Legislator Case Law & Legislation
1065/2020 AI generated

1065/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1065/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1065/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, επικυρώθηκε η 2115/2017 πρωτόδικη απόφαση, η οποία, ομοίως απεφάνθη, ήτοι ότι ο ενάγων απασχολήθηκε, ως "διευθύνων υπάλληλος" και είχε απορρίψει την αγωγή, κατά τα συγκεκριμένα, κριθέντα νόμιμα, κεφάλαια, ως αβάσιμη στην ουσία. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των ισχυόντων άρθρων 614 παρ.3 και 621 ΚΠολΔ.

Keywords

AI generated
wage portage commuting expenses carrier freight forwarder professional career gestor without mandate
AI generated
232/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
319/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
271/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
985/2011
Μη λήψη υπ’ όψη αποδεικτικών εγγράφων και ανεπάρκεια αιτιολογίας επί αιτήματος αποζημιώσεως για παράνομη υπερωριακή απασχόληση. Ελλιπής αποζημίωση επί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας. Ο ισχυρισμός ότι η τυχόν έλλειψη οφείλεται σε πλάνη περί το αληθές ύψος του οφειλομένου ποσού είναι επαρκώς ορισμένος. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
491/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1065 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1065/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α.Χ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Πετρακάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "….", (πρώην "…" και διακριτικό τίτλο "…."), που εδρεύει στο …Νομού … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρεμαλή, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/3/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2115/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5831/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/1/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 9.1.2019 [Γ.Α.Κ.235 / Ε.Α.Κ. 22 / 9.1.2019 - Εφετείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Α. Χ., κατοίκου … κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία '…'. Προσβάλλεται δε, η 5831/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, την 23.11.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 11.1.2018 εφέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης.

Εκκαλούμενη ήταν η 2115/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 12.12.2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 27.3.2017 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία '…', πλέον υπό την επωνυμία '…' ήδη αναιρεσίβλητης. Αφορά δε, η αγωγή απαιτήσεις του ενάγοντος από παροχή εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Με την 2115/2017 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της (εν μέρει ως απαράδεκτη, εν μέρει ως μη νόμιμη και εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη). Με την 5831/2018 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή? στη συνέχεια και ως προς τα εκκληθέντα, νομίμως κριθέντα, κεφάλαια για αμοιβή υπερεργασίας και παράνομης / κατ' εξαίρεση υπερωρίας, για αμοιβή εργασίας ημέρα Σάββατο και για αποζημίωση, συνεπεία μη χορηγήσεως της αιτηθείσης ετήσιας αδείας αναψυχής -μόνο τα κεφάλαια αυτά αφορούν την προκειμένη αναιρετική δίκη- η έφεση (σύμφωνα με όσα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση) απορρίφθηκε στην ουσία, μετά την παραδοχή ότι ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων απασχολήθηκε, ως "διευθύνων υπάλληλος".

Έτσι, επικυρώθηκε η 2115/2017 πρωτόδικη απόφαση, η οποία, ομοίως απεφάνθη, ήτοι ότι ο ενάγων απασχολήθηκε, ως "διευθύνων υπάλληλος" και είχε απορρίψει την αγωγή, κατά τα συγκεκριμένα, κριθέντα νόμιμα, κεφάλαια, ως αβάσιμη στην ουσία. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των ισχυόντων άρθρων 614 παρ.3 και 621 ΚΠολΔ.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 9.1.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από τη νόμιμη επίδοση, την 12.12.2018, με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, της 5831/2018 αποφάσεως. Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των τριών (3) συνολικά λόγων της [άρθρα 122, 139 παρ.3, 123, 144, 145, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].

(Ι).-

Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ. Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

(

ΙΙ).-

Στο έγγραφο (δικόγραφο) της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 495 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.

Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος? ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του? ήτοι αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή, αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 426/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επομένως, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία.

Για να είναι, τότε, ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αιτήσεως αναιρέσεως να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως [άρθρο 578 ΚΠολΔ]? δηλ.

η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται, αιτιωδώς, με τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 2/2013, ΑΠ ολ. 28/1998, ΑΠ 780/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών περιστατικών ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη του όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν [άρθρα 106, 335, 338, 339, 240, 340, 346 ΚΠολΔ].

