Legislator Case Law & Legislation
1065/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring court ruling as facts are within lower court's discretion.

Case Number 1065/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the TPD's appeal against the First Instance Court's ruling on a debt restructuring case. The appellant argued the lower court erred in finding the debtor lacked permanent insolvency, but the Court held this assessment falls within the lower court's exclusive discretion. Consequently, the appeal was rejected because the contested facts and evidence evaluation were not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(6) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the lower court's assessment of factual circumstances and evidence evaluation regarding permanent insolvency in debt restructuring cases.

Keywords

AI generated
debt restructuring permanent insolvency appellate review factual assessment lower court discretion Code of Civil Procedure debt relief

Cited Legislation

AI generated
Article 495 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Law 3869/2010
Article 564 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 3869/2010
Article 85(A1) of Law 3996/2011
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3(b') of Law 3869/2010
3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του Κ.Πολ.Δικ.
Article 8(b') of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1065 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1065/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ..

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπούγα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 312/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 61/ΕΜ/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-8-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 17-8-2020, αίτηση αναιρέσεως κατά της 61/ΕΜ/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων επί εφέσεως κατά της 312/217 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Άμφισσας και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 Κ.Πολ.Δικ.

και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του Κ.Πολ.Δικ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.

Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δικ.). Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 παρ. Α1 του ν. 3996/2011, που ισχύει εν προκειμένω ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης στο Ειρηνοδικείο Άμφισσας (στις 11-8-2014), της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 ν. 3869/2010, ορίζεται ότι:"1.

Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4, είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α' 151). 3.

Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη δύναται να γίνει μία μόνο φορά". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράφει στην αίτησή του και, ακολούθως, να την αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από τον πιστωτή (ΑΠ 1208/2017).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ' άρθρα 323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν.3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018) Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογενείας του (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017), δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, η δε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο (ΑΠ 1208/2017), μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015).

Συνακόλουθα, η εξόφληση των πιστωτών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση των πιστωτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.

Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1379/2019).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναιρέσεως, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 550/2018, 1361/2013, 1266/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δικ. (και όχι αριθμ. 1 του ίδιου άρθρου, όπως εκ του περιεχομένου του εκτιμάται), το αναιρεσείον νπδδ, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην απόφαση αυτή την αιτίαση ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου η διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σχετικά με την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για το ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος - αιτών περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των οφειλών του, δεδομένου ότι αναιτιολόγητα άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της ως άνω διατάξεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 61/ΕΜ/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδαφ. β' του ν. 3869/2010, 739 επ. Κ.Πολ.Δικ.) δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά το ενδιαφέρον εν προκειμένω θέμα της περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία:

Ο αιτών Δ. Κ., 39 ετών, υπηρετεί από 24/10/1997 στην Ελληνική Αστυνομία, έχει το βαθμό του ..., και ανήκει στο Τ.Τ. .... Τυγχάνει νυμφευμένος με την Ε. Μ. και κατοικεί με τη σύζυγό του στα ..., σε ιδιόκτητη κατοικία του ιδίου. Από το γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο κόρες,...που γεννήθηκαν στις 28-1-2012 και 9-6-2015, αντίστοιχα. Το δεύτερο από τα τέκνα του αιτούντος αντιμετωπίζει από τη γέννησή του σοβαρό πρόβλημα υγείας, δεδομένου ότι πάσχει από απροσδιόριστο γενετικό σύνδρομο με στοιχεία ακολουθίας Pierre Robin, στα πλαίσια του οποίου εμφανίζει έντονη μικρογναθία και στενογναθία, που συνοδεύεται από έντονη μικρογλωσσία και γλωσσόπτωση και έχει ήδη καθορισθεί, την 17-11-2016, ότι λόγω του ως άνω συνδρόμου έχει αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον 81% ...

