Legislator Case Law & Legislation
1065/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to contradictory factual findings regarding cyclist's actions.

Case Number 1065/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision in a traffic accident case. The court found the lower court's reasoning contradictory, noting the appellant crossed the road from the left while the court simultaneously claimed he would have avoided the crash if riding on the right. Consequently, the appeal was accepted, the lower judgment was annulled, and the case was remitted for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 16 of the Code of Criminal Procedure: When a court of appeal finds that the lower court's reasoning regarding the facts of a case is contradictory or lacks logical basis, the appeal is admissible and the lower judgment must be annulled.

Keywords

AI generated
contradictory reasoning traffic accident liability cycling on road appeal admissibility remittal for retrial Code of Civil Procedure Court of First Instance

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Articles 1846, 1847 of the Civil Code
Article 16 of the Code of Criminal Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1065 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1065/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γρηγορίου Κάρτσακλα του Δημητρίου, κατοίκου Πρέβεζας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. συζ. Α. Π., το γένος Π. Γ., 2) Α. Π. του Ν., 3) Ε. - Λ. Π. του Α., 4) Ν. Π. του Α., 5) Π. Π. του Α., κατοίκων ..., 6) Ε. Γ. του Π., 7) Σ. συζ. Ε. Γ., το γένος Ν., κατοίκων Α., 8) Ε. Γ. του Π. και Σ. συζ. Ε. Γ., κατοίκων ... ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους α. Π. Γ. του Ε. και β. Χ. Γ. του Ε., 9) Β. συζ. Γ. Π., το γένος Π. Γ., 10) Γ. Π. του Σ., 11) Ι. - Θ. Γ. του Ε., κατοίκων ..., 12) Σ. Γ. του Ε., κατοίκου Β., 13) Ε. συζ. Σ. Α., το γένος Ε. Γ., 14) Α. συζ. Ι. Σ., το γένος Ε. Γ., κατοίκου Ι. και 15) Π. Γ. του Ε., κατοίκου Α., εκ των οποίων οι 1η, 2ος, 3η, 4ος, 5ος, 6ος, 7η, υπό στοιχ. 8, 9η, 10ος, 11ος, 12ος, 14η και 15η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Δασκαλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 20-10-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε ότι: α. ο Π. Γ. του Ε. (υπό στοιχ. 8α), του οποίου τη γονική μέριμνα και επιμέλεια ασκούσαν οι γονείς του Ε. Γ. του Π. και Σ. συζ. Ε. Γ., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικά τη δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο και β. η Ε. συζ. Σ. Α., το γένος Ε. Γ. (13η), απεβίωσε στις 8-11-2020 και κληρονομήθηκε από τις i. Σ. Α. του Σ., κάτοικο Α. και ii. Ε. Α. του Σ., κάτοικο Π., που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (της 3ης, ως ανήλικης τότε, εκπροσωπούμενης από τους γονείς της 1η και 2ο), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 272/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή, εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου, ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκουσίως, ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, ακόμα και ταυτοχρόνως με την δήλωση διακοπής, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσεως για συζήτηση της υποθέσεως, είτε και αναγκαστικώς, με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, ο οποίος μπορεί και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σε αυτόν του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποιήσεως και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα, να επισπεύσει την επανάληψη αυτής, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου και πρέπει να επιδοθεί στους κληρονόμους του θανόντος μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομίας τασσομένης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής (Ολ.

Α.Π. 22/2000, Α.Π. 1201/2023, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 910/2022, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 1257/2019, Α.Π. 392/2019).

Από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους αναιρεσιβλήτους έγγραφα ήτοι: 1) την από ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Αργοστολίου Κεφαλληνίας και 2) το υπ' αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Αργοστολίου Κεφαλληνίας προκύπτει ότι η αρχικώς δέκατη τρίτη αναιρεσίβλητη Ε. σύζ. Σ. Α., το γένος Ε. Γ., απεβίωσε στις 8-11-2020, δηλαδή μετά την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Η προαναφερομένη κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις μοναδικές πλησιέστερες συγγενείς της, θυγατέρες της, Σ. Α. του Σ. και Ε. Α. του Σ.. Οι τελευταίες, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, δήλωσαν ότι συνεχίζουν εκουσίως στο όνομά τους την βιαίως διακοπείσα δίκη (άρθρ. 286 περ. α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δ.), ιδιότητα η οποία ουδόλως αμφισβητείται.

