διαγράμματος και που στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε η ευθεία που ενώνει τα ορόσημα αυτά αποτυπώνεται με τα στοιχεία ΗΘ και το μέρος της ευθείας αυτής στο κοινό όριο των ακινήτων των διαδίκων με τα στοιχεία ΓΖ, ότι με βάση τη διαμορφωμένη κατάσταση, δηλαδή την υπάρχουσα περίφραξη του ακινήτου των εναγομένων, το κοινό όριο αποτυπώνεται στο τοπογραφικό του διάγραμμα με τα στοιχεία ΔΕ, ότι υλοποίησε τη διανομή του Υπουργείου Γεωργίας με τη βοήθεια των συντεταγμένων των οροσήμων (27), (38), (40) και (30) και ότι το κοινό όριο ΔΕ δεν βρίσκεται επί της ευθείας των κοινών ορίων ΗΘ των γειτονικών ιδιοκτησιών, αλλά στο σημείο αυτό (ΔΕ) η ευθεία εμφανίζεται με τεθλασμένη μορφή, ότι συγκρίνοντας την αρχική διανομή με τη σημερινή διαμορφωμένη κατάσταση διαπιστώνεται μία γενική απόκλιση, που δημιουργήθηκε από την εφαρμογή του σχεδίου της διανομής αυτής, ότι στο χώρο που βρίσκονται οι επίδικες ιδιοκτησίες και που ορίζεται από τα ορόσημα 27, 38, 40, 41, 35, 30, 37 η απόκλιση εμφανίζεται περιμετρικά και οφείλεται στις διαπλατύνσεις των οδών και κυρίως της οδού ..., ότι οι ιδιοκτησίες που εφάπτονται αυτής έχουν μειωμένες τις διαστάσεις τους τις κάθετες προς αυτήν και ότι αντίθετα, δεν παρουσιάζεται ουσιώδης απόκλιση στη θέση της ευθείας 30-40, που χωρίζει τα αγροτεμάχια των διαδίκων.
Μετά ταύτα αποφαίνεται ότι, προκειμένου να συμπέσει η θέση του κοινού ορίου των ιδιοκτησιών των διαδίκων με τη θέση που επιτάσσει η αρχική διανομή του Υπουργείου Γεωργίας, θα πρέπει το κοινό όριο των δύο ιδιοκτησιών να ορίζεται από την ευθεία ΗΓΖΘ, όπου το σημείο Ζ απέχει 1,62 μ. από το σημείο Ε που σήμερα βρίσκεται στο συρματόπλεγμα και το σημείο Γ θα απέχει 2,13 μ.
από το σημείο Δ, που επίσης σήμερα βρίσκεται το συρματόπλεγμα. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν και ο αγρονόμος τοπογράφος Β. Μ. στην από 6- 11-1992 έκθεσή του, σε συνδυασμό με την από 13-2-2003 έκθεσή του, καθώς και ο πολιτικός μηχανικός Δ. Β. στην από Μαΐου 2003 έκθεσή του και στο από Μαΐου 2003 τοπογραφικό διάγραμμά του, που επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα.
Το ως άνω συμπέρασμα δεν ανατρέπεται από κανένα από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους εκκαλούντες αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα δε δεν αναιρείται από την από 29 Ιανουαρίου 1996 τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου των εναγομένων Η. Κ., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, το από Απριλίου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα που τη συνοδεύει, καθώς και το από Σεπτεμβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου, ο οποίος καταλήγει μεν στο συμπέρασμα ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα ανήκει στους τίτλους των εναγομένων, ότι μετά τη διαπλάτυνση της οδού ...
κατά δύο μέτρα σε βάρος της ιδιοκτησίας των εναγομένων αυτή έχει βάθος 48 μ. μόνο αν συμπεριληφθεί και η επίδικη εδαφική λωρίδα, όμως προέβη στην εφαρμογή των τίτλων όχι με βάση το προαναφερθέν τοπικό τριγωνομετρικό δίκτυο του έτους 1926 του Υπουργείου Γεωργίας, με βάση το οποίο, κατά τα προαναφερθέντα, έγινε η διανομή των κληροτεμαχίων, στο οποίο στηρίχθηκε ο πραγματογνώμονας Γ.
Β. και για το λόγο αυτό η έκθεσή του πραγματογνωμοσύνης κρίνεται αξιόπιστη, αλλά με βάση το κρατικό τριγωνομετρικό δίκτυο της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού της περιοχής Κιούρκων. Τέλος, ενισχυτικό του ως άνω συμπεράσματος, είναι και το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε τοποθετήσει σιδερένια πόρτα στο σημείο που είχε κατασκευάσει την περίφραξη του ακινήτου της.
Εάν δε δεν είχε αφήσει εδαφική λωρίδα του ακινήτου της εκτός της περίφραξης, δεν υπήρχε λόγος να τοποθετήσει την πόρτα στην πλευρά αυτή του ακινήτου της, αφού αυτή θα οδηγούσε κατ' ευθείαν στην ιδιοκτησία των εναγομένων και δεν θα την εξυπηρετούσε σε τίποτε.