Έχει ήδη υποβληθεί σε επτά χειρουργικές επεμβάσεις, ενώ θα χρειαστούν και περαιτέρω επεμβάσεις για λειτουργικούς και αισθητικούς λόγους... Οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του αιτούντος τα τελευταία έτη, ανέρχονται, κατά μέσο όρο στο ποσό των 1300 περίπου ευρώ...Η σύζυγός του εργαζόταν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, ως πωλήτρια σε κατάστημα εμπορίου ετοίμων ενδυμάτων, με σύμβαση μερικής απασχόλησης και μηνιαίες αποδοχές 322,34 ευρώ, πλην όμως μετά τη γέννηση του δεύτερου τέκνου τους και την παρέλευση του χρονικού διαστήματος της δικαιούμενης άδειας μητρότητας δεν επέστρεψε στην εργασία της, αφού τα παραπάνω προβλήματα υγείας της κόρης τους επιβάλλουν την παρουσία της κοντά σε αυτή, ενώ δεν λαμβάνει επίδομα ανεργίας.

Περαιτέρω, ο αιτών εισπράττει για λογαριασμό του δεύτερου τέκνου του το ποσό των 313,00 ευρώ, μηνιαίως, ως επίδομα ενίσχυσης ατόμων με ειδικές ανάγκες βαριάς αναπηρίας, καθώς και το ποσό των 320,04 ευρώ, ετησίως, ως ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων, το οποίο εξαιρείται από φόρο και εισφορά. Άλλη πηγή εισοδήματος δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει ο αιτών και η σύζυγός του, η οποία δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία και ως εκ τούτου το ατομικό και συγχρόνως οικογενειακό εισόδημά του διαμορφώνεται σε χίλια εξακόσια σαράντα (1.640) ευρώ περίπου [1.300+313+(320,04/12].

Το μηνιαίο κόστος των βιοτικών αναγκών του αιτούντος και των προστατευομένων μελών της τετραμελούς οικογένειάς του εκτιμάται, ενόψει, όσων αποδείχθηκαν και του υπολογισμού των ευλόγων δαπανών διαβίωσης που έγινε από εμπειρογνώμονες του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του Υπουργείου Οικονομικών και στηρίχθηκε στα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π), που διενεργείται κάθε χρόνο από την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία, σε 1.700 ευρώ, σταθμίζοντας ιδίως, και το γεγονός ότι η μικρότερη κόρη τους, λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει, και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, έχει μεγαλύτερες ανάγκες, από όποιο άλλο παιδί της ηλικίας της, που δεν αντιμετωπίζει προβλήματα.

Η δε χορήγηση έκτακτων βοηθημάτων προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι χειρουργικές επεμβάσεις της μικρής του κόρης δεν μπορούν να συνυπολογιστούν στο εισόδημά του, γιατί δεν έχουν το χαρακτήρα εισοδήματος αλλά εκτάκτου βοηθήματος για την κάλυψη εκτάκτων και συγκεκριμένων αναγκών (χειρουργείων, νοσοκομειακής περίθαλψης κλπ).

Περαιτέρω, ο αιτών διαθέτει τα εξής περιουσιακά στοιχεία: 1) μία κατοικία, εμβαδού 138,90 τ.μ., ...η οποία βρίσκεται στον οικισμό ... στα ... του νομού ..., η οποία αποτελεί και την κατοικία του ιδίου και της οικογένειάς του και η αντικειμενική της αξία ορίζεται στα 83.916,22 ευρώ. Επίσης ο αιτών έχει στην κυριότητά του ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυλινδρισμού 1587 κυβ.εκ. ...εμπορικής αξίας 4.000 ευρώ περίπου.

Ο ανωτέρω έχει περιέλθει χωρίς δική του υπαιτιότητα σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις παρακάτω αναφερόμενες ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του. Πιστωτής του αιτούντος είναι το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" από σύμβαση στεγαστικού δανείου, στο οποίο ο αιτών οφείλει 133.998,93 ευρώ .. Η ανωτέρω απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης.

Για την εξυπηρέτηση του παραπάνω δανείου ο αιτών εκχώρησε, μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του, ως και τα δικαιώματά του επί της κύριας και επικουρικής συντάξεώς του. Δυνάμει δε της σύμβασης αυτής (σύμβασης εκχώρησης) το παραπάνω νομικό πρόσωπο παρακρατούσε από το μηνιαίο μισθό του αιτούντος, μηνιαίως, το ποσό των 674,04 ευρώ μέχρι και το χρόνο δημοσίευσης της προσωρινής διαταγής που εκδόθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου. 5 παρ.2 ν. 3869/2010 επί της κύριας αιτήσεώς του.

Συνεπεία της συμβάσεως αυτής (εκχώρησης-παρακράτησης) αφενός μεν κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως η οφειλή του αιτούντος ήταν ενήμερη προς το Ταμείο, αφετέρου δε ο αιτών κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως ελάμβανε ως υπόλοιπο μισθού το ποσό των 600 περίπου ευρώ. Ωστόσο, η ανωτέρω εκ του νόμου αναγκαστική εκπλήρωση της ενοχής που βάρυνε τον αιτούντα, τον περιέφερε σε πραγματική αδυναμία καθ' όσον με το υπόλοιπο του μισθού του και των επιδομάτων που λαμβάνει, που ανέρχονταν συνολικά στο ποσό περίπου των 965 ευρώ, το οποίο κατ' αντικειμενική κρίση είναι χαμηλό για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του, αδυνατούσε να καλύψει τις βιοτικές τους ανάγκες, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 1.700,00 ευρώ.

Κατά συνέπεια, λοιπόν, το μη ληξιπρόθεσμο των οφειλών του αιτούντος, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθ' όσον πληρούται η προϋπόθεση του ληξιπροθέσμου της οφειλής του αιτούντος από την υφιστάμενη και προερχόμενη της αναγκαστικής εκπληρώσεως της παροχής του, αδυναμία του ως και την διακινδύνευση της διατροφής του...

Συνεπώς, η αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών ως προϋπόθεση ρύθμισης των οφειλών του, κατά την κρίση του δικαστηρίου δύναται να πληρούται και όταν ο οφειλέτης με βάση τα εισοδήματά του δύναται μεν να εξοφλεί ακόμη και το σύνολο των χρεών του προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αλλά σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του.

Σημειώνεται δε ότι ο ισχυρισμός που προβάλλει το εκκαλούν ότι από τη στιγμή που σταμάτησε να παρακρατείται από το μισθό του το ποσό που αντιστοιχούσε στη δόση του δανείου του, τα εισοδήματά του ανήλθαν σε 2.246,31 ευρώ, στερείται λογικής, δεδομένου ότι το ποσό των 674,04 πρέπει να προστεθεί στο συνολικό εισόδημα που απέμενε μετά την αφαίρεσή του, ήτοι στο ποσό των 965 ευρώ, και όχι στο ποσό των εισοδημάτων, πριν την προαφαίρεσή του, καθώς κατά αυτόν τον τρόπο το εκκαλούν αθροίζει τη δόση του δανείου του δύο φορές.

Κατά συνέπεια, λοιπόν, κατά τα ως άνω αποδειχθέντα ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής που δεν οφείλεται σε δόλο, καθώς υπό εκπλήρωση της παροχής του, το υπόλοιπο του εισοδήματός του δεν εξασφάλιζε το στοιχειώδες επίπεδο της διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειάς του". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος νπδδ κατά της πρωτόδικης 312/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η αίτηση του αναιρεσίβλητου.

Από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Την εργασία του αιτούντος (...ς στην Ελληνική Αστυνομία), την εργασία της συζύγου του (για όσο χρόνο αυτή εργαζόταν), την οικογενειακή τους κατάσταση, το μηνιαίο ατομικό και οικογενειακό του εισόδημα, το μηνιαίο κόστος των βιοτικών αναγκών της οικογενείας του, την περιουσιακή του κατάσταση, το συνολικό ποσό οφειλής προς το αναιρεσείον από σύμβαση στεγαστικού δανείου, καθώς και το ποσό που αυτό (πιστωτής-αναιρεσείον) παρακρατούσε μηνιαίως από το μισθό του.

