Legislator Case Law & Legislation
1065/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for negligence causing bodily harm, rejecting procedural and substantive grounds.

Case Number 1065/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for bodily harm by negligence, ordering him to pay legal costs. The appellant argued for procedural defects and the application of a specific mitigation clause, but the court found these claims baseless. The court determined that the lower court properly evaluated all evidence, including the defense witness and the defendant's confession, and that the appellant failed to substantiate his requests for leniency.

Legislator headnote

AI generated

Articles 466(1), 474(2A), 510(1)(A), (D), (E) of the Code of Criminal Procedure; Article 84(2)(d) of the Penal Code: An appeal is inadmissible if the appellant fails to substantiate the grounds for leniency with a specific plea, and claims of lack of reasoning regarding guilt are rejected as they challenge the unreviewable substantive judgment.

Keywords

AI generated
bodily harm by negligence appeal against conviction lack of reasoning specific plea requirement evaluation of evidence legal costs procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 466(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 474(2A) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(A) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(D) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(E) of the Code of Criminal Procedure
Article 84(2)(d) of the Penal Code
Article 578(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1065 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1065/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χρήστου Μπαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρήγα, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 30/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου - Μεταβατικό Κω.

Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ε. Χ. του Σ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου-Μεταβατικό Κω με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.07.2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 30.07.2024 έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 5404/2024 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 25-7-2024 αίτηση του Κ. Σ. του Π., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ'αριθμ.30/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου, Μεταβατικής Έδρας Κώ, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα από τον ίδιο, με δήλωσή του επιδόθηκε στο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 30/7/2024 (άρθρ.466 παρ.1, 474 παρ.2Α) και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογεγραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδαφ.α του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 10/7/2024 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 30/7/2024, εντός δηλαδή της προβλεπόμενης στο άρθρο 473 αρ.2 ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας για την άσκηση αναίρεσης από τον κατηγορούμενο.

Τυγχάνει επίσης παραδεκτή, διότι ασκήθηκε από πρόσωπο που είχε δικαίωμα και έννομο προς τούτο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει παραδεκτούς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ 'του ΚΠΔ, της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και της έλλειψης αιτιολογίας, ως προς την περί ενοχής κρίση, και στοιχ.Ε' της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης ως προς την απόρριψη της αιτηθείσας ελαφρυντικής περίστασης (άρ.462 παρ.1β, 464, 474 παρ.4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ).

Πρέπει επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, χωρίς την παρουσία της υποστηρίζουσας την κατηγορία Ε. Χ., η οποία αν και κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανιστεί στην αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής συνεδρίαση, με επίδοση της σχετικής κλήσης, με θυροκόλληση στην κατοικία της (σχετ.

από 17/12/2024 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχ/κα του Α.Τ Αρχάγγελου Ρόδου Κ.Μ.), και στον αντίκλητο δικηγόρο της (σχετ. από 30/9/2024 αποδεικτικό επίδοσης του Υπ/κα του Α.Τ Καλύμνου Δ.Κ. ) δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα στη δικάσιμο αυτή, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ωστόσο η συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της , σα να ήταν και αυτή παρούσα (αρθ.515 παρ.2 ΚΠΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 510§1 Α' ΚΠΔ, ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση είναι και η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (171 ΚΠΔ). Κατά δε το άρθρο 171 παρ.1δ' απόλυτη ακυρότητα προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση και την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 363 του ΚΠΔ, "1. Στις περιπτώσεις που κρίνεται αιτιολογημένα ότι είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, μη ανεύρεσης του λόγω αδυναμίας εντοπισμού της διεύθυνσης κατοικίας του ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση ή αυτεπαγγέλτως, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 354.