Τέλος, οι εναγόμενοι, όπως προαναφέρθηκε, ισχυρίστηκαν με τις προτάσεις τους της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι το επίδικο ακίνητο περιέχεται στους τίτλους των δικαιοπαρόχων τους και των ιδίων και όχι στον τίτλο ιδιοκτησίας της ενάγουσας και ότι με τον τίτλο τους κατέστησαν κύριοι της επίδικης έκτασης με παράγωγο τρόπο.
Ο εν λόγω ισχυρισμός τους αποτελεί, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, άρνηση της αγωγής και ειδικότερα αμφισβήτηση της ταυτότητας του επιδίκου και όχι ένσταση ιδίας κυριότητας κτηθείσα με παράνωνο τρόπο, όπως αυτοί υπολαμβάνουν και παραπονούνται με την έφεσή τους αβασίμως για την κατ' ουσίαν απόρριψή της από την εκκαλουμένη απόφαση, καθόσον ο λόγος αυτός ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
Ως εκ τούτου, δεν χρήζει έρευνας ως ένσταση ιδίας κυριότητας, αξιολογήθηκε δε κατά τ' ανωτέρω, για το σχηματισμό του πορίσματος σε ποιο τίτλο περιλαμβάνεται η επίδικη έκταση. Με βάση τ' ανωτέρω αποδειχθέντα πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, να αναγνωριστεί η ενάγουσα κυρία της προαναφερθείσας εδαφικής λωρίδας που αποδείχθηκε ότι κατέλαβαν οι εναγόμενοι και να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να της την αποδώσουν".
Ακολούθως, το Εφετείο, κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτοδίκου εκκληθείσης υπ' αριθμ. 7/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έκρινε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 6/4/1992 αγωγή της αναιρεσιβλήτου για το στην προσβαλλομένη απόφαση περιγραφόμενο εδαφικό τμήμα. Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο, δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, διότι εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα όλα τα κτητικά της κυριότητος της αναιρεσιβλήτου περιστατικά, παραγώγως και πρωτοτύπως, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα, αναφέρεται στην απόφαση, ότι η ενάγουσα έγινε κυρία του εν λόγω εδαφικού τμήματος παραγώγως με το υπ' αριθμ. .../ 3.10.1956 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μαραθώνος Αθανασίου Νεκταρίου, νομίμως μεταγραφέν, καθώς και ότι από του έτους αυτού μέχρι τον Ιούνιο του έτους 1991 ασκεί αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου τις προσήκουσες στη φύση και τον προορισμό του, κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη, διακατοχικές πράξεις, όπως επίβλεψη, καλλιέργεια κ.λ.π.
Επομένως, οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στους πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος, και έκτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγους αναιρέσεως διαλαμβανόμενες αιτιάσεις, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Περαιτέρω, με τους δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, και τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγους αναιρέσεως, προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ελλείψεις στην αιτιολογία, όσον αφορά την εκτίμηση της από 29/1/1996 εκθέσεως του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων Η.
Κ., καθώς και του περιεχομένου της διενεργηθείσης πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Οι αιτιάσεις αυτές, αναφερόμενες σε ελλείψεις στα πλαίσια της εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες.
ΙV. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 11 1982).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.11 α και 11 γ ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο α) έλαβε υπόψη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονος Γ. Β., παρά το εσφαλμένον της γνωμοδοτήσεως, στην οποία κατέληξε ο εν λόγω πραγματογνώμονας, β) δεν έλαβε υπόψη την από 29/1/1996 έκθεση του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων Η. Κ., την οποία οι αναιρεσείοντες νομίμως επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν. Αμφότερες οι άνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες και απορριπτέες, η πρώτη μεν, διότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ανεξαρτήτως της ορθότητος ή μη του σ' αυτή διαλαμβανομένου πορίσματος, συνιστά νόμιμο αποδεικτικό μέσο, η δεύτερη δε, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την ανωτέρω έκθεση του τεχνικού συμβούλου, την οποία μάλιστα ειδικώς αναφέρει και αξιολογεί.
V. Επειδή, η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, πλην όμως για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, για την παρά τον νόμο μη λήψη υπόψη της από το εν λόγω δικαστήριο, πρέπει να έχει προταθεί από τον αντίδικο εκείνου που ομολόγησε ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου με τις προτάσεις, μέχρι του πέρατος της συζητήσεως, μετά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, και όχι με το δικόγραφο της εφέσεως, το οποίο κατά το άρθρο 520 ΚΠολΔ περιέχει τον λόγο αυτής, και να γίνεται επίκληση της προτάσεως αυτής στο αναιρετήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο και τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγους αναιρέσεως, προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία της αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα της υπ' αυτής "γενομένης αναγνωρίσεως ότι στην δυτική πλευρά της ιδιοκτησίας των εναγομένων υπήρχε επίσημος δρόμος (ο υπ' αριθμ. 39 ή η οδός ...) ...". Οι λόγοι αυτοί, στους οποίους δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι έγινε επίκληση της δικαστικής αυτής ομολογίας με τις έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειόντων στο Εφετείο, είναι προεχόντως απορριπτέοι ως αόριστοι.
