Legislator Case Law & Legislation
1066/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court judgment due to insufficient reasoning on overtime pay calculation.

Case Number 1066/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an employee's overtime compensation. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding which specific tasks the employee performed during intermediate hours, a fact crucial to determining the legality of the overtime pay. Consequently, the judgment was quashed in part, and the case was remitted to a new panel of judges for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 653 of the Civil Code; Article 1 of Law 1876/1990; Article 2 of Law 3765/1957; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if the judgment lacks legal basis, specifically when the reasoning fails to cover all factual elements required by the substantive law to justify the legal conclusion, or when the reasoning is insufficient to establish the necessary facts for the application of the relevant legal provision.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning overtime compensation labor law dispute appeal admissibility remittal for retrial intermediate hours legal basis requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 648, 649, 653 of the Civil Code
Article 1 of Law 1876/1990
Article 2 of Law 3765/1957
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1066 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1066/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε.Μ.Ε.", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό. Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Λύτρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 420/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2566/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-5-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 8-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.

δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 Α.Κ., 1 του Ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις" και 2 επ. του ΝΔ. 3765/1957, προκύπτει ότι γνήσια ετοιμότητα προς εργασία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος βρίσκεται σε πλήρη δέσμευση του ελεύθερου χρόνου του, υπό την έννοια ότι κατά τη διάρκεια του ωραρίου του δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα ν' αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά, αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή που θα του ζητείται.

Σ' αυτή την μορφή ετοιμότητας (γνήσια) θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα από το εάν θα παρουσιασθούν περιπτώσεις για την παροχή εργασίας, και έτσι η γνήσια ετοιμότητα εξομοιώνεται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ' αυτήν, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ειδικότερα για τα κατώτατα όρια αποδοχών, τα χρονικά όρια εργασίας, την αμοιβή και τις προσαυξήσεις για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες κλπ., για τον λόγο δε αυτόν στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, οφείλεται ο ειθισμένος, σύμφωνα με το άρθρο 653 ΑΚ.

Αντίθετα, η σύμβαση με την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεων του υπέρ του άλλου, χωρίς να υποχρεούται να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, ώστε να είναι στην διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή, αλλά παραμένοντας απλώς είτε στον τόπο εργασίας αναπαυόμενος είτε στην οικία του αναμένοντας κλήση του εργοδότη, υφισταμένης στην περίπτωση αυτή μη γνήσιας (απλής) ετοιμότητας προς εργασία ή ετοιμότητας κλήσης, έχει μεν τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας, αλλά εξαιτίας της ιδιομορφίας της δεν εφαρμόζονται σ' αυτήν, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες.

Για το λόγο αυτό, στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο ειθισμένος μισθός, με τον ίδιο δε τρόπο υπολογίζονται και τα οφειλόμενα επιδόματα εορτών και αδείας. Τέλος, το ζήτημα του είδους της ετοιμότητας εργασίας και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα είναι θέμα απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην μία ή την άλλη κατηγορία (ΟλΑΠ 10/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και αντέφεση της αναιρεσείουσας, ασκηθείσα με τις ενώπιον αυτού προτάσεις της, επί αγωγής του με αντικείμενο αξιώσεις από σύμβαση εργασίας, με την προσβαλλομένη 2566/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, που εκμεταλλεύεται ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, με έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου διαρκείας από 6-9-2000 έως 5-9-2001 προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του κατά την διάρκεια του οικείου σχολικού έτους ως οδηγός λεωφορείου, το οποίο χρησιμοποιεί για την διακίνηση των μαθητών των εκπαιδευτηρίων της, με παρόμοιες δε συμβάσεις απασχολήθηκε στην εναγομένη με την ειδικότητα αυτήν και κατά τα χρονικά διαστήματα από 6-9-2001 έως 31-8-2002 και 2-9-2002 μέχρι 15-6-2003, όταν αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, ότι σε όλες τις ως άνω συμβάσεις ρητά συμφωνήθηκε ότι θα διέπονται από τους όρους της ισχύουσας κατά την αντίστοιχη χρονική περίοδο κλαδικής ΣΣΕ των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών και καθοριζόταν με αυτές το ημερήσιο και εβδομαδιαίο ωράριο και η συμφωνηθείσα αμοιβή του ενάγοντος, ειδικότερα δε είχε συμφωνηθεί για το επίδικο χρονικό διάστημα (6-9-2000 έως 15-6-2003) ότι ο ενάγων θα εργαζόταν με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και επί 38 ώρες την εβδομάδα ως εξής (α) κατά το σχολικό έτος 2000-2001 το συμφωνημένο ωράριο εργασίας του ενάγοντος ήταν διακεκομμένο και δη τις ημέρες Δευτέρα και Τρίτη αφενός από 07.10' έως 08.30' και αφετέρου από 14.00' έως 15.00', την Τετάρτη και Πέμπτη από 07.10' έως 17.00' και κάθε Παρασκευή από 07.10' έως 08.30' και από 14.00' έως 19.30' (β) κατά το σχολικό έτος 2001-2002 το συμφωνημένο ωράριο εργασίας του ήταν κατά τις ημέρες Δευτέρα και Τρίτη αφενός από 07.15 έως 08.30' και αφετέρου από 13.30' έως 17.15', την Τετάρτη αφενός από 07.15' έως 13.00' και αφετέρου από 13.15' έως 17.15' και τις ημέρες Πέμπτη και Παρασκευή από 07.15' έως 08.30' και από 13.15' έως 17.15' (γ) κατά το σχολικό έτος 2002-2003 το συμφωνημένο ωράριο του ενάγοντος ήταν κατά τις ημέρες Δευτέρα, Τρίτη, Πέμπτη και Παρασκευή αφενός από 07.30' έως 08.30' και αφετέρου από 13.30' έως 17.30' και την Τετάρτη από 07.30' έως 17.30', στις συμβάσεις δηλ.