Η ανάγνωση της ένορκης κατάθεσης της προδικασίας χωρίς τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. 2. Σε περιπτώσεις που η εμφάνιση του απόντος μάρτυρα στο ακροατήριο είναι εφικτή, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία διαβάζεται στο ακροατήριο μόνον εφόσον συναινεί ρητώς ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος που τον εκπροσωπεί, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αίτησης από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη, καθώς, επίσης, και όταν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση, παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου και χωρίς να βεβαιώσει το Δικαστήριο την αδυναμία εμφάνισής του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα, που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ.

δ' της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997), να εξετάζει και να ελέγχει τους μάρτυρες (ΑΠ 815/2023,ΑΠ 681/2023, ΑΠ 1012/2023). Δεν δημιουργείται, όμως, καμία ακυρότητα, όταν το Δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία ακόμη και χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, εφόσον ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του συνήνεσαν ρητά στην ανάγνωσή της (ΑΠ 815/2023, ΑΠ 681/2023, ΑΠ 640/2022, ΑΠ 1274/2022, ΑΠ 1375/2021).

Επίσης, δεν δημιουργείται ακυρότητα, όταν το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα αναγνώσει την ένορκη κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας, έστω και αν εναντιωθεί στην ανάγνωση ο κατηγορούμενος, εφόσον βεβαιώσει ότι η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο είναι αδύνατη, ούτε δε προσκρούει η ανάγνωση αυτή στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. δ' της ΕΣΔΑ, κατά την οποία ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να εξετάσει ή να ζητήσει να εξετασθούν οι μάρτυρες κατηγορίας και να επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης, καθόσον το τελευταίο προϋποθέτει ότι η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο είναι δυνατή. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στην εκ μέρους του κατηγορούμενου απόλυτη επιλογή των μαρτυρικών καταθέσεων που ελήφθησαν ενόρκως κατά την προδικασία και την μη αξιολόγηση και αχρήστευση των καταθέσεων της προδικασίας που δεν θα επιθυμούσε να ληφθούν υπόψη (ΑΠ 716/2023, ΑΠ 714/2020, ΑΠ 508/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. γ'-δ' του ΚΠΔ (κύρια συζήτηση στην έφεση) "Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 363 και τα έγγραφα υπό τους όρους του άρθρου 363". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η ανάγνωση, στην κατ` έφεση δίκη, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχομένων σ` αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν είναι υποχρεωτική (ΑΠ 81/2024, ΑΠ 640/2022), η ανάγνωση δε των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης έχει την έννοια και της ανάγνωσης του περιεχομένου των εγγράφων που αναφέρονται σε αυτά (ΑΠ 640/2022, ΑΠ 1328/2019, ΑΠ 1021/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α' , σε συνδ. με άρθρο 171 αριθ.1 παρ. δ' του ΚΠΔ), ισχυριζόμενος ότι το ως άνω δικάσαν Δικαστήριο προς στήριξη της σε βάρος του καταδικαστικής του κρίσης, ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του, ως αποδεικτικά στοιχεία, προανακριτικές καταθέσεις απόντων μαρτύρων, χωρίς τη συναίνεσή του και ειδικότερα τις από 19/7/2026, 26/7/2016, 16/7/2016 και 19/7/2016 προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Μ. Ζ., Δ. Λ., Α. Τ. και Α. Σ., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο.

Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σ' αυτή πρακτικών (σελ.12, 15-17 και 19) προκύπτει ότι μετά την εκφώνηση των μαρτύρων του κατηγορητηρίου (Ε. Χ., Α. Γ., Ι. Ο.) και την εξέταση των δύο πρώτων που βρέθηκαν παρούσες, κατά ακόλουθο στάδιο της ανάγνωσης των εγγράφων, αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, ύστερα από πρόταση της Εισαγγελέως, υπ'αριθμ.971/2023 πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Κω και τα ενσωματωμένα σε αυτήν Πρακτικά, μαζί με τα αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση έγγραφα, μεταξύ των οποίων μνημονεύονται, ως σχετικά 32, 33, 34 και 35 , οι από 19/7/2016, 26/7/2016, 16/7/2016 και 19/7/20216 εκθέσεις ένορκης εξέτασης των μαρτύρων Μ. Ζ., Δ. Λ., Α. Τ. και Α. Σ. αντίστοιχα. Για την ανάγνωση της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης και των πρακτικών της, καθώς και περιεχομένων σ'αυτήν προαναφερόμενων μαρτυρικών καταθέσεων ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ουδεμία αντίρρηση εξέφρασε.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προαναφερόμενης 971/2023 πρωτόδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κώ (σελ.38), στην οποία ήταν ενσωματωμένα και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι μεταξύ των αναγνωσθέντων στην δίκη αυτή εγγράφων περιλαμβάνονται και οι προαναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις, οι οποίες αναγνώσθηκαν κατόπιν προσκομίσεώς τους από τον συνήγορο του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ο οποίος και αιτήθηκε την ανάγνωσή τους.

Όπως δε προκύπτει από τα ίδια ως άνω πρακτικά πριν από την ανάγνωση κάθε εγγράφου, η Προεδρεύουσα ανακοίνωνε το έγγραφο που επρόκειτο να αναγνωστεί και ρωτούσε την Εισαγγελέα, τους συνέδρους, τον συνήγορο της παριστάμενης για την υποστήριξη της κατηγορίας και τον συνήγορο υπεράσπισης, εάν είχαν αντίρρηση για την ανάγνωση και εκείνοι απαντούσαν αρνητικά.

Ο αναιρεσείων, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω ανάγνωσης και αποδεικτικής αξιοποίησης των ανωτέρω προανακριτικών καταθέσεων, χωρίς τη ρητή συναίνεσή του. Οι αιτιάσεις αυτές κρίνονται αβάσιμες ως στηριζόμενες προδήλως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον το Δικαστήριο ανέγνωσε μεν τις επίμαχες προανακριτικές καταθέσεις χωρίς τη ρητή συναίνεση του κατηγορούμενου-αναιρεσειοντος, πλην όμως δεν ανέγνωσε αυτές κατ' εφαρμογήν του άρθρου 366 παρ.1 ΚΠΔ, ώστε να απαιτείται η συνδρομή των διαγραφόμενων σ'αυτήν όρων, όπως αναλύθηκαν στη μείζονα σκέψη, αλλά (εν.τις ανέγνωσε) στα πλαίσια της υποχρεωτικής (αρ.502 ΚΠΔ) ανάγνωσης των πρακτικών της εκκαλουμένης αποφάσεως, όπου υπάρχει η καταχώριση των ανωτέρω καταθέσεων ως αναγνωσθέντων εγγράφων, συνεκτίμησε δε αυτές, κατά λογική αναγκαιότητα με την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, και ως εκ τούτου το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να προβεί στον έλεγχο των προϋποθέσεων εμφάνισης των ως άνω μαρτύρων (ανέφικτο παρουσίας, ρητή συναίνεση κατηγορούμενου), η οποία συναίνεση άλλωστε, υπήρχε, αφού όπως προεκτέθηκε τις εν λόγω καταθέσεις είχε προσκομίσει ο ίδιος ο αναιρεσείων.

Με βάση τα ανωτέρω και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν παραβιάστηκαν, τα άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ και 6 παρ. 3 στοιχ. δ της ΕΣΔΑ, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α' του ΚΠΔ είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ (ν. 4619/2019), η οποία, λόγω του ανώτατου ορίου της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης του προϊσχύσαντος ΠΚ και εφαρμόσθηκε εν προκειμένω, "Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας" κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "Από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν"".

Aπό τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται : α) πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλου, β) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική γ) να μπορούσε ο δράστης, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και, κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το επελθον αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και δ) να υπάρχει αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του (ΟλΑΠ 4/2010, ΑΠ 928/2024, ΑΠ 532/2024, ΑΠ 1482/2019).

Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα εξ αυτών, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ` επιλογή (ΟΛΑΠ 3/2012, ΑΠ 560/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 900/2022, ΑΠ 520/2022).

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ή από ποιο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή (ΑΠ 560/2023 ΑΠ 481/2022, 520/2022, 1/2020). Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε υπάρχει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1/2020, ΑΠ 950/2019).

Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στην περίπτωση αυτή με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 560/2023, ΑΠ 1155/2022, ΑΠ 363/2020, ΑΠ 41/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτώς επισκοπούμενη, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου Μεταβατικής Έδρας Κώ, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατά το είδος τους μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στις 18-07-2016 και περί ώρα 03:05, ο κατηγορούμενος ήταν ακινητοποιημένος στο χώρο του Λιμένα Καλύμνου με το με αριθμό κυκλοφορίας ...

φορτηγό αυτοκίνητο του, εργοστασίου κατασκευής Vοlνο, τύπου ΡΗ12, που ρυμουλκούσε το επικαθήμενο με αριθμό κυκλοφορίας ..., περιμένοντας να το επιβιβάσει στο Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο "ΒLUE STAR ΠΑΡΟΣ", που είχε μόλις καταπλεύσει στον ανωτέρω λιμένα, ο χώρος του οποίου (λιμένα) είχε πλάτος οδοστρώματος 34,50 μέτρα, η άσφαλτος του ήταν ξηρή και, μολονότι ήταν νύχτα, ο φωτισμός ήταν επαρκής (καθώς προ του καταπέλτη του πλοίου υπήρχε κολώνα φωτισμού, ενώ ήταν αναμμένοι και προβολείς του πλοίου), ενώ η ορατότητα δεν περιοριζόταν και επικρατούσαν συνθήκες καλοκαιρίας.

Κατά το ανωτέρω χρονικό σημείο είχε ήδη ολοκληρωθεί η αποβίβαση των επιβατών, με εξαίρεση την εγκαλούσα Ε. Χ., η οποία, κατά τον ανωτέρω χρόνο, αποβιβαζόταν του πλοίου από την αριστερή αυτού μπουκαπόρτα (δεξιά όπως έβλεπε κάποιος το πλοίο από το λιμάνι) έχοντας μείνει τελευταία από τους επιβάτες και ενώ εκείνη τη στιγμή υπήρχαν εντός του χώρου του λιμένα μόνο τράκτορες που ρυμουλκούσαν οχήματα προκειμένου να τα φορτώσουν στο ανωτέρω Ε/Γ-Ο/Γ.

Κατά την ίδια χρονική στιγμή που αποβιβαζόταν του πλοίου η εγκαλούσα, ο κατηγορούμενος, έχοντας πρόθεση να στρίψει δεξιά, προκειμένου να μπορέσει να ευθυγραμμίσει το όχημα του και να επιβιβασθεί στη συνέχεια στο επιβατηγό πλοίο με οπισθοπορεία και ενώ ολοκλήρωνε τον ελιγμό του προς τα δεξιά και πριν ακόμη ευθυγραμμίσει το όχημά του, συγκρούσθηκε με τον εμπρόσθιο δεξιό τροχό του οχήματος του στο σώμα της Ε.

Χ., η οποία, όπως προκύπτει από τις μαρτυρικές καταθέσεις των Δ. Λ. και Α. Τ., σε εκείνο το χρόνο πηγαινοερχόταν εντός του χώρου του λιμένα (εντός και εκτός του πλοίου) μαζί με την κόρη της Α. Γ. και τον Α. Τ. από το πλοίο προς τον λιμένα της Καλύμνου και αντιστρόφως προκειμένου να μεταφέρουν τις αποσκευές της εγκαλούσας.