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η αναίρεση επιτρέπεται και, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Αβάσιμος είναι ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εφ' όσον από την απόφαση αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν, με επίκληση, από τους διαδίκους.

Αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων. Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή / και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφ' όσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν αφήνεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο? δηλ.

για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία.

Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομίσεως (ή μη) αποδεικτικού μέσου ανάγεται σε πράγματα, συνεπώς, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ]. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει, στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως να εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομίσεώς τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και νόμιμη προσκόμισή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπ' όψη, αυτεπαγγέλτως [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν, με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης (ΑΠ ολ. 2/2008, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 610/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 1538/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Επομένως, ιδρύεται αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.

ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 114/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

(III).- Με τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του στον εργοδότη και ο τελευταίος να καταβάλει τον μισθό. Ο τρόπος πληρωμής του μισθού καθορίζεται καθ' ορισμένα χρονικά διαστήματα ή σε ποσοστό από τα κέρδη ή κατά μονάδα της παρεχόμενης εργασίας ή κατ' αποκοπή [άρθρα 648, 649, 653, 654, 655 ΑΚ, 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομίσθου" - κύρωση με το ν. 3248/1955 (ΦΕΚ Α. 138 / 2.6.1955), 6 α.ν. 765/1943 (ΦΕΚ Α. 341 / 13.10.1943) - κύρωση με την 324/1946 Π.Υ.Σ.

και διατήρηση σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, 28 παρ.1 Σ], "Μισθός" δηλ. είναι κάθε παροχή, την οποία ο εργοδότης οφείλει από το νόμο ή τη σύμβαση, στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα για τη νόμιμη (έγκυρη) εργασία του. Στο άρθρο 2 εδ. (α) της Διεθνούς Συμβάσεως / Δ.Σ. για τον περιορισμό των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις, που καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, την 29.10.1919, κυρώθηκε στην Ελλάδα, με το ν. 2269/1920 και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διατάξεως νόμου [άρθρο 28 παρ.1 Συντάγματος], ορίζεται ότι στις κάθε είδους βιομηχανικές εργασίες (= επιχειρήσεις), δημόσιες ή ιδιωτικές καθώς και στα παραρτήματά τους, με εξαίρεση εκείνες, στις οποίες απασχολούνται μέλη μόνο μίας και της αυτής οικογένειας, η διάρκεια της εργασίας του προσωπικού δεν δύναται να υπερβαίνει τις (8) ώρες ημερησίως και τις (48) ώρες εβδομαδιαίως, εκτός εάν πρόκειται για πρόσωπα, που κατέχουν θέση εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης.

Κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 2 εδ. (α) της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον, ως πρόσωπο, κατέχων θέση εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης ("διευθύνων υπάλληλος"), θεωρείται εκείνο στο οποίο, συνεπεία των εξαιρετικών προσόντων του (εξειδικεύσεως, τεχνικής ή εμπορικής, μορφώσεως και μεγάλης πείρας) ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης προς αυτό του εργοδότη - κυρίου της επιχειρήσεως, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως όλης της επιχειρήσεως ή σημαντικού τομέως της επιχειρήσεως και εποπτείας του προσωπικού, έτσι ώστε όχι μόνο να επηρεάζει, αποφασιστικώς, τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως, αλλά και να διακρίνεται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, εξ αιτίας της ασκήσεως των δικαιωμάτων και εξουσιών του εργοδότη, όπως είναι και η πρόσληψη και η απόλυση του προσωπικού? ακόμη, διαθέτει πρωτοβουλία και ανεξαρτησία υψηλού βαθμού, έστω και αν είναι υποχρεωμένο να συμμορφώνεται με τις διατάξεις νόμων, σχέδια και πλαίσιο γενικών καθοδηγητικών γραμμών του εργοδότη, επωμίζεται ενίοτε και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων, που έχουν θεσπισθεί προς το συμφέρον των εργαζομένων και αμείβεται, συνήθως, με μισθό πολύ υψηλότερο των νομίμων ελαχίστων ορίων και του καταβαλλόμενου μισθού στους λοιπούς υπαλλήλους (ΑΠ 660/2000 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Τέτοιο πρόσωπο, αν και δεν παύει να είναι εργαζόμενος, εξαιρείται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας ως προς τα χρονικά όρια εργασίας, όπως ρητώς προβλέπει, ως άνω, η Δ.Σ. της Ουάσιγκτον? επίσης, εξαιρείται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, που είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση του και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που ανέλαβε, με την εργασιακή του σύμβαση, ειδικότερα, ως προς την εβδομαδιαία ανάπαυση, την αμοιβή για υπερεργασία ή παράνομη / κατ' εξαίρεση υπερωρία, την αμοιβή για εργασία Σάββατο ή Κυριακή και εξαιρετέα ημέρα / αργία ή ως προς την αποζημίωση (ποινή) για μη χορήγηση της αιτηθείσης ετήσιας άδειας αναψυχής και αντισταθμίζεται η εξαίρεση, με τον αυξημένο μισθό, που του καταβάλλεται.

