1066/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1066/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα δε με την παρ. 11 του αυτού άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1066 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1066/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του ΝΣΚ Σοφία Καρυτινού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Γ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-07-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1911/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 780/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-2-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 25-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την παρ. 1 του άρθρου 131 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι τις 23-3-1998 (αρθ. 150 παρ. 1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με ν. 2594/1998), ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ' όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων".
Περαιτέρω, με την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν.
Σύμφωνα δε με την παρ. 11 του αυτού άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.
Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Εξ άλλου, στο άρθρο 132 του ν. 419/76 ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή, όμως, θα εκπίπτεται το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.
Περαιτέρω, με την Φ 083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β'/31-3-1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 του ν. 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίστηκε επί πλέον στο κεφάλαιο Γ' αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίστηκε γι' αυτούς αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις.
Με τις παραγρ. Ε και ΣΤ της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) ορίζεται ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984.
Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι' αυτό λόγοι. Με τη 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Γ' της Φ 083-58/1988 ΚΥΑ και ορίστηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών.
Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες (του ν. 419/1976) διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 4 και 5 του ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού.
Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.
Με το άρθρο 129 παρ. 2 και 5 του παραπάνω νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψη τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων.
Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.
Ειδικά, για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει καταρχήν ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α.
ποσοστά αυξήσεως για δαπάνες στεγάσεως και οικογενειακά βάρη δεν αποτελούν ξεχωριστά επιδόματα, αλλά προσαυξήσεις του καταβαλλομένου επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν την καταβολή του.
Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ. 5 του ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.
Οι αποφάσεις, άρα, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση και αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερομένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (αρθρ. 43 παρ. 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες.
Όμως, η προαναφερόμενη ΣΤ1/Η/Φ. 083-13/ ΑΣ.2900/1993 ΚΥΑ που αφορά την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνες στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται με έξοδα του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μονίμων υπαλλήλων, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και συνεπώς, ανεξάρτητα από το αν η εν λόγω ρύθμιση καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολο της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131 παρ. 1 του Ν. 419/1976, που δεν παρέχει τη δυνατότητα τροποποιήσεως της αντίθετης διατάξεως του άρθρου 132 παρ. 2 του νόμου, θέμα ανίσχυρου της εν λόγω ρυθμίσεως δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν επιτοπίως από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 68 του άνω Νόμου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Με την από 28-2-1991 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που συνήφθη στο Παρίσι μεταξύ του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον πρέσβη της Ελλάδος στο Παρίσι Γαλλίας Α.
Ρ., κατ' άρθρο 69 παρ. 4 του Ν. 419/1976, ο πρώτος προσλήφθηκε ως κλητήρας Α' τάξεως στην Ελληνική Πρεσβεία στο Παρίσι. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της πιο πάνω εργασιακής σύμβασης ο ενάγων αμείβεται με μηνιαία αποζημίωση αντίστοιχη του μισθού κλητήρα Α' Τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας, καθώς και το εις τους υπαλλήλους του κλάδου αυτού παρεχόμενο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής.
Ο ενάγων, ο οποίος είναι έγγαμος με την Κ. Ν. και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων του Γ. και του Σ. που γεννήθηκαν την 30-3-1995 και 28-5-1996 αντίστοιχα, προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Πρεσβεία στο Παρίσι ως κλητήρας με βάση την προαναφερόμενη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μέχρι 21-1-2003, οπότε πλέον έγινε μόνιμος υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών σε θέση του κλάδου Διοικητικών Γραμματέων στον ΣΤ' βαθμό.
Δικαιούται, επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη. Την προσαύξηση όμως αυτή ενόψει του ότι η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε στις 7-7-2004, δικαιούται μόνο για το από 1-1-2002 μέχρι 20-1-2003 χρονικό διάστημα, καθόσον οι από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2002 (προδήλως εννοεί μέχρι 31-12-2001) αξιώσεις του (αποδοχές), έχουν υποπέσει, στην ειδική βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995".
Ακόμη, το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο (αναιρεσείον) υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) για προσαύξηση οικογενειακών βαρών επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, λαμβανομένου υπόψη ότι με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/22-1-2001 απόφαση από 1-1-2001 το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του Προϊσταμένου Πρέσβεως στη Γαλλία καθορίστηκε στο ποσό των 6.700 ευρώ μηνιαία, α) 16.080 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2002 (6.700 ευρώ χ 20% (12+8)=1.340 ευρώ Χ 12 μήνες) και β) 1.072 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 20-1-2003 (6.700 ευρώ Χ 24% (12+12)=1.608 ευρώ Χ 20 ημέρες) και συνολικά 17.152 ευρώ".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 129 παρ. 5 και 135 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998 και αυτές της 083/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Επομένως, πρέπει ν απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 εδ.
α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρου νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.
α' και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.Α.Π. 29/2006). Εξάλλου κατά την 2010481/1172/0022/10.5.1996 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 387 Β/27.5.1996) η καταβολή του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής που χορηγήθηκε στους υπηρετούντες στο εξωτερικό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών σύμφωνα με το άρθρο 131 παρ. 10 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" σε συνδ.
με άρθρο 150 παρ. 1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με ν. 2594/1998, γίνεται κάθε δίμηνο και στην αρχή αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του αναιρεσίβλητου από προσαύξηση οικογενειακών βαρών επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, για το διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2001 έχουν υποπέσει στην υπό του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 καθιερουμένη διετή παραγραφή, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 91 του ίδιου νόμου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την επιδοθείσα στις 7-7-2004 αγωγή καθόσον αφορά το διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 20-1-2003.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν είχε υποκύψει στην παραπάνω διετή παραγραφή η αξίωση του αναιρεσίβλητου και για το διάστημα από 1-1-2002 έως 31-8-2002, παραβίασε τις αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 και 91 του ν. 2362/1995 και της προαναφερθείσας Υπ. Αποφάσεως. Διότι από τη γένεση των αξιώσεων του ανωτέρω χρονικού διαστήματος οι οποίες καταβάλλονται στην αρχή κάθε διμήνου, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, έως την επίδοση της ένδικης αγωγής στο Ελληνικό Δημόσιο, στις 7-7-2004, είχε παρέλθει η διετία που ορίζει η ανωτέρω διάταξη.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια, να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 780/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρείται, στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