αυτές υπήρξε συμφωνία ν' απασχολείται ο ενάγων μία ημέρα με πλήρη απασχόληση (κάθε Τετάρτη) και τις υπόλοιπες ημέρες με μειωμένο ωράριο, εκτός από το σχολικό έτος 2000-2001, κατά το οποίο συμφωνήθηκε πλήρης απασχόληση του για δύο ημέρες της εβδομάδας (Τετάρτη και Πέμπτη), ότι ανεξάρτητα από τις επί μέρους συμφωνίες των διαδίκων για το ωράριο εργασίας του ο ενάγων καθ' όλα τα έτη απασχολήθηκε επί ένδεκα ώρες, κατά μέσο όρο, ημερησίως, δηλ.

από 06.30' έως 17.30', κατά τα χρονικά όμως διαστήματα από 15/6-6/9/2001 και από 15/6-2/9/2002 η απασχόληση του δεν υπερέβαινε το συμφωνημένο ωράριο, ότι συγκεκριμένα ο ενάγων οδηγώντας το σχολικό αυτοκίνητο της εναγομένης πραγματοποιούσε καθημερινά προκαθορισμένα δρομολόγια παραλαβής και μεταφοράς μαθητών από διάφορες περιοχές της Αττικής προς τα εκπαιδευτήρια της εναγομένης, που βρίσκονται στις ..., κατά τις ώρες 06.30' έως 07.30', ενώ μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων ακολουθούσε αντίστροφο πρόγραμμα επιστροφής των μαθητών προς τις κατοικίες τους κατά τις ώρες 14.00' έως 17.30', μη περιλαμβανομένου στο ημερήσιο ωράριο εργασίας του ενάγοντος του χρόνου μετάβασης του από την οικία του στο σημείο παραλαβής του πρώτου μαθητή ούτε του χρόνου επιστροφής του σ' αυτήν από το σημείο παράδοσης του τελευταίου μαθητή μετά την λήξη των μαθημάτων, ότι κατά τις ενδιάμεσες ώρες (δηλ.

από 08.30' που ολοκληρωνόταν η προσέλευση των μαθητών μέχρι την 13.30' που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για την αποχώρησή τους) ο ενάγων τις δύο ημέρες της εβδομάδας είχε εφημερία και παρέμενε υποχρεωτικά στο σχολείο, εκτελώντας με το λεωφορείο διάφορες εργασίες της εναγομένης, ότι κατά τις υπόλοιπες τρεις ημέρες ο ενάγων απασχολείτο κατά τις ενδιάμεσες αυτές ώρες με εργασίες παρακολουθηματικές προς την κύρια εργασία του οδηγού, δηλ.