Για τον χαρακτηρισμό εργαζομένου, ως "διευθύνοντος υπαλλήλου", δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι πιο πάνω περιστάσεις? τούτο διότι η έννοια της διευθυντικής θέσεως, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται, με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της συναλλακτικής εμπειρίας, της κοινής πείρας και της λογικής, από τη φύση και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαίως καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση του προς τον εργοδότη και τους λοιπούς εργαζόμενους, κατά την παροχή των υπηρεσιών του.

Η έννοια αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στην εργασιακή σχέση ενυπάρχει και το στοιχείο της εξαρτήσεως του εργαζομένου - "διευθύνοντος υπαλλήλου" από τον εργοδότη, έστω και σε χαλαρή μορφή (ΑΠ 869/2018, ΑΠ 336/2018, ΑΠ 1047/2007, ΑΠ 1030/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Από το άρθρο 2 εδ. (α) της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον δεν προκύπτει ότι ο "διευθύνων υπάλληλος" δεν έχει δικαίωμα στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους και Πάσχα, τα οποία δικαιούται να λαμβάνει, εκτός αν υπάρχει σχετική ρητή αντίθετη συμφωνία (ΑΠ 178/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την 5831/2018 απόφασή του, ευθέως παραβίασε το άρθρο 2 εδ. (α) της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον / κυρωτικός νόμος 2269/1920? ειδικότερα, παραβίασε τη συγκεκριμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, με την εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτή των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα, ενώ δεν υπάγονταν στο πραγματικό της και, έτσι, απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη στην ουσία, κατά τα κρίσιμα κεφάλαιά της, που αφορούσαν αμοιβή υπερεργασίας, κατ' εξαίρεση / παράνομης υπερωρίας και εργασίας ημέρα Σάββατο καθώς και αποζημίωση για τη μη χορήγηση της αιτηθείσης ετήσιας άδειας αναψυχής.

Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 5831/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στερείται νόμιμης βάσεως, κατά την εφαρμογή του άρθρου 2 εδ. (α) της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον, εφ' όσον, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της, έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη το από 18.8.2012 έγγραφο, υπό τον τίτλο "επιτακτικοί κανόνες / δεσμευτικές οδηγίες για τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων", της αναιρεσίβλητης (Διοικητικού Συμβουλίου της "…") προς τον αναιρεσείοντα, αν και ο τελευταίος (αναιρεσείων) το είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, παραδεκτώς, προκειμένου να αποδείξει τον ουσιώδη ισχυρισμό του ότι δεν ήταν "διευθύνων υπάλληλος", αφού, όπως αποδείκνυε το επίμαχο έγγραφο, κατά το περιεχόμενό του, υποχρεωνόταν να συμμορφώνεται με πλαίσιο γενικών καθοδηγητικών γραμμών της εργοδότριας - αναιρεσίβλητης.

Κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (II) μείζονα σκέψη και οι τρεις λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί (ορισμένοι). Περαιτέρω, από την 5831/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, όπως εκτέθηκε στην υπό στοιχείο (I) μείζονα σκέψη, χάριν της εξετάσεως και των τριών παραδεκτών λόγων αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα εξής:

-Στην 5831/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών περιέχεται βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπ' όψη καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις, που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται. Συγκεκριμένα αναγράφεται (φύλλο 7°): "Από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, όλων των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, εκτιμώμενων και όσων από αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου [άρθρο 671 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ], από τα οποία, άλλα λαμβάνονται υπ' όψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι υπ' αριθμ.

…, … και … ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων (του ενάγοντα) Α. Δ., Χ. Μ. και Ε. Τ., αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι δύο πρώτες και, ενώπιον του Προξένου του Αμβούργου Γερμανίας, η τρίτη, όπως και οι υπ' αριθμ. …, … και … των μαρτύρων (της εναγομένης) Α. συζ. Σ. Ν., Α. Ξ. και Γ. Β., αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου … Β.

Φ., οι οποίες δόθηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης δίκης μεταξύ των διαδίκων, ... της με αριθμό … ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Κ. Χ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που δόθηκε, με επιμέλεια του ενάγοντος, ύστερα από νομότυπη κλήτευση της εναγομένης, κατ' άρθρα 422, 591 ΚΠολΔ (υπ' αριθμ. … έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Σ.

Τ.), της υπ' αριθμ. … ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Π. Ν., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, η οποία λήφθηκε, με επιμέλεια της εναγομένης, ύστερα από νομότυπη κλήτευση του ενάγοντα, κατ' άρθρα 422, 591 παρ.1 (στ) ΚΠολΔ, με δήλωση, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αφού παρήλθε η προθεσμία τουλάχιστον δύο ημερών από την κλήτευση αυτή, η οποία προσκομίσθηκε προς αντίκρουση των ισχυρισμών του ενάγοντα, που προτάθηκαν, για πρώτη φορά, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπ' όψη, αυτεπαγγέλτως, από το Δικαστήριο [άρθρο 336 αρ. 4 ΚΠολΔ], αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά".

Στη συνέχεια, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα παρακάτω ουσιώδη (φύλλο 7° πίσω σελίδα μέχρι φύλλο 10°): "Δυνάμει της από … έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η εναγομένη εταιρία, ... που δραστηριοποιείται εμπορικά στον τομέα των σιδηροδρομικών μεταφορών, στην Ευρώπη και αποτελεί θυγατρική της αυστριακής εταιρίας με την επωνυμία "…", προσέλαβε τον ενάγοντα, προκειμένου να εργασθεί στο γραφείο των …, με την ειδικότητα του κοστολόγου σιδηροδρομικών μεταφορών.

Κατά την πρόσληψη του ενάγοντα, συμφωνήθηκε να λαμβάνει, ως μηνιαίες αποδοχές, από την εναγομένη το ποσό των (3000) ευρώ και από την μητρική εταιρία "…" το ποσό των (2000) ευρώ, πλέον μπόνους. Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 μέχρι 30.6.2009, ο ενάγων συνέχισε να λαμβάνει, ως μηνιαίες αποδοχές, από την εναγομένη το ποσό των (3000) ευρώ και από τη μητρική εταιρία "…" το ποσό των (1500) ευρώ, πλέον μπόνους, το οποίο για το έτος 2006, αποδεικνύεται ότι ανέρχονταν στο ποσό των (1500) ευρώ, μηνιαία.

Τα παραπάνω αποδεικνύονται πλήρως, από τα φωτοτυπικά αντίγραφα της με ημερομηνία … έγγραφης σύμβασης εργασίας, που συνήφθη μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης εταιρίας ... και των με ημερομηνίες … και … ιδιωτικών συμφωνητικών, που συνήφθησαν μεταξύ του ενάγοντα και της εταιρίας "…", έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Όπως δε, προκύπτει από το φωτοτυπικό αντίγραφο του με ημερομηνία … εγγράφου της εταιρίας "…", που, επίσης, επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από τον Ιούλιο του 2009 και εφεξής, ο ενάγων θα λάμβανε το μισθό του, στο σύνολό του, μόνο από την εναγομένη εταιρία. Εν όψει της παραπάνω αλλαγής στη μισθοδοσία του, ο ενάγων ζήτησε από τους τότε συνδιευθύνοντες συμβούλους της εναγομένης Ε.

