Legislator Case Law & Legislation
1066/2008 AI generated

Supreme Court partially allows appeal for failure to consider police report and criminal court verdict as evidence.

Case Number 1066/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, finding the lower court erred by failing to properly consider specific evidence. The appellants argued that the Court of Appeal should have examined a police report and a criminal court verdict regarding the driver's identity, despite the lower court's claim of procedural invalidity. The Court ruled that the lower court's reasoning left doubts about whether these documents were actually weighed, necessitating a remand for further examination with a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Court of Appeal must consider all admissible evidence presented by parties, and a failure to do so or ambiguous reasoning regarding such evidence constitutes grounds for partial annulment and remand.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal annulment evidence consideration remand for retrial procedural defect police report admissibility criminal court verdict

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1066 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1066/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ...., 2) ...., 3) ...., 4) ...., 5) .... kai ..., ως ασκούντες από κοινού την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρύσα Σαλαβράκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Της εδρεύουσας στην ..... και έχουσας υποκατάστημα στην .... ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "...... Ο.Ε." νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Σακελλαρίου, 2) ψ2 ως ομορρύθμου μέλους της 1ης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Σακελλαρίου, 3) της εδρεύουσας στην Αθήνα ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοπανάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Οι αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/9/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 24/10/2002 αγωγή της 1ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2866/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 564/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/10/2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 27/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού, έγγραφα, που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα, για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και συγκεκριμένα από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων και ειδικότερα των εγγράφων, στα οποία αφορά ο αναιρετικός λόγος, οπότε είναι βάσιμος ο λόγος αυτός.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, το οποίο, κατ' άρθρο 681Α αυτού, εφαρμόζεται και επί διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, στην ειδική αυτή διαδικασία λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, αρά και έγγραφα άκυρα. Τέλος, κατά το άρθρο 211 περ.

α' του Κ.Πολ.Δ, με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο και όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανακρίσεως στην ίδια υπόθεση. Η ακυρότητα, που επέρχεται από την παραβίαση αυτή είναι σχετική κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.

και επομένως καλύπτεται, αν δεν προταθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, αναφορικώς με τις συνθήκες του ατυχήματος και το πρόσωπο του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 10-10-1999 και περί ώρα 4.20, ο Κ1, Αλβανικής υπηκοότητας,(στενός συγγενής των ήδη αναιρεσειόντων) οδηγώντας το υπ'αριθ.κυκλ. ........

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο είχε μισθωθεί από την ενάγουσα - εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη Ο.Ε. με την επωνυμία "........ Ο.Ε." ( ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) και ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα - εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη(ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε.", εκινείτο επί της Λεωφόρου ...

στην περιοχή ...... Αττικής, η οποία είναι οδός διπλής κατεύθυνσης με τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, στην τρίτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Αθήνα. Πριν τη συμβολή της οδού αυτής με την οδό ....... ο εν λόγω οδηγός έχοντας αναπτύξει ιλιγγιώδη για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα, ανώτερη των 170 K/h...

απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος, εξετράπη της πορείας του αριστερά και στη συνέχεια προσέκρουσε με σφοδρότητα με την εμπρόσθια δεξιά πόρτα του σε κολώνα φωτισμού της Δ.Ε.Η., με αποτέλεσμα την αποκοπή του οχήματος σε δύο τμήματα, εκ των οποίων το εμπρόσθιο παρέμεινε επί της κολώνας φωτισμού, ενώ το οπίσθιο εκσφενδονίσθηκε μαζί με τα τρία άτομα που επέβαιναν και καθόντουσαν στο οπίσθιο κάθισμα και τελικά ακινητοποιήθηκε διαγώνια σε απόσταση 21,40 μέτρων μετά την κολώνα φωτισμού και εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας της ως άνω Λεωφόρου.

Αποτέλεσμα του ως άνω ατυχήματος ήταν το κάθισμα του συνοδηγού να μετακινηθεί προς τα αριστερά και να υποχωρήσει κάτω από το κάθισμα του οδηγού, δηλαδή σε στάθμη χαμηλότερη του καθίσματος του οδηγού.... και να τραυματισθεί σοβαρά ο συνεπιβαίνων και συνοδηγός του οχήματος Γ1, ο οποίος υπέστη ρινορραγία - ωτορραγία, εκδορές προσώπου, έξοδο εγκεφαλικής ουσίας από το αριστερό αυτί...από τις οποίες κακώσεις ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ακαριαία ο θάνατός του.