με την καθαριότητα και συντήρηση του λεωφορείου και τον εφοδιασμό του με καύσιμα, παραμένοντας στις εγκαταστάσεις της εναγομένης και διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές δυνάμεις του για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίηση τους από την εναγομένη, ενώ πολλές φορές κατά τις ίδιες ώρες μετέφερε μαθητές σε ημερήσιες εκδρομές (όπως στο ..., στην ...), ευρισκόμενος κατά τις ώρες αυτές σε γνήσια ετοιμότητα προς εργασία, ότι ο ενάγων πραγματοποιούσε εβδομαδιαίως (Α) μέχρι την 31-3-2001 (α) 5 ώρες υπερεργασίας, για την οποία δικαιούται αμοιβή προσαυξημένη κατά 25% (β)3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για την οποία δικαιούται αμοιβή επίσης προσαυξημένη κατά 25% (γ) 7 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης (Β) από 1-4-2001 έως 15-6-2003 (α) 2 ώρες απλής επιπλέον εργασίας (κατά την διάρκεια της 2ης και 3ης σύμβασης, δηλ.

από 6-9-2001 μέχρι 15-6-2003), για την οποία δικαιούται το απλό ωρομίσθιο (β) 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για την οποία δικαιούται αμοιβή προσαυξημένη κατά 50% και (γ) 12 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για την οποία δικαιούται αμοιβή προσαυξημένη κατά 150%, ότι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο του ενάγοντος, που συνέπιπτε με το νόμιμο, ανερχόταν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα στα εξής ποσά (1) από 6-9-2000 έως 5-9-2001 σε 4,14€ (μηνιαίες αποδοχές 246.700 δρχ.

ή 723,996x0,006) (2) από 6-9-2001 μέχρι 31-8-2002 σε 4,56€ (μηνιαίες αποδοχές 259.100 δρχ. ή 760,386Εx0,006) και (3) από 6-9-2002 έως 15-6-2003 σε 4,726Ε (μηνιαίες αποδοχές 787,3Ε6x0,006), ότι με βάση τα παραπάνω και δη τις ως άνω αποδοχές του ενάγοντος και κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ο ενάγων δικαιούται (1) για αμοιβή κλπ.

λόγω παροχής εργασίας πέραν του ωραρίου του και ειδικότερα για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και παράνομες υπερωρίες το συνολικό ποσό των 18.023,946Ε (2) για διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας, με τον συνυπολογισμό και των αμοιβών για την παρεχομένη σταθερά και μόνιμα υπερεργασία και ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία και δη για (α) διαφορές επιδομάτων εορτών ποσό 1306,73Ε και (β) διαφορές επιδομάτων και αποδοχών αδείας ποσό 1781,7Ε (3) αμοιβή και αποζημίωση (διαφορά) για εκτός έδρας εργασία με διανυκτερεύσεις, απασχόληση κατ' αυτήν κατά Σάββατα και Κυριακές και μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης ποσό 321,31Ε και συνολικά για όλες τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 21.441,68Ε, με βάση δε τις παραδοχές αυτές εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και (α) υποχρέωσε την αναιρεσείουσα εναγομένη από το συνολικό αυτό ποσό να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 11.136,04€ και (β) αναγνώρισε ότι οφείλει να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 10.305,64Ε, με το νόμιμο τόκο κλπ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεχθέν ότι κατά τις ενδιάμεσες ώρες του ωραρίου εργασίας του ο ενάγων κατά μεν τις δύο ημέρες της πενθήμερης εργασίας του είχε εφημερία και παρέμενε υποχρεωτικά στο σχολείο κατά δε τις υπόλοιπες τρεις βρισκόταν σε κατάσταση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές δυνάμεις του, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα, ποιές ειδικότερα εργασίες όφειλε να εκτελέσει ο ενάγων, εάν παρίστατο ανάγκη κατά το ενδιάμεσο του ωραρίου του χρονικό διάστημα των τριών ημερών της εβδομάδας, κατά τις οποίες βρισκόταν σε γνήσια ετοιμότητα προς εργασία.

Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή του δευτέρου (και τελευταίου) λόγου αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ως εν μέρει βάσιμου, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της αμοιβής του ενάγοντος για παροχή εργασίας πέραν του ωραρίου του (υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή εργασία, απλή επιπλέον εργασία), αναγκαίως δε και κατά το κεφάλαιο για οφειλόμενες διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας, αφού αυτές προκύπτουν και επηρεάζονται από τον συνυπολογισμό των αμοιβών για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία και απλή επιπλέον εργασία, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στα δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 §3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2566/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας που ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