Legislator Case Law & Legislation
1065/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right, upholding lower court's finding of bad faith claim.

Case Number 1065/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision accepting the plaintiff's claim for unjust enrichment. The plaintiff argued the defendant's payment of €18,330.12 without legal cause constituted an abuse of right, while the defendant contended the payment was a valid severance benefit. The court ruled that the lower court correctly applied substantive law regarding good faith and did not err in evaluating the evidence presented.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The court's assessment of whether a claim constitutes an abuse of right is based on the evaluation of facts and evidence, and such assessments are not subject to appellate review unless there is a clear error in the application of substantive law.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith unjust enrichment appellate review factual assessment civil procedure severance pay

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1065 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1065/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Ι., κατοίκου …., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λουκά Αποστολίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΣΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοδώρα Αισώπου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/10/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3444/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11849/2017 του Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/2/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 11849/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 3444/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί η από 15-10-2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης για απόδοση από τον αναιρεσείοντα, κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, της ωφέλειας που αυτός είχε αποκτήσει από την, χωρίς νόμιμη αιτία, καταβολή από την αναιρεσίβλητη σ' αυτόν, ποσού 18.330,12 ευρώ, πέραν του δικαιούμενου ως αποζημίωση συνεπεία της αποχώρησης από την εργασία του λόγω συνταξιοδότησης. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μετά την εξαφάνιση της οριστικής ως άνω απόφασης, αφού απορρίφθηκε η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, έγινε δεκτή η αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη, από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Έτσι, το Εφετείο για να κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε σωστά, και να αποφασίσει αν πρέπει να εξαφανίσει ή όχι την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης που περιέχονται στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που συνιστούν τη νομική βάση αυτής, καθώς και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, όπως, επίσης, και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 6/2017, ΑΠ 2147/2014, ΑΠ 343/2013).

Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις που δεν προβλήθηκαν από διάδικο με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως, από το εφετείο, ούτε επιτρέπεται σ' αυτό, αν διαπιστώσει τέτοια σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να εξαφανίσει ή μεταρρυθμίσει την απόφαση που εκκλήθηκε - παρά μόνον αν αφορούν άλλους λόγους μη νομιμότητας της αγωγής, εκτός των προβαλλόμενων με την έφεση, οπότε το εφετείο έχει την εξουσία να τους ερευνήσει αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1141/2001).

Περαιτέρω, η απόρριψη της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, μετά την παραδοχή καταλυτικής ένστασης, όπως είναι και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), προϋποθέτει ότι προηγουμένως υπήρχε δικαίωμα που ήδη καταλύεται και δημιουργείται δεδικασμένο για την προηγούμενη ύπαρξή του.

Επομένως, όταν εκκαλείται, από τον ηττηθέντα ενάγοντα, η οριστική απόφαση που απορρίπτει την αγωγή μετά από παραδοχή, ως κατ' ουσίαν βάσιμης, της, από το άρθρο 281 ΑΚ, καταλυτικής ένστασης του εναγόμενου, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, καθίσταται μόνο η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και όχι η ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος.

Το εφετείο έχει εξουσία να εξετάσει μόνον την ένσταση αυτή και να αποφανθεί αναλόγως για την τύχη της αγωγής, χωρίς να μπορεί να ερευνήσει εξαρχής την προηγούμενη ύπαρξη του σχετικού αγωγικού δικαιώματος, γιατί, ως προς αυτό, αφού δεν προσβλήθηκε η δεχθείσα την ύπαρξή του οριστική απόφαση, με αντίθετη έφεση ή αντέφεση του εναγομένου, για την οποία, αφού βλάπτεται από τις αιτιολογίες της, οι οποίες περιέχουν στοιχεία διατακτικού, υφίστατο έννομο συμφέρον αυτού προς αποτροπή του δεδικασμένου, υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο (ΑΠ 543/2019, ΑΠ 1365/2015, ΑΠ 1368/2015, ΑΠ 1473/2012).