Συνεπώς, η αίτηση πρέπει να ερευνηθεί και με την υπεισέλευση στην θέση της αρχικώς δέκατης τρίτης αναιρεσίβλητης των προαναφερθεισών κληρονόμων της.

Η κρινόμενη, από 28-9-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 43/5-10-2020), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 272/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (στις 7-5-2019), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 του Κ.Πολ.Δ., όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία, μπορεί να παρίσταται στο Δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο Δικαστήριο με το δικό τους όνομα, εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους.

Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 127 του Α.Κ., είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Άρα ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο Δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ' αυτό από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνά του (άρθρ. 1510 του Α.Κ.).

Διάδικος, όμως, είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο Δικαστήριο με το δικό του όνομα. Κατά συνέπεια, σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο, μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, επομένως και για να υπερασπίζεται επί Δικαστηρίου τα δίκαιά του, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του και στο εξής, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επ.

του Κ.Πολ.Δ., συνεχίζεται, πλέον, η διαδικασία με τη συμμετοχή στη δίκη του τέκνου, που ενηλικιώθηκε (Α.Π. 665/2022, Α.Π. 209/2020, Α.Π. 808/2017). Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ' αυτού, δηλαδή στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του (Α.Π. 162/2023, Α.Π. 175/2022, Α.Π. 1126/2020).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των διαδίκων στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 272/2018, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ήταν και ο, με στοιχείο 8α, ανήλικος Π. Γ. του Ε., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τους γονείς του Ε. Γ. του Π. και Σ. συζ. Ε. Γ., πέμπτο και έκτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ασκούσαν τη γονική μέριμνά του. Από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι αυτός, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, δήλωσε στο ακροατήριο ότι ενηλικιώθηκε μετά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως και ότι, πλέον, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη στο όνομά του. Επομένως, μετά την ενηλικίωσή του έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των γονέων του και νομίμως παρίσταται στο Δικαστήριο με το δικό του όνομα και όχι διά των ως άνω, μέχρι την ενηλικίωσή του, νομίμων αντιπροσώπων του.

Συνεπώς, η εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως συνεχίζεται παραδεκτώς από τον με στοιχείο 8α των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 363/2018).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 272/2018, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 9-9-2015 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 403/9-9-2015) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Γ.

Κ., στις 1-9-2014, οδηγώντας την αναφερόμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, η οποία ήταν ασφαλισμένη κατά το χρόνο εκείνο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία της στην εναγομένη και μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ... προκάλεσε, από αποκλειστική υπαιτιότητά του (αμέλεια) και κάτω από τις ιστορούμενες συνθήκες, το θάνατο του Π.

Γ., πατέρα των πρώτης, έκτου και ενάτης, παππού των τρίτης, τετάρτου, πέμπτου και ογδόων (α'και β'), πεθερού των δευτέρου, έβδομης και δέκατου και αδελφού των ενδεκάτου, δωδεκάτου, δέκατης τρίτης, δέκατης τέταρτης και δέκατης πέμπτης αυτών. Ζήτησαν δε, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, σε καθένα των τέκνων ποσό 19.970 ευρώ, σε καθένα των συζύγων των τέκνων ποσό 5.000 ευρώ, σε καθένα των εγγονών ποσό 10.000 ευρώ και σε καθένα των αδελφών ποσό 5.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για την ίδια αιτία, σε καθένα των τέκνων ποσό 80.000 ευρώ, σε καθένα των συζύγων των τέκνων ποσό 45.000 ευρώ, σε καθένα των εγγονών ποσό 60.000 ευρώ και σε καθένα των αδελφών ποσό 45.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής τους.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 153/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ασκήθηκε η από 16-2-2017 έφεση των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή τους.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως νόμιμη και ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν, κρίνοντας ότι συνυπαίτιοι για την σύγκρουση ήταν και οι δύο οδηγοί, κατά ποσοστό 50% ο καθένας και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, σε καθένα των τέκνων του θανόντος ποσό 15.000 ευρώ, σε καθένα των συζύγων των τέκνων αυτού ποσό 2.000 ευρώ, σε καθένα των εγγονών αυτού ποσό 2.000 ευρώ και σε καθένα των αδελφών αυτού ποσό 10.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής τους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 12/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 88/2019, Α.Π. 85/2019).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία, που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρον 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 (Α.Π. 13/2020, Α.Π. 1459/2019, Α.Π. 1043/2019). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 1.284/2020, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 609/2020, Α.Π. 12/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2.696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." (Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 2696/1999, "Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο".