Επίσης, αποτέλεσμα του ως άνω ατυχήματος ήταν να τραυματισθεί σοβαρά ο οδηγός του οχήματος Κ1, ο οποίος υπέστη βαριές κακώσεις θώρακος, κοιλίας και κάτω άκρων... από τις οποίες ως μονής ενεργού αιτίας επήλθε αργότερα ο θάνατός του στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας Πειραιά, όπου διακομίσθηκε. Για τις συνθήκες του ατυχήματος και την ευθύνη τον υπαίτιου οδηγού σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των αυτoπτών μαρτύρων Ζ1.

Ζ2 και Ζ3, οι οποίοι επέβαιναν επί του ζημιογόνου οχήματος και καθόντουσαν στο οπίσθιο κάθισμα. ερχόμενοι από το κέντρο διασκέδασης "......" , περιοχής ..... και όλοι τους καταθέτουν, ότι. οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν ο Κ1. Ειδικότερα, ο μάρτυρας Ζ1 καταθέτει, ότι αμέσως μετά το ατύχημα προσέτρεξε σε βοήθεια των δύο επιβαινόντων στο εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου και κατόρθωσε αυτοδύναμα να απεγκλωβίσει τον οδηγό Κ1, τον οποίο και απέθεσε ακόμα ζωντανό επί της νησίδας λόγω του γεγονότος ότι το κάθισμα του δεν είχε παγιδευτεί στη μάζα των λαμαρινών.

πράγμα το οποίο δεν κατέστη εφικτό και για τον παθόντα Γ1, τον οποίο νεκρό απεγκλώβησε πλήρωμα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Επίσης, το ότι οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν ο Κ1 προκύπτει και από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ..... και ....., οι οποίοι, μετά λόγου γνώσεως, καταθέτουν, ότι όλοι μαζί βγήκαν από το ως άνω κέντρο.

όπου συνδιασκέδαζαν, και κατευθύνθηκαν στα αυτοκίνητα, με τα οποία είχαν έλθει ο καθένας, ότι είδαν τους Ζ1, Ζ2, Ζ3, Γ1 και Κ1 να φεύγουν με ένα αυτοκίνητο μάρκας ..., το οποίο οδηγούσε ο Κ1 και ότι στη θέση του συνοδηγού είχε καθήσει ο Γ1 και στο πίσω κάθισμα οι υπόλοιποι. Παρόλα αυτά ο Ανθυπαστυνόμος του Τμήματος Τροχαίας Αιγάλεω Δ1, ο οποίος επελήφθη του τροχαίου συμβάντος την 4.35'ώρα άφιξης και έναρξης σύνταξης της έκθεσης αυτοψίας και του συνοδεύοντος αυτή σχετικού σχεδιαγράμματος από μη ορθή εκτίμηση των όσων συνέβησαν στο τροχαίο ατύχημα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο ίδιος, δεν έλαβε υπόψη του τις προφορικές διευκρινήσεις του αυτόπτη μάρτυρα Ζ1 και αναφέρει ως θανόντα τον Κ1.

τον οποίο, σημειωτέον, είχε ήδη παραλάβει ζωντανό, προ της άφιξης του, το ... όχημα του ΕΚΑΒ την 4.29'ώρα και είχε διακομισθεί στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας Πειραιά...χωρίς, επίσης, να αναφέρει στην έκθεση αυτοψίας ποια θέση είχε καταλάβει αυτός εντός του ζημιογόνου οχήματος κατά τη στιγμή της ένδικης πρόσκρουσης, αλλ' ούτε ότι αυτός δεν ανευρεθή στον τόπο του ατυχήματος κατά την άφιξή του, δηλώνοντας ως αναφερόμενο οδηγό τον Γ1.

Τέλος, στην ως άνω έκθεση αυτοψίας δηλώνεται ,επίσης, ότι η θέση του συνοδηγού είχε μετακινηθεί προς τη θέση του οδηγού και σε επίπεδο υψηλότερο αυτής του οδηγού, χωρίς να αναφέρει ποιος των επιβαινόντων στο όχημα καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Όμως οι φωτογραφίες, που συνοδεύουν την από ..... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ......., αποτυπώνουν το ακριβώς αντίθετο, όπως ειπώθηκε παραπάνω.