Από την ως άνω σύγκρουση η Ε. Χ. υπέστη σύνθλιψη μαλακών μορίων και κάταγμα κάτω τρίτου τριτημορίου κνήμης - περόνης. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η ένδικη σύγκρουση και ο επακόλουθος τραυματισμός της εγκαλούσας, ανεξαρτήτως της συνυπαιτιότητας της τελευταίας, των λιμενικών υπαλλήλων και των μελών του πληρώματος του πλοίου, που επέβλεπαν την αποβίβαση και μετεπιβίβαση των επιβατών και των οχημάτων στο πλοίο, οφείλεται και στον κατηγορούμενο, ο οποίος, παρά το γεγονός ότι όφειλε, ως εκ της ιδιότητος του ως επαγγελματία οδηγού του προρρηθέντος φορτηγού μετά του επικαθημένου, να ελέγξει την κίνηση και παρουσία πεζών στο χώρο του λιμένα και μπορούσε, ως έκτων επικρατουσών συνθηκών (καλοκαιρία, επαρκής φωτισμός),ευχερώς να το πράξει, αντ' αυτού, αιφνιδίως και παρά το γεγονός ότι δεν είχε λάβει εντολή από το Ναύκληρο του πλοίου, Μ.

Ζ. και τον Ύπαρχο αυτού, Α. Σ., να εισέλθει στο πλοίο (καθώς αυτοί είχαν δώσει τη σχετική εντολή σε άλλον οδηγό, τον Β. Μ., ο οποίος ήδη είχε λάβει θέση μπροστά στον καταπέλτη, περιμένοντας τον προηγούμενο αυτού οδηγό, το Ν. Μ., που βρισκόταν ήδη στον καταπέλτη, να ολοκληρώσει την επιβίβαση του στο πλοίο), αλλά ούτε να προβεί στην σχετική αναστροφή του οχήματος του., χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των πεζών στο σημείο, προέβη σε έναν απότομο ελιγμό προκειμένου να επιβιβαστεί στο Ε/Γ- Ο/Γ "BLUE STAR ΠΑΡΟΣ", όπως περί όλων των ανωτέρω σαφώς κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο μάρτυρας Ι.

Ο. του Ν., Επικελευστής του Λιμενικού Σώματος, που υπηρετεί στο Λιμεναρχείο Καλύμνου, του οποίου η κατάθεση ως αξιόπιστη ελέγχεται, αφού κατά τη στιγμή του ατυχήματος εκτελούσε χρέη εξωτερικού σκοπού στο λιμάνι, εντεταλμένου με την εφαρμογή των μέτρων τάξης εν αναμονή του κατάπλου του ανωτέρω Ε/Γ - Ο/Γ πλοίου, ήταν δε εκείνος που, όπως κατέθεσε στην πρωτοβάθμια δίκη, είχε υποδείξει στον κατηγορούμενο να περιμένει ακινητοποιημένος στη νότια πλευρά του λιμένα, περιμένοντας την άδεια από τα προς τούτο επιτετραμμένα μέλη του πληρώματος για να αρχίσει τη διαδικασία επιβίβασής του στο πλοίο, κάτι το οποίο ο τελευταίος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν έπραξε.

Ο ύψιστος βαθμός της αμέλειας του κατηγορουμένου προκύπτει άλλωστε και από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απολογία του, κατά την οποία ισχυρίσθηκε ότι δεν ήταν υποχρέωσή του να παρατηρεί την κίνηση εντός του χώρου του λιμένος και ότι μοναδική του ευθύνη ήταν να περιμένει την εντολή των αρμοδίων για να εισέλθει στο πλοίο ("Δεν είναι απαραίτητο να χαζεύω το Λιμάνι εκείνη την στιγμή.

Εφόσον δεν έχω λόγο. Εκείνη την στιγμή εγώ ήμουνα σταθμευμένος και μέχρι να ακούσουμε το όνομα μας, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να κοιτάμε, ούτε ποιος μπαίνει, ούτε γιατί μπαίνει, ούτε τι.., η υποχρέωση η δική μου, η προσωπική υποχρέωσή μου είναι αφού λάβω την εντολή... Δεν έχω λόγο να είμαι καρφωμένος στο λιμάνι για το ποιός περπατάει, αν επιτρέπεται να περπατάει, αν δεν επιτρέπεται, ποιός τον άφησε, αυτά δεν είναι δική μου δουλειά και νομίζω ότι κανενός δηλαδή...