Η εν λόγω παράβαση (του άρθρου 16 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.) θεσπίσθηκε για τη μη παρακώλυση της κυκλοφορίας των οχημάτων, που κινούνται στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας και, μάλιστα, σε οδό που έχει περισσότερες λωρίδες κατά κατεύθυνση και όχι προς αποφυγή συγκρούσεως με όχημα, που κινείται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και το πλησιάζει από τα αριστερά του, αλλά μέσα στο ρεύμα πορείας του (Α.Π. 439/2019, Α.Π. 809/2017, Α.Π. 638/2017, Α.Π. 70/2017, Α.Π 69/2017, Α.Π. 959/2015).

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1, 2 και 5 του Κ.Ο.Κ. "1. Ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της συγκοινωνίας και εφόσον προειδοποιήσει έγκαιρα γι' αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του παρόντος Κώδικα. 2. Το προσπέρασμα επιτρέπεται, κατά κανόνα από τα αριστερά.

Κατ' εξαίρεση, το προσπέρασμα επιτρέπεται από τα δεξιά αν ο προπορευόμενος οδηγός έχει δώσει σήμα ότι προτίθεται να στρίψει αριστερά και έχει μετακινήσει το όχημα ... προς την πλευρά αυτή ... 5. Ο οδηγός, κατά το προσπέρασμα, υποχρεούται να αφήνει στο όχημα το οποίο προσπερνά αρκετό χρόνο παραπλεύρως" (Α.Π. 13/2020), ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2.696/1999 "1.

Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν" (Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 797/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018). Τέλος, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ.: "1. Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύ8υνση και την ταχύτητά τους. 2.

Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι: α) Έκταση του βραχίονα για στροφή προς την κατεύθυνση αυτού. β) Κάμψη του βραχίονα προς τα πάνω για στροφή προς την αντίθετη πλευρά αυτού.

γ) Κάμψη του βραχίονα προς τα κάτω, για τον ελιγμό στάθμευσης", ενώ κατά το άρθρο 23 παρ. 2 και 4 του ίδιου νόμου: "2. Προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος).

Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού. Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει ... 4.

Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού και εφόσον ο οδηγός που προτίθεται να αλλάξει κατεύθυνση καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 21 του παρόντος Κώδικα, οι οδηγοί που τον ακολουθούν και κινούνται στις παρακείμενες λωρίδες, υποχρεούνται να τον διευκολύνουν με τη μείωση της ταχύτητας του οχήματός τους, αυτός δε να μην αλλάξει κατεύθυνση, αν δεν μπορεί να το πράξει με ασφάλεια" (Α.Π. 979/2022, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1053/2021, Α.Π. 998/2021).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους, δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 1284/2020).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, ως προς το θέμα της υπαιτιότητας και τον καταλογισμό συνυπαιτιότητας, για το ένδικο ατύχημα, στον αναιρεσείοντα οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ως άνω, διατάξεις, γιατί διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος και το ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών, που ήταν κρίσιμο για το αποτέλεσμα της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 1-09-2014 και περί ώρα 19.25 μμ ο πρώτος εκ των εναγομένων Γ.

Κ. (ήδη αναιρεσείων) οδηγώντας την υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένη ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εκ των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία υπό την επωνυμία ...." (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) εκινείτο επί της Λεωφόρου Ειρήνης Πρέβεζας με κατεύθυνση από "Κυανή Ακτή" προς "Φόρο", ενώ την ίδια ημέρα και ώρα ο Π.

Γ., ηλικίας 83 ετών, οδηγώντας ποδήλατο, εκινείτο επί της αυτής Λεωφόρου, έμπροσθεν της μοτοσυκλέτας. Επί της Λεωφόρου αυτής, πλάτους 6,90 μέτρων, διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, στο ύψος με την διασταύρωση με την οδό Μαρία Πολυδούρη, επισυνέβη τροχαίο ατύχημα, το οποίο οφείλεται στην συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την κατά αντικειμενική κρίση απαιτουμένη προσοχή την οποίαν οφείλει να καταβάλει έκαστος μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός και πεζός, αντιστοίχως, υπό τις αυτές συνθήκες ...

Ειδικότερα ο πρώτος εκ των εναγομένων οδηγούσε άνευ αδείας ικανότητος οδηγού και στο μέσον της λωρίδος κυκλοφορίας κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Ο.Κ. ... Περαιτέρω ο οδηγός του ποδηλάτου ενώ αρχικώς εκινείτο και αυτός στο μέσον της λωρίδος κυκλοφορίας, σε απόσταση περί τα 9-10 μέτρα, έμπροσθεν της μοτοσυκλέτας, αιφνιδίως και χωρίς προειδοποίηση προέβη σε ελιγμό προς τα αριστερά, ώστε να διασχίσει την διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και να κατευθυνθεί προς την οδό Μαρίας Πολυδούρη (βλ.

την από 1-09-2014 έκθεση αυτοψίας του Τ.Τ Πρέβεζας). Τούτο είχε ως αποτέλεσμα ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, ο οποίος την συγκεκριμένη στιγμή επιχειρούσε προσπέραση, παρά την προσπάθειά του να ελιχθεί αριστερά προς αποφυγή της συγκρούσεως, να επιπέσει με τον εμπρόσθιο τροχό στον οπίσθιο τροχό του μοτοποδηλάτου, με πιθανό σημείο συγκρούσεως επί της διαχωριστικής γραμμής.

Ακολούθως ο Α. Γ. επέπεσε επί του οδοστρώματος, σε απόσταση περίπου 1,00 μέτρα από την διαχωριστική γραμμή, εν συνεχεία δε επήλθε ο θάνατός του την 11-09-2014 (βλ. την από 1-10-2014 ιατροδικαστική έκθεση του Θ.. Β.: ...ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ, Κρανιοεγκεφαλική κάκωση χειρουργηθείσα-Ρευστοποιός νέκρωση εγκεφάλου-Μαζική πνευμονική εμβολή).

Η ως άνω συγκλίνουσα αμέλεια των οδηγών ανέχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου σε 50% δι' έκαστον. Ειδικώς όσον αφορά τον εναγόμενο πρέπει να σημειωθεί ότι εάν οδηγούσε κανονικώς στο δεξιό άκρον της οδού, είναι δεδομένο ότι θα απεύφευγε την σύγκρουση, αφού θα προσπερνούσε ευχερώς από τα δεξιά της λωρίδας κυκλοφορίας...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και τους λόγους αυτής, με τους οποίους οι τελευταίοι παραπονούντο ότι υπαίτιος για το ατύχημα είναι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας (συνυπαιτιότητας) του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και του θανατωθέντος οδηγού του ποδηλάτου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν, στις οποίες θεμελιώνεται, κατά τις σχετικές παραδοχές, η συνυπαιτιότητα των παραπάνω οδηγών, καθόσον διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, για το αν αυτές εφαρμόσθηκαν ορθά ή όχι και, ως εκ τούτου, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων είχε ήδη ξεκινήσει από αριστερά την υπέρβαση του ποδηλάτου του θανόντος οδηγού, κινούμενος στο μέσον του ρεύματος πορείας του, εντούτοις, αξιολογεί ότι η κίνησή του αυτή έγινε κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., χωρίς να αιτιολογεί την κρίση του αυτή.

Επίσης, ενώ δέχεται ότι ο οδηγός του ποδηλάτου κινήθηκε αιφνιδίως αριστερά, προς το μέσον της οδού, προτιθέμενος να εισέλθει και να κινηθεί σε κάθετη οδό, καθόν χρόνον η μοτοσικλέτα επιχειρούσε ήδη προσπέραση αυτού από αριστερά, εν τούτοις, όλως αντιφατικώς θεωρεί ότι, εάν ο αναιρεσείων εκινείτο με τη μοτοσικλέτα του στο δεξιό άκρο της οδού, θα απέφευγε τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, επειδή θα διέρχονταν από τα δεξιά του ποδηλάτου.

Κατά συνέπειαν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν αυτών παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναιρέσεως, που αφορούν την μη εξέταση από το Εφετείο της προβληθείσας από τον αναιρεσείοντα ενστάσεως συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος στη βαρύτητα του τραυματισμού του λόγω μη χρήσεως κράνους (δεύτερος λόγος) και την παράλειψη του Εφετείου να αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως των αναιρεσιβλήτων λόγω ψυχικής οδύνης την ηλικία, την επαγγελματική δραστηριότητα και την οικονομική κατάσταση των τελευταίων (τρίτος λόγος), γιατί η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του πρώτου αναιρετικού λόγου. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρ. 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 28-9-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 43/5-10-2020) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 272/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 272/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία

καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου

ο β'αρχαιότερος Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