Τ. και T. B. την αύξηση των μηνιαίων αποδοχών του, αίτημα, το οποίο εκείνοι αποδέχθηκαν και, από 1.7.2009, ο ενάγων έλαβε μηνιαίες αποδοχές ποσού (7.000) ευρώ, υπό τον όρο της έγκρισης της αύξησης από το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) της εναγομένης. Κατόπιν όμως των εντόνων διαφωνιών των λοιπών μελών του Δ.Σ. της εναγομένης, από το μήνα Οκτώβριο του 2009, οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντα επανακαθορίσθηκαν στο ποσό των (5.000) ευρώ.

Αποδείχθηκε, επίσης ότι στον προσκομιζόμενο από τους διαδίκους πίνακα προσωπικού της εναγομένης, ο ενάγων χαρακτηρίζεται μεν, ως υπάλληλος γραφείου, πλην όμως, εξ αρχής η εναγομένη ανέθεσε στον ενάγοντα σημαντικά καθήκοντα, που εκφεύγουν των αρμοδιοτήτων του απλού υπαλλήλου. Ειδικότερα, ο ενάγων, όπως ο ίδιος, άλλωστε, εκθέτει στο δικόγραφο της αγωγής του, έχει εμπειρία στη συγκεκριμένη ειδικότητα του κοστολόγου σιδηροδρομικών μεταφορών, όσο ελάχιστοι στην Ελλάδα και ήταν επιφορτισμένος με τον υπολογισμό του κόστους και τη σύνταξη προσφοράς για κάθε σιδηροδρομική μεταφορά, ενώ ήταν υπεύθυνος και για την ενημέρωση των πελατών της εναγομένης σε σχέση με την πορεία της κάθε μεταφοράς.

Χαρακτηριστικά δε, ο μάρτυρας (του ενάγοντα) Κ. Χ. στην υπ' αριθμ. … ένορκη βεβαίωσή του, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, κατέθεσε ότι '... καμιά προσφορά ή κοστολόγηση σιδηροδρομικής μεταφοράς της εταιρίας προς τους πελάτες της δεν γίνονταν είτε από τα γραφεία της Αθήνας είτε από εκείνα της Θεσσαλονίκης, χωρίς να έχει εγκριθεί ή υπολογισθεί, προηγουμένως, από τον αδελφό μου.

Μάλιστα, ο ομόλογος του, των γραφείων της Θεσσαλονίκης, Γ. Β., πάντοτε, ζητούσε, ηλεκτρονικά, τη συνδρομή και την έγκρισή του για οποιαδήποτε προσφορά σιδηροδρομικής μεταφοράς του ζητούσαν οι πελάτες της Β. Ελλάδας'. Επίσης, ο μάρτυρας (του ενάγοντα) Α. Δ. στην υπ' αριθμ. … ένορκη βεβαίωση, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία, όπως προεκτέθηκε, δόθηκε στο πλαίσιο της προηγούμενης δίκης μεταξύ των διαδίκων και λαμβάνεται υπ' όψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καταθέτει, επίσης, για τα παραπάνω καθήκοντα, που ασκούσε ο ενάγων στην εταιρία, σε ένα τομέα, που τον χαρακτηρίζει, ως εξαιρετικά κρίσιμο, υπεύθυνο και ιδιαίτερα πολύπλοκο, που εξηγεί και την τεράστια μισθολογική διαφορά μεταξύ του ενάγοντα και του προϊσταμένου του γραφείου Θεσσαλονίκης Γ.

Β.. Ακολούθως, κατά τα επόμενα έτη, ανατέθηκαν στον ενάγοντα και άλλα σημαντικά καθήκοντα, όπως αυτά του υπεύθυνου προσωπικού του γραφείου Αθηνών και της εναγομένης, που αποτελούνταν από 4-5 υπαλλήλους και, ως εκ τούτου, ήταν υπεύθυνος παρακολούθησης της τήρησης του ωραρίου εργασίας αυτών και του προγραμματισμού των αδειών τους.