VI. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, ήτοι μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, εδέχθη ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο εν λόγω έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον ως άνω αναιρετικό λόγο . Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο παρεμόρφωσε το περιεχόμενο διαδικαστικού εγγράφου όπως η αγωγή, ανταγωγή, έγγραφες προτάσεις κ.λ.π..
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παρεμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσειόντων ως προς την προβολή από αυτούς ενστάσεως ιδίας κυριότητος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, διά του οποίου αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα, όχι σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. ΚΠολΔ, έγγραφο, αλλά σε διαδικαστικό, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
VΙΙ. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ. 3/1997).
Συνεπώς δεν είναι "πράγματα" με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κ.λ.π. ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), ενώ αντιθέτως, αποτελούν "πράγματα" οι λόγοι εφέσεως και αντεφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως (Ολ.ΑΠ 11/1996). Δεν θεμελιώνεται, όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό η ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, κατά το τρίτο μέρος, και έκτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγους αναιρέσεως ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 α και 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο α) έλαβε υπόψη τον μη διαλαμβανόμενο στην αγωγή της αναιρεσιβλήτου ισχυρισμό περί εκτάκτου χρησικτησίας, β) δεν έλαβε υπόψη τον λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων, διά του οποίου διατυπώθηκε παράπονο, όσον αφορά στην ορθότητα από το πρωτόδικο Δικαστήριο της εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων. Όπως, όμως, προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, περιλαμβάνεται σε αυτή αυτοτελής βάση περί κτήσεως της κυριότητος από την αναιρεσίβλητη δι' εκτάκτου χρησικτησίας, ενώ το Εφετείο, απήντησε στον προαναφερόμενο λόγο εφέσεως, τον οποίο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Επομένως, οι αμέσως ανωτέρω αιτιάσεις είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
VIII. Επειδή, κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής και όχι της νομικής βάσεώς της. Ιστορική βάση της αγωγής είναι, κατά το άρθρο 216 & 1 ΚΠολΔ εδ. α' του ΚΠολΔ το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που κατά νόμο θεμελιώνουν το επίδικο δικαίωμα ή την επίδικη έννομη σχέση, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι δυνατή η διάγνωση τους. Επομένως, επί διεκδικητικής αγωγής ερειδομένης σε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητος, ήτοι επί τακτικής ή εκτάκτου χρησικτησίας, είναι δικονομικώς επιτρεπτή η δια των προτάσεων του ενάγοντος διευκρίνηση και συμπλήρωση της ιστορικής της βάσεως ως προς τα επουσιώδη αυτής στοιχεία, εφ' όσον δεν μεταβάλλεται αυτή κατά το ουσιώδες μέρος της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς από τον Άρειο πάγο επισκοπούμενα κατά το άρθρο 561 & 1 ΚΠολΔ διαδικαστικά έγγραφα και ειδικότερα το δικόγραφο της διεκδικητικής αγωγής της αναιρεσιβλήτου και τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως υποβληθείσες προτάσεις της, αυτή προς διευκρίνηση και συμπλήρωση της ενδίκου αγωγής, ερειδομένης επί πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως της κυριότητος επί της επιδίκου εδαφικής εκτάσεως, ήτοι σε τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ισχυρίσθηκε ότι την επίδικη εδαφική λωρίδα άφησε εκτός της περιφράξεως του όλου ακινήτου της, όπως είχε αφεθεί αντίστοιχη εδαφική λωρίδα και από το όμορο οικόπεδο των αναιρεσειόντων εναγομένων, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η πρόσβασή τους στα ακίνητά τους. Το περιστατικό, όμως, αυτό δεν επάγεται μεταβολή της ιστορικής βάσεως της αγωγής της αναιρεσιβλήτου ως προς τα ουσιώδη αυτής στοιχεία. Επομένως, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσιβλήτου, απορρίψαν τον περί απαραδέκτου αυτού, με ειδικό λόγο εφέσεως προβληθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια με το να μην κυρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο, γι' αυτό και η περί του αντιθέτου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στον έκτο, κατά το τρίτο μέρος, περιεχομένη αιτίαση, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
IΧ. Επειδή, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, κατά το τέταρτο μέρος, προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, όσον αφορά την απόρριψη από το Εφετείο της ενστάσεως ιδίας κυριότητος των αναιρεσειόντων επί του επιδίκου. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την βασιμότητα ή μη τοιαύτης ενστάσεως, γι' αυτό και ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30/4/2009 αίτηση των Π. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της 3841/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