Τέλος, κατά την αληθινή έννοια της εν λόγω διάταξης, ισχυρισμοί που αναφέρονται σε κεφάλαια τα οποία δεν προσβάλλονται με την έφεση, είναι απαράδεκτοι, γιατί είναι άσχετοι προς το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης.

Συνεπώς, είναι απαράδεκτοι και οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς (ΑΠ 302/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η αναιρεσίβλητη, άσκησε κατά του αναιρεσείοντος, την από 15-10-2015 αγωγή της, απευθυνόμενη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυριζόμενη ότι στον αποχωρήσαντα στις 28-1-2011 από την υπηρεσία της με το βαθμό του Σταθμάρχη Β', λόγω συνταξιοδότησής του αναιρεσείοντα, κατέβαλε την προβλεπόμενη από την ισχύουσα Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας αποζημίωση από ποσό 33.330,12 ευρώ, πλην όμως, ότι το ποσό τούτο, υπερέβαινε το καθοριζόμενο, με βάση τις διατάξεις του Α.Ν. 173/1967, ποσό των 15.000 ευρώ και ζητούσε να υποχρεωθεί εκείνος, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ, να της καταβάλει το αρχεωστήτως και χωρίς νόμιμη αιτία καταβληθέν επιπλέον ποσό (18.330,12 ευρώ), κατά το οποίο έγινε πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία. Επί της αγωγής, εκδόθηκε η 3444/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού παρατίθενται στις παραδοχές της τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και η διαπίστωση από τους επιθεωρητές - ελεγκτές του Σώματος Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης που επιλήφθηκαν της υποθέσεως καταβολής από την αναιρεσίβλητη στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης υπαλλήλους της, μεγαλύτερων ποσών αποζημίωσης από το τιθέμενο με τον Α.Ν. 173/1967 όριο αυτής, έκρινε ότι συνεπεία της πρακτικής που τηρούσε η αναιρεσίβλητη (και οι διαδοχικά προγενέστερες υπηρεσίες που με καθολική διαδοχή μεσολάβησαν από την πρόσληψη του αναιρεσείοντος μέχρι την αποχώρηση από την εργασία) επί σειρά ετών, του χρόνου που διέδραμε από την καταβολή της αποζημίωσης μέχρι την αναζήτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού και στη συνέχεια μέχρι την άσκηση της αγωγής, η άσκηση αυτής υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και κατά παραδοχή της σχετικής από τη διάταξη αυτή ένστασης του αναιρεσείοντος - εναγόμενου, και αφού απέρριψε ως αόριστο τον προβληθέντα, επικουρικά, εκ του άρθρου 909 ΑΚ, αυτοτελή ισχυρισμό ότι δεν σώζεται ο πλουτισμός που ζητείται, απέρριψε την αγωγή.

Κατά της οριστικής αυτής απόφασης, η αναιρεσίβλητη άσκησε, ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου, ήτοι του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 9-2-2017 έφεση, παραπονούμενη με το μοναδικό λόγο αυτής, στο σύνολό του εκτιμώμενου, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στήριξε την κρίση του για την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της.

Αφού συζητήθηκε η έφεση, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έκρινε ότι δεν συντρέχουν στοιχεία καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από την αναιρεσίβλητη, δέχθηκε την έφεση, και απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα ως άνω καταλυτική ένσταση, δέχθηκε την αγωγή.

Εκ των ανωτέρω, προκύπτουν τα εξής: Εφόσον η αγωγή απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με παραδοχή της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, δέχθηκε, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, την ύπαρξη του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ήτοι του πλουτισμού, λόγω της αχρεώστητης καταβολής σ' αυτόν, μεγαλύτερου του δικαιούμενου ως αποζημίωση ποσού και συνεπώς, του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για αναζήτησή του.