Ότι, το υπόλοιπο του μηνιαίου μισθού του και των επιδομάτων που λάμβανε, μετά την ως άνω παρακράτηση του μισθού, ανήρχετο, συνολικά, σε 965 ευρώ, ποσό το οποίο περιέφερε τον αιτούντα και ήδη αναιρεσίβλητο σε πραγματική αδυναμία, καθόσον αυτό (υπόλοιπο μισθού), κατ' αντικειμενική κρίση, ήταν χαμηλό για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του, οι οποίες ανήρχοντο σε 1.700 ευρώ μηνιαίως.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της διατάξεως που εφαρμόστηκε και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου των χρηματικών του οφειλών.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες ειδικότερα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα : α) το χρονικό σημείο συνομολόγησης του δανείου του αναιρεσίβλητου με το Τ.Π.Κ.Δ., β) τα εισοδήματα αυτού κατά το έτος ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, γ) τα εισοδήματα της συζύγου του κατά τον ίδιο χρόνο, για να κριθεί η τυχόν συνεισφορά της, δ) ποια είναι η ουσιώδης μείωση στα εισοδήματα του αναιρεσίβλητου κατά τον χρόνο άσκησης της αίτησής του, η οποία να αιτιολογεί την μόνιμη και γενική αδυναμία του να ανταπεξέλθει στις πληρωμές των ληξιπροθέσμων οφειλών του και επιπλέον δεν εκτίθεται ε) το εάν ο αιτών έλαβε οικονομική βοήθεια από τραπεζικό λογαριασμό, ο οποίος προορίζετο για την αρωγή στα προβλήματα υγείας του δεύτερου ανήλικου τέκνου, και σε κάθε περίπτωση αν οι ιδιαίτερες δαπάνες του δεύτερου τέκνου καλύπτονται ή όχι από τον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό ή από ασφαλιστικό φορέα ή από το επίδομα αναπηρίας και σε καταφατική περίπτωση σε ποιό βαθμό, περαιτέρω δε δεν αναφέρονται ποια είναι τα έκτακτα βοηθήματα που έλαβε ο αιτών, τι ύψος είχαν αυτά, πότε του χορηγήθηκαν κλπ, στ) ποια είναι η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας του αναιρεσίβλητου, συνεκτιμωμένων και των απαιτουμένων δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών, ώστε, το Δικάσαν Δικαστήριο, συγκρίνοντας τη μηνιαία δόση προς το ΤΠΚΔ με τα εισοδήματα του αιτούντος-αντιδίκου, καθώς και με το ποσό των βιοτικών του αναγκών, να καταλήξει με πλήρη αιτιολογία στο συμπέρασμα ότι αυτά (τα εισοδήματα) ήταν ή όχι επαρκή για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων του, αλλά και για να κρίνει την εξέλιξη της ρευστότητάς του στο μέλλον, αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη του ισχυρισμού του ως προς την ανυπαρξία συνδρομής της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου των χρηματικών του οφειλών, που, όμως, δεν έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό.

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα για την έκβαση της δίκης.

Κατά συνέπεια, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δικ., μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν. Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, εξειδικεύεται αναλυτικά, η δανειακή σύμβαση με το αναιρεσείον, το οικογενειακό εισόδημα του αναιρεσίβλητου, οι βιοτικές ανάγκες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως και η οικογενειακή του κατάσταση.

Με βάση τα ως άνω στοιχεία, είναι δυνατός ο έλεγχος, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων του (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες του για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών, παράλληλα με την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή και ήδη αναιρεσείοντος, για το αν ο αναιρεσίβλητος - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, ώστε να περιέλθει σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών και, επομένως, να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.β' του ν.3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του πιο πάνω ν.3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 426/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-8-2020 και με αριθμό κατάθεσης 37/19-8-2020 αίτηση του νπδδ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" για αναίρεση της 61/ΕΜ/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