Και δεν είμαι σε θέση και ούτε νομίζω μου πέφτει λόγος και με αφορά σε αυτό το πράγμα να ... να ελέγχω τους πάντες"), για το λόγο, εξάλλου, αυτόν δεν είδε την παθούσα, όπως ομολόγησε τόσο στο παρόν όσο και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με συνέπεια της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του τον βαρύτατο τραυματισμό της παθούσας Ε.

Χ., μη διακοπτομένου καθ' οιονδήποτε τρόπο του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράλειψης του κατηγορουμένου και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος της σωματικής βλάβης της ανωτέρω εγκαλούσας". Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης, της απλής σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο (άρθρ. 26 εδ.

β', 28, 314 παρ. 1 εδ.α' ΠΚ ), και του επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, που ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθα διατακτικό: "Στην Κάλυμνο, την 16-07-2016, από αμέλειά του, δηλαδή έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και προκάλεσε σωματική κάκωση στην Ε.

Χ. του Σ., αν και ήταν υπόχρεος λόγω του επαγγέλματος του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την οδήγηση. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ως επαγγελματίας οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγού αυτοκινήτου, που ρυμουλκούσε επικαθήμενο με αριθμό κυκλοφορίας ..., ενώ ήταν κινητοποιημένος στο χώρο του λιμένα Καλύμνου, αιφνιδίως και χωρίς να λάβει σχετική εντολή από κανέναν αξιωματικό του Λ,Σ., ούτε από τα προς τούτο αρμόδια μέλη του πληρώματος του άνω πλοίου και χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των πεζών στο σημείο, προέβη σε έναν απότομο ελιγμό, προκειμένου να επιβιβαστεί στο Ε/Γ - Ο/Γ "BLUE STAR ΠΑΡΟΣ" Ν.Π. ..., με αποτέλεσμα, την ώρα που η Ε.

Χ. του Σ. είχε ήδη επιβιβαστεί από το ανωτέρω πλοίο και προχωρούσε πεζή προς την έξοδο του λιμανιού, ο κατηγορούμενος να μην αντιληφθεί εγκαίρως την παρουσία της, να την παρασύρει με τη δεξιά μπροστινή ρόδα του και να της προκαλέσει σύνθλιψη μαλακών μορίων και κάταγμα κάτω τρίτου τριτημορίου κνήμης - περόνης".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1 εδ.

β', 28 παρ.1α 314 παρ.1, εδ. α' του ΠΚ. Ειδικότερα προσδιορίζεται με σαφήνεια τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό το είδος του τραυματισμού της παθούσας, οι ακριβείς συνθήκες τέλεσης του άνω αδικήματος, αφού γίνεται επαρκής αναφορά των παραλείψεων που θεμελιώνουν την αμέλεια του αναιρεσείοντος, με λεπτομερή προσδιορισμό της συμπεριφοράς του.

Ειδικότερα αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος επαγγελματίας οδηγός φορτηγού οχήματος μετά επικαθήμενου πραγματοποίησε απότομο ελιγμό ευθυγράμμισης του οχήματός του προκειμένου να επιβιβαστεί στο πλοίο, χωρίς να έχει ελέγξει την παρουσία και κίνηση πεζών στον χώρο του λιμένα και χωρίς να έχει λάβει, από τους αρμόδιους λιμενικούς υπαλλήλους που επέβλεπαν την αποβίβαση και επιβίβαση των επιβατών και των οχημάτων, σχετική εντολή επιβίβασης,.

Προσέτι προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας, ως μη ενσυνείδητης, με τη ρητή παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις να καταβάλει, δεν προέβλεψε την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος. Τέλος διαλαμβάνεται ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προπεριγραφόμενης αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και του επελθόντος αξιόποινου αποτελέσματος, αφού σαφώς δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η σωματική βλάβη της παθούσας οφείλεται στην παράλειψη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου να ελέγξει, ως όφειλε και μπορούσε, την κίνηση των πεζών στο σημείο, η οποία (παράλειψη) και αποτέλεσε την αποκλειστική αιτία του αποτελέσματος.

Περαιτέρω και σε σχέση με τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι: α) ήταν αδύνατο να δει στην παθούσα καθώς αυτή βρισκόταν σε τυφλό σημείο ήτοι έμπροσθεν του δεξιού τροχού κάτω από το ύψος του καθρέπτη από την πλευρά του συνοδηγού και β) ότι το Δικαστήριο προήλθε στην καταδίκη του χωρίς να λάβει υπόψη του και αξιολογήσει όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως, Ν.

Τ. και την απολογία του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι αβάσιμες καθώς το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε ευχερώς ως εκ των επικρατουσών συνθηκών, να ελέγξει την κίνηση και παρουσία πεζών στο χώρο του λιμένα και ότι προέβη αιφνιδίως σε απότομο ελιγμό αναστροφής προκειμένου να εισέλθει στο πλοίο χωρίς ελέγξει προηγουμένως την ύπαρξη και κίνηση πεζών και χωρίς να έχει λάβει, από τους αρμόδιους λιμενικούς, σχετική εντολή επιβίβασης.

Ακόμη, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως, κατά το είδος τους, όλα τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, απολογία κατηγορούμενου), από τη συνεκτίμηση των οποίων, χωρίς κάποιο να εξαιρεθεί, το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτίθενται και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται, κατά νόμο, αναγκαία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τί προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική τους εκτίμηση, ενώ από το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν συνάγεται ότι αποκλείστηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά, από το όλο δε περιεχόμενο της αποφάσεως καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του αιτιολογικού της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Από αυτό προκύπτει ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσεώς του έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Ν. Τ., καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η οποία μάλιστα και μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη (σελ.22 :

όπως ομολόγησε τούτο στο παρόν όσο και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο). Οι λοιπές αιτιάσεις που αναφέρονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες, καθώς με την επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με την οποίαν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία ως προς την περί ενοχής κρίση είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τον τρίτο λόγος αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 84 παρ.2δ του ΠΚ , ως προς την απόρριψη του προβληθέντος (κατά τον αναιρεσείοντα) αυτοτελούς ισχυρισμού της ειλικρινούς μετάνοιας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι όπως προκύπτει από τα παραδεκτά επισκοπούμενα, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά ή διορθωθεί, ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο τον αυτοτελή ισχυρισμό εκ του άρθρου 84 παρ.2δ όπως αβασίμως ισχυρίζεται, αλλά τον εκ του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ (σελ.23 " στο σημείο αυτό ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο του κατηγορούμενου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2β' ΠΚ , ήτοι ότι ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά.

Το ίδιο δε ζήτησε και ο κατηγορούμενος", επί αυτού δε του πράγματι προβληθέντος ισχυρισμού (84 παρ.2β' ΠΚ) έκρινε και το Δικαστήριο, απορρίπτοντας αυτόν ως αόριστο. Η δε περιεχόμενη στην απολογία του αναιρεσείοντος, όλως αόριστη φράση, "Να πω ένα μεγάλο συγγνώμη για το συμβάν" δεν μπορεί θεωρηθεί ότι αποτελεί, καθ' υποφοράν, αυτοτελή ισχυρισμό για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιας, όπως, αβασίμως, επικαλείται ο αναιρεσείων .

Κατόπιν τούτων και, αφού δεν υπάρχουν άλλοι παραδεκτοί λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-7-2024 αίτηση του Κ. Σ. του Π., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 30/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου, Μεταβατικής Έδρας Κώ.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Αυγούστου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