Άλλωστε, με την απόφαση αυτή, χαρακτηρίστηκε το επιπλέον καταβληθέν ποσό ως αχρεωστήτως καταβληθέν (<<Η συμπεριφορά αυτή της ενάγουσας, όπως ανωτέρω περιγράφηκε, δημιούργησε στον εναγόμενο την εύλογη πεποίθηση ότι δε θα ασκήσει το δικαίωμά της, καθώς από την καταβολή σε αυτόν της επίδικης αποζημίωσης μέχρι την αναζήτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού το πρώτον με την επίδοση της από 25-05-2015 εξώδικης δήλωσης παρήλθε διάστημα 4 ετών και 4 μηνών>>).

Με την ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη ως άνω έφεση, προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση, μόνο για το κεφάλαιο αυτής περί παραδοχής ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και της συνεπεία αυτής απόρριψης της αγωγής. Επομένως, σύμφωνα με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο ως άνω Δικαστήριο, μόνο κατά το προσβαλλόμενο με την έφεση κεφάλαιο της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.

Το Δικαστήριο αυτό, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί, λοιπόν, στην έρευνα των παραπόνων που διατυπώνονται με τον προαναφερόμενο λόγο έφεσης, δηλαδή ως προς την ουσιαστική ή μη βασιμότητα της ένστασης αυτής, καθώς και τυχών ισχυρισμών που προβάλλονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά του λόγου αυτού και ακολούθως, ανάλογα με την απόφαση επ' αυτής, να δεχθεί ή να απορρίψει την έφεση.

Δεν επιτρέπεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να εξετάσει την ύπαρξη ή μη του αγωγικού δικαιώματος, δηλαδή εάν πραγματικά συντρέχουν τα στοιχεία που απαρτίζουν την ιστορική βάση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να αναζητήσει την απόδοση του αιτούμενου ποσού ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, ούτε ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αρνητικούς ή καταλυτικούς του δικαιώματος αυτού.

Τούτο διότι, το δικαίωμα αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, εφόσον με την έφεση της αναιρεσίβλητης δεν μεταβιβάστηκε το κεφάλαιο αυτό στο Εφετείο, ο δε αναιρεσείων, δεν είχε ασκήσει, όπως είχε έννομο συμφέρον, προκειμένου να αποτρέψει τη δημιουργία δεδικασμένου ως προς την ύπαρξη του σχετικού αγωγικού δικαιώματος, έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία να προσβάλει την παραδοχή της για την ύπαρξη του δικαιώματος, ώστε να καταστεί αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης.

Έτσι, ως προς την ύπαρξη του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, υφίσταται δεδικασμένο, το οποίο δέσμευε το κατ' έφεση δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο. Λόγω των ανωτέρω, τυχόν ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αναφέρονται στο κεφάλαιο της ύπαρξης του ασκούμενου με την αγωγή επίδικου δικαιώματος, το οποίο δεν προσβλήθηκε με έφεση, δηλαδή που δεν συνάπτονται με το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης και αν ακόμη υποβλήθηκαν από τον ήδη αναιρεσείοντα, είναι απαράδεκτοι και αυτός δεν έχει τη δυνατότητα να στηρίξει λόγους αναίρεσης, προβάλλοντας πλημμέλειες του Εφετείου, σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλημμέλειες, εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα αρκέστηκε μόνο στην εξέταση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και δεν εξέτασε τα κατωτέρω ζητήματα τα οποία με τις προτάσεις του προέβαλε ενώπιον αυτού, καθώς και ότι, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, καθόσον η αποζημίωση είχε καταβληθεί για νόμιμη αιτία και όχι αχρεωστήτως και συνεπώς, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, του άρθρου 49 του ν. 4256/2014, σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 2 ΑΚ, αφού θεσπίζοντας η πρώτη διάταξη την εξαίρεση επιστροφής του επιπλέον του ορίου του Α.Ν. 173/1967 καταβληθέντος ποσού αποζημίωσης μόνο σε όσους είχαν συνταξιοδοτηθεί μέχρι 1-12-2010 και μη εφαρμόζοντας όμοια ρύθμιση και για εκείνους που συνταξιοδοτήθηκαν μετά την 1-1-2011, παραβίασε την αρχή της ισότητας, χωρίς να υφίσταται κάποιος λόγος που να δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση, ούτε λόγος δημόσιου συμφέροντος και έδωσε εσφαλμένα αναδρομική δύναμη εφαρμογής στη διάταξη αυτή, καθώς, επίσης και τη διάταξη του άρθρου 14α του π.δ. 28/1976, που εξαιρεί από τον περιορισμό της αποζημίωσης η οποία ορίζεται με τον Α.Ν. 173/1967, τους υπαλλήλους της ΗΣΑΠ ΑΕ.

Οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, απαράδεκτοι. Τούτο διότι, η συνδρομή των προϋποθέσεων γένεσης του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, την ύπαρξη του οποίου αναγνώρισε η προσβαλλόμενη με την έφεση πρωτόδικη απόφαση, ως λογικό προαπαιτούμενο της εξέτασης της προβληθείσας ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως αυτού, αφού δεν κατέστη αντικείμενο της δίκης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με την μοναδική έφεση που ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητη κατά της οριστικής απόφασης που διέγνωσε την ύπαρξή του, το Δικαστήριο αυτό δεν είχε τη δικονομική δυνατότητα να ερευνήσει τους τυχόν προβαλλόμενους, με τις προτάσεις που είχε καταθέσει ο αναιρεσείων στη δίκη ενώπιον αυτού, αυτοτελείς ισχυρισμούς του, σχετικά με την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού, δεσμευόμενο από το δεδικασμένο που είχε δημιουργήσει η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης ως προς το κεφάλαιο τούτο.

Επίσης, οι προαναφερόμενοι αναιρετικοί λόγοι, είναι απαράδεκτοι, καθόσον με αυτούς προβάλλονται πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που αφορούν κεφάλαια της οριστικής απόφασης που δεν έχουν προσβληθεί με την έφεση και οι ισχυρισμοί που τους συγκροτούν αναφέρονται σ' αυτά τα κεφάλαια και ήταν απαράδεκτοι ως λόγοι έφεσης.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Σύμφωνα δε με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, μέχρι την άσκηση αυτού, ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν δικαιολογούν επαρκώς, αλλά καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η ειρημένη κατάσταση, πρέπει να είναι μακρό, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος και ο δικαιούχος να αδράνησε στην άσκηση αυτού. Μόνη, όμως, η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί, αλλ' απαιτείται επιπρόσθετα να συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η καλόπιστη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν ασκηθεί εναντίον του, έτσι ώστε η μεταγενέστερη επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ 62/1990, ΟλΑΠ 56/1990, ΑΠ 909/2017).

Οι συνέπειες αυτές, οι οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται σε συνάρτηση και με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του, δεν είναι απαραίτητο, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση του υπόχρεου, αλλά αρκεί να είναι απλώς δυσμενείς για τα συμφέροντά του.

Η συμπεριφορά του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις και συμπεριφορές άσχετες, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε μόνον η τυχόν καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να εξέρχεται των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, συνεπώς, να καταστεί καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 5/2011, ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 8/2001).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, όπως διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου και με βάση τα οποία τούτο, ως αναγκαία, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αντίστοιχου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Ιδρύεται, δε, ο από τις ανωτέρω διατάξεις αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (ΟλΑΠ 25/2008). Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε, οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 2090/2017, ΑΠ 255/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, ύστερα από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα, αναφορικά με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά:

Ότι η αναιρεσίβλητη, αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφέλειας, καθολική διάδοχο, μεταξύ των άλλων και της εταιρείας αστικών συγκοινωνιών "ΗΣΑΠ Α.Ε.", στην οποία ο αναιρεσείων παρείχε κατά τη διάρκεια της εργασίας του τις υπηρεσίες αυτού, ότι ο τελευταίος είχε προσληφθεί το έτος 1976 με σύμβαση αορίστου χρόνου στην ως άνω εταιρεία και εργάστηκε μέχρι την 28-1-2011, οπότε αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησής του, με το βαθμό του Σταθμάρχη Α', έλαβε δε ως αποζημίωση το ποσό των 33.330,12 ευρώ, όπως τούτο είχε οριστεί με την από 1-1-2010 ΕΣΣΕ 11/2008.

Ότι το ποσό τούτο υπερέβαινε το ανώτατο ποσό των 15.000 ευρώ που καθορίζονταν με βάση τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, και κατά το υπερβάλλον ποσό των 18.330,12 ευρώ ο αναιρεσείων έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία, αφού τούτο καταβλήθηκε χωρίς να οφείλεται και κατά παράβαση της ως άνω, αναγκαστικού δικαίου, διάταξης.

Ακολούθως, δέχθηκε επί λέξει και τα εξής: <<Ο εναγόμενος-εφεσίβλητος επαναφέρει και την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι το δικαίωμα της ενάγουσας προς αναζήτηση του ανωτέρω ποσού έχει αποδυναμωθεί, καθότι η ενάγουσα ήδη από το έτος 2003 και επ' ευκαιρία του άρθρου 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 που αύξησε το ανώτατο όριο της αποζημίωσης του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 στο ποσό των 15.000 ευρώ, είχε αποφασίσει να συνεχίζονται να καταβάλλονται στους αποχωρούντες εργαζομένους της τα οριζόμενα με τις εκάστοτε ΕΣΣΕ ανώτερα ποσά αποζημίωσης και την πρακτική αυτή ακολούθησε συνεχώς μέχρι και το έτος 2011 δυνάμει σχετικών αποφάσεων του διοικητικού της συμβουλίου, με αποτέλεσμα να του έχει δημιουργηθεί εύλογα η πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν επρόκειτο να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της.

Αποδείχθηκε ότι πράγματι η άλλοτε εργοδότρια του εναγομένου εταιρεία "ΗΣΑΠ ΑΕ" ήδη από το έτος 1989, δυνάμει ΕΣΣΕ, κατέβαλε στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης εργαζομένους της ανώτερα ποσά από αυτά που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, όπως αυτή αναπροσαρμοζόμενη ίσχυε κάθε φορά (βλ.

την από Οκτωβρίου 2014 με αρ. 349/2014 έκθεση επιθεώρησης - ελέγχου των επιθεωρητών - ελεγκτών δημόσιας διοίκησης Ι. Τ. και Α. Ρ.). Επίσης η ενάγουσα, ως διάδοχος της "ΗΣΑΠ ΑΕ", με τη με αρ. …/…-12-2011 απόφαση του δ.σ. της, αποφάσισε όπως η εν λόγω αποζημίωση διατηρηθεί στο ύψος των 33.330,12 ευρώ, που είχε διαμορφωθεί μέχρι τότε, έως την 25-1-2012.

Τελικώς, με τη με αρ. …/…-1-2012 απόφαση του δ.σ. της, η ενάγουσα αποφάσισε την αναστολή της ανωτέρω 1175/2011 απόφασης και ορίστηκε ως ανώτατη αποζημίωση το ποσό των 15.000 ευρώ. Σημειωτέον ότι με το άρθρο 49 του ν. 4256/2014 ορίστηκε ότι "Καταβολές αποζημιώσεων πέραν των ορίων του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967, οι οποίες έγιναν μέχρι τις 31-12-2010 και βασίζονταν σε ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας είτε σε αποφάσεις των Διοικητικών Συμβουλίων Ν.Π.Δ.Δ.

ή ΔΕΚΟ ή πάσης φύσεως Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας είτε σε ατομικές συμβάσεις εργασίας, θεωρούνται νόμιμες και τα επιπλέον καταβληθέντα ποσά δεν αναζητούνται". Πλην όμως, σε σχέση με τον εναγόμενο, ο οποίος έλαβε αποζημίωση το ποσό των 33.330,12 ευρώ την 28-01-2011, η ενάγουσα δεν αδράνησε να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της, καθότι σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά από την κοινοποίηση την 12-12-2014, της από Οκτωβρίου 2014 με αρ.

…/2014 έκθεσης επιθεώρησης - ελέγχου των επιθεωρητών - ελεγκτών δημόσιας διοίκησης, για την οποία είχε δοθεί εντολή από την 23-01-2012 από το Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης κατόπιν ανώνυμης καταγγελίας και η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι καταβληθείσες αποζημιώσεις υπερέβαιναν τα νόμιμα και πρότεινε την αναζήτηση των επιπλέον καταβληθέντων ποσών, αποφάσισε την άσκηση σχετικών αγωγών (με τη με αρ.

…/…-04-2015 απόφασή της), ακολούθως δε όχλησε τον εναγόμενο για την οικειοθελή επιστροφή του επιπλέον ποσού των 18.330.12 ευρώ (βλ. από 25-05-2015 εξώδικη δήλωση που επιδόθηκε στον εναγόμενο την 03-06-2015) και τελικώς την 21-12-2015 άσκησε (επέδωσε) την ένδικη αγωγή. Μόνη, επομένως, η παρέλευση χρονικού διαστήματος 4 ετών περίπου από την καταβολή της αποζημίωσης στον εναγόμενο μέχρι την ως άνω όχλησή του δεν αρκεί, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, για να δημιουργήσει στον εναγόμενο την πεποίθηση ότι δεν θα αναζητηθεί το επιπλέον παρά τον νόμο καταβληθέν σε αυτόν ποσό, δεδομένου ότι προβληματισμός για το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης στους αποχωρούντες από επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας υπήρχε από πολλά έτη (όπως προκύπτει και από την υπάρχουσα, αν και πάγια νομολογία του ΑΠ, που προαναφέρθηκε, αναφορικά με σχετικές διεκδικήσεις εργαζομένων), ήδη από την 24-01-2012 ανεστάλη η προηγούμενη …/2011 απόφαση του δ.σ.

της ενάγουσας και ορίσθηκε ως ανώτατη αποζημίωση το ποσό των 15.000 ευρώ και ακολούθως υπήρξε αναμονή της ενάγουσας εν όψει του διαταχθέντος την 23-01-2012 ελέγχου από το Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης και της έκδοσης πορίσματος, ενώ εξάλλου την 14-04-2014 δημοσιεύθηκε ο ν. 4256/2014, με το άρθρο 49 του οποίου ρυθμίστηκε το εν λόγω ζήτημα μόνο για τις αποζημιώσεις που καταβλήθηκαν μέχρι την 21-12-2010, όπως προαναφέρθηκε".

Με τις ανωτέρω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που είχε προτείνει ο αναιρεσείων κατά της αγωγικής αξίωσης και ακολούθως, με παραδοχή του αντίστοιχου λόγου της έφεσης, εξαφάνισε την πρωτόδικη οριστική απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα και δέχθηκε την αγωγή.

Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από το αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι, δεχόμενο το Εφετείο ότι δεν συντρέχει καταχρηστική άσκηση του, ασκούμενου με την αγωγή, δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Όμως, υπό τις ανωτέρω παραδοχές του, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η άσκηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης δεν είναι καταχρηστική, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, όπως αποδίδεται με τον ερευνώμενο ο αναιρετικό λόγο.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στήριξε το αποδεικτικό του ως άνω πόρισμα στην κρίση ότι η αναιρεσίβλητη δεν αδράνησε στην άσκηση του δικαιώματός της, αφού άσκησε τούτο σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την κοινοποίηση του πορίσματος των επιθεωρητών - ελεγκτών δημόσιας διοίκησης, με το οποίο διαπιστώθηκε η, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967, καταβολή αποζημίωσης μεγαλύτερου του καθοριζόμενου ανώτατου ορίου και γινόταν εισήγηση για την αναζήτηση του επιπλέον καταβληθέντος, δεδομένου ότι η κοινοποίηση του ανωτέρω πορίσματος έγινε την 23-1-2012 και η σχετική όχληση του αναιρεσείοντος για την οικειοθελή επιστροφή επιδόθηκε την 3-6-2015, και ενώ είχε ληφθεί απόφαση για την άσκηση αγωγής την 7-4-2015 και η οποία τελικά ασκήθηκε στις 21-12-2015.

Επίσης, στήριξε την κρίση του στο ότι μόνη η παρέλευση του χρονικού διαστήματος των τεσσάρων ετών από την καταβολή του επιπλέον ποσού μέχρι την όχληση του αναιρεσείοντος για την επιστροφή του, δεν αρκεί για να δημιουργήσει στον αναιρεσείοντα την πεποίθηση ότι δεν θα αναζητηθεί το επιπλέον καταβληθέν ποσό, ενόψει του προβληματισμού που υπήρχε από ετών για το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης, στο ότι η αναιρεσίβλητη είχε μεν αποφασίσει με την …/…-12-2011 απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου τη διατήρηση της αποζημίωσης στο ποσό των 33.330,12 ευρώ, όπως και οι εργοδότριες του αναιρεσείοντος με τις διάφορες μορφές τους, των οποίων αυτή κατέστη, τελικά, καθολικός διάδοχος, όμως, ένα μήνα μετά, με την …/…-1-2012 απόφαση του ίδιου οργάνου της, ανακάλεσε την αναστολή της πρώτης απόφασης και όρισε το ποσό της αποζημίωσης στις 15.000 ευρώ, καθώς και στο ότι κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ανέμενε την έκδοση του πορίσματος του ελέγχου σχετικά με το νόμιμο της καταβολής του αυξημένου ποσού, ώστε να ενεργήσει σύμφωνα με αυτό.

Οι παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την απόρριψη της προβαλλόμενης ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και με βάση τις οποίες, εφόσον το Δικαστήριο εξέτασε κατ' ουσίαν και απέρριψε τη σχετική ένσταση, κρίνεται ο αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και όχι με βάση τα τυχόν διαφορετικά πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται στον οικείο αναιρετικό λόγο, δικαιολογούσαν τη μη εφαρμογή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ.

Τούτο διότι, τα ανωτέρω περιστατικά, τα οποία, ανελέγκτως αναιρετικά, δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, πραγματικά δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, και να κριθεί ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος από την αναιρεσίβλητη, εξέρχεται των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και συνεπώς ότι είναι καταχρηστική.

Επομένως, το Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, συνεπεία εσφαλμένης υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών σ' αυτήν, την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, ο οποίος είναι αβάσιμος, Πέραν τούτου, με τις λοιπές αιτιάσεις του ίδιου λόγου, ο αναιρεσείων, υπό την επίφαση της συνδρομής αδράνειας της αναιρεσίβλητης στην άσκηση του ένδικου δικαιώματος και της δημιουργίας σ' αυτόν πεποίθησης ότι η τελευταία δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της εναντίον του, ήτοι των εξεταζόμενων προϋποθέσεων θεμελίωσης της ένστασης, πλήττει την αναιρετικά ενέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας της ένστασης, καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και αξιολόγηση των αποδείξεων, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα και είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, για την έρευνα της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της προαναφερόμενης διάταξης, δεν λαμβάνονται υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρει στον άνω αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση αυτού, τα οποία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ώστε να ληφθούν και αυτά υπόψη κατά τον αναιρερικό έλεγχο, ήτοι για το εάν και με βάση αυτά συντρέχει καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος και τη θεμελίωση της εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειας, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει ότι είχε προτείνει αυτά παραδεκτά και νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας και δεν λήφθηκαν υπόψη, ώστε να εκτιμηθεί ότι προτείνεται αναιρετικός λόγος από τον αρ. 8 του ίδιου ως άνω άρθρου, η το πρώτον, δε, πρότασή τους ενώπιον του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτη..

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 1-2-2018 αίτηση για αναίρεση της 11849/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-2-2018 αίτηση του Γ. Τ. του Ι. για αναίρεση της 11849/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, o αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)