Συνεπώς, στην έκθεση αυτοψίας, βάσει όλων των ευρημάτων και καταθέσεων, δεν έχει αποτυπωθεί όλη η αλήθεια, την οποία όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της έκθεσης και του σχεδιαγράμματος, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Παναγιώτης Αγγελόπουλος, ο οποίος στην υπ'αριθ........

υποβλητική αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για τη θέση στο αρχείο της σχετικής ποινικής δικογραφίας αναφέρει τα εξής; " Η εκδοχή της υποβλητικής αναφοράς και εκθέσεως αυτοψίας των προανακριτικών υπαλλήλων της Τροχαίας Αιγάλεω, ότι οδηγός του οχήματος ήταν ο Γ1 (νεκρός), δεν επιβεβαιώνεται λόγω της ολοσχερούς καταστροφής του οχήματος και είναι εντελώς αντίθετη με τις μαρτυρίες των αυτοπτών μαρτύρων λοιπών τραυματισθέντων, που αναφέρουν ως οδηγό τον Κ1".

Και είναι μεν αληθινό, ότι με την 29652/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών οι τρεις επιβαίνοντες του ζημιογόνου οχήματος και επιζώντες αυτόπτες μάρτυρες Ζ1, Ζ2 και Ζ3 καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών ο καθένας για ψευδορκία μάρτυρα, αναφερόμενη στις ένορκες καταθέσεις τους τις οποίες έλαβε κατά την προανάκριση ο συντάξας την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα Ανθυπαστυνόμος του Τμήματος Τροχαίας Αιγάλεω Δ1, με το σκεπτικό ότι "...Τα παρακάνω επιβεβαιώνει κυρίως ο μάρτυρας Δ1, ο οποίος διενήργησε και την προανάκριση και έχει συντάξει και το σχετικό έγγραφο".

Πλην όμως η εν λόγω κατάθεση του προανακριτικού αυτού υπαλλήλου, με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το δικάσαν ως άνω Ποινικό Δικαστήριο. αφού. σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, κατά το άρθρο 211 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα.

Από τα παραπάνω περιστατικά, τα οποία προκύπτουν από τα πιο πάνω στοιχεία γίνεται φανερόν, ότι το ένδικο ατύχημα και οι συνέπειές του οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, Κ1, και ειδικότερα σε αμέλεια του, η οποία συνίσταται...." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε εν μέρει, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την έφεση των αναιρεσειόντων μελών της οικογένειας του θανόντος αλλοδαπού κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου όσον αφορά τις διατάξεις της, με τις οποίες αυτό, αφού έκρινε ομοίως, ότι δηλαδή οδηγός του αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ο ως άνω στενός συγγενής των αναιρεσειόντων, απέρριψε την αγωγή αυτών κατά των αναιρεσιβλήτων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και δέχθηκε την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας κατά των αναιρεσειόντων για αποζημίωση λόγω της καταστροφής του ζημιογόνου αυτοκινήτου της.

Οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατέθεσαν στο Εφετείο, προς απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού τους ότι οδηγός του αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ο προαναφερόμενος επίσης θανών Γ1 και όχι ο εν λόγω συγγενής τους, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, εκτός των άλλων, και το από .....

Δελτίο Παροχής Βοήθειας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Αθηνών, το οποίο συντάχθηκε για τη βοήθεια, που όργανά της προσέφεραν κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα. Στο Δελτίο αυτό αναγράφεται, ότι οι πυροσβέστες απεγκλώβισαν με τη χρήση ψαλίδας, νεκρό, τον Γ1 από τη θέση του οδηγού. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, δεν μνημονεύει ειδικώς ούτε αξιολογεί το πιο πάνω αποδεικτικό έγγραφο, βεβαιώνει, όμως, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα, πως στο αυτοκίνητο, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, οδηγός ήταν ο Κ1 και συνοδηγός ο Γ1, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων, και "...όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και αντίγραφα των εγγράφων της ποινικής δικογραφίας".

Αλλά από τη γενική αυτή διαβεβαίωση σε συνδυασμό προς τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες δεν αναφέρεται με σαφήνεια, ότι τα αστυνομικά όργανα και τα όργανα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, που προσήλθαν στον τόπο του ατυχήματος αμέσως μετά από αυτό, βρήκαν στη θέση του οδηγού, νεκρό, τον Γ1 και μάλιστα εγκλωβισμένο στις λαμαρίνες των εξαρτημάτων του αυτοκινήτου και αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν μηχανικά μέσα για να τον απεγκλωβίσουν, ούτε διευκρινίζεται πώς αυτός, που φέρεται ως συνοδηγός, εκτόπισε τον Αλβανό υπήκοο από τη θέση του οδηγού, στην οποία φέρεται ότι καθόταν πριν από το ατύχημα, και κατέλαβε τη θέση αυτή εκείνος (Γ1) και σε ποιο μέρος του αυτοκινήτου βρέθηκε ο αλλοδαπός και γιατί δεν είχε εγκλωβιστεί και αυτός στη θέση του οδηγού, στην οποία φέρεται, ότι καθόταν, με αποτέλεσμα, όπως εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλομένη, να τον βγάλει από το αυτοκίνητο αυτοδυνάμως ο κατονομαζόμενος συνεπιβάτης, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι για το κρίσιμο ζήτημα του προσώπου του οδηγού του αυτοκινήτου κατά το ατύχημα το Εφετείο έλαβε υπόψη και το προαναφερόμενο Δελτίο Παροχής Βοήθειας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Αθηνών.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο στηρίζει την κρίση του ότι οδηγός του αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ο Κ1, πρωτίστως, στις ληφθείσες κατά τη διενέργεια αστυνομικής προανακρίσεως για τις συνθήκες του ατυχήματος καταθέσεις των μαρτύρων Ζ1, Ζ2 και Ζ3, οι οποίοι ήταν συνεπιβάτες, καθήμενοι στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, και με τις καταθέσεις αυτές βεβαιώνουν, ότι οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο ως άνω αλλοδαπός και όχι ο Γ1.

Αλλά, όπως προκύπτει από την 29652/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που επίσης οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν με επίκληση στο Εφετείο, οι ανωτέρω μάρτυρες, για τις καταθέσεις τους αυτές, κρίθηκαν ένοχοι ψευδορκίας και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών ο καθένας. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχολιάζοντας την ποινική αυτή απόφαση, αποφαίνεται ότι το ποινικό δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση στην κατάθεση του εξετασθέντος ως μάρτυρα ανθυπαστυνόμου του Τμήματος Τροχαίας Αιγαλέω Δ1, ο οποίος διενήργησε και την προανάκριση για το τροχαίο ατύχημα και έχει συντάξει την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα και προσθέτει ότι "...η εν λόγω κατάθεση του προανακριτικού αυτού υπαλλήλου, με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το δικάσαν ως άνω Ποινικό Δικαστήριο, αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, κατά το άρθρο 211 εδ.

α' Κ.Ποιν.Δ, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα". Κατ' αρχήν, η κρίση αυτή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν είναι ορθή, διότι ο ανωτέρω αστυνομικός, που εξετάστηκε ως μάρτυρας σ' αυτό, δεν είχε ασκήσει προανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση, αφού αυτά αφορούν την υπόθεση του τροχαίου ατυχήματος και η δίκη στο εν λόγω δικαστήριο αφορά την κατηγορία της ψευδορκίας κατά των προαναφερθέντων μαρτύρων, προσέτι δε διότι, όπως προκύπτει από την επίμαχη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, οι κατηγορούμενοι δεν προέβαλαν αντίρρηση για την εξέταση ως μάρτυρα του ανωτέρω αστυνομικού κι επομένως τυχόν ακυρότητα της διαδικασίας από την εξέταση αυτή καλύφθηκε.

Σε κάθε όμως περίπτωση, η εν λόγω καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ακόμη και ως αποδεικτικό έγγραφο, έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη. Αλλά από την προπαρατιθέμενη αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, καταλείπονται αμφιβολίες, ενόψει της προβαλλομένης δήθεν ακυρότητας της ποινικής διαδικασίας, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και την πιο πάνω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του συμπεράσματος περί του προσώπου του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος.

Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των προαναφερθέντων δυο αποδεικτικών εγγράφων (Δελτίο Παροχής Βοήθειας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) είναι βάσιμοι.

Κατόπιν αυτού και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ως προς το απορριπτικό της εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλητων μέρος της καθώς και ως προς τη συναφή διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από δικαστές άλλους από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 5644/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