Περαιτέρω, από το έτος 2010, χορηγήθηκε στον ενάγοντα δικαίωμα Β' υπογραφής, ως προς συγκεκριμένες συναλλαγές, που αφορούσαν στη διαχείριση και εκπροσώπηση της εναγομένης, όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. … ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ενώ, το έτος 2011, χορηγήθηκε σε αυτόν δικαίωμα να θέτει, μόνος αυτός, την υπογραφή του, με την οποία να δεσμεύει την εναγομένη, στις περιπτώσεις: (α).- σύναψης, τροποποίησης και καταγγελίας συμβάσεων με πελάτες των υπηρεσιών μεταφοράς και έως το ποσό των (30.000) ευρώ, ανά συναλλαγή, (β).- αναφορικά με τις διεκπεραιώσεις συναλλαγών του γραφείου της Αθήνας, με δημόσιες υπηρεσίες, έως το ποσό των (5.000) ευρώ, ανά συναλλαγή και (γ).- θεώρησης βιβλίων προσωρινής εναπόθεσης (αποθήκευσης) σε κάθε αρμόδια οικονομική υπηρεσία και εκπροσώπηση της εταιρίας σε κάθε άλλη δημόσια οικονομική υπηρεσία, όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ.

… ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Όσον αφορά τις αμέσως παραπάνω ενέργειες, το έτος 2012, χορηγήθηκε δικαίωμα πρώτης υπογραφής σε έκαστο εκ των τότε Διευθυνόντων Συμβούλων και δικαίωμα δεύτερης υπογραφής στον ενάγοντα, όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. … ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Επίσης, κατά το χρονικό διάστημα από 15.10.2012 μέχρι 10.1.2013, ο ενάγων κατείχε δικαίωμα συνυπογραφής με τον νέο Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης D. G., αλλά και έτερα εντεταλμένα στελέχη της εναγομένης, αναφορικά με τη διαχείριση και εκπροσώπηση αυτής, στις πάσης φύσης τρέχουσες υποθέσεις της, όπως αποδεικνύεται από τα υπ' αριθμ.

… και … ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξ άλλου, ο διευθυντικός και σημαντικός ρόλος του ενάγοντα αποδεικνύεται και από τα φωτοτυπικά αντίγραφα, που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη (α).- του με ημερομηνία … εγγράφου, που συνέταξε ο ενάγων, στο οποίο αναγράφεται: '...

Επιθυμώ να φέρω στην εταιρία έναν πολύ καλό πωλητή. Αυτός είναι ο κ. Τ.Ν. ... Η πρότασή μου θα ήταν να του δώσουμε (4.000) ευρώ μικτά, το μήνα. Εννοείται ότι αυτός θα φέρει χρήμα στην εταιρία. Εγώ, με αυτόν, έχουμε πολύ καλά σχέδια για νέους πελάτες' και (β).- του με ημερομηνία … μηνύματος του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που απέστειλε ο ενάγων, στο οποίο αναγράφεται ότι μετά την αποχώρηση του T.

B. από την εταιρία, τη θέση του στη διεύθυνση της εναγομένης αναλαμβάνει ο ίδιος. Επίσης, από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την εναγομένη φωτοτυπικό αντίγραφο του με ημερομηνία … μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που απέστειλε ο ενάγων προς τον T. B. στο οποίο αναγράφεται '... από το έτος 2003 μέχρι σήμερα, είμαι ένας συνεργάτης, ο οποίος πηγαίνει στο γραφείο, καθημερινά, στις 05.00 / 05.30 και εργάζεται το Σάββατο και την Κυριακή και τις αργίες και όλο αυτό, επειδή εγώ ο ίδιος το επιθυμώ και γιατί θέλω να υποστηρίξω τη δική μας / δική μου εταιρία, το οποίο είναι, αυτονόητα και δικό μου καθήκον', αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν θεωρούσε τον εαυτό του έναν απλό υπάλληλο της εναγομένης, ρύθμιζε μόνος το ωράριο εργασίας του, χωρίς να δέχεται σχετικές εντολές από άλλο πρόσωπο και, πράγματι, εργάζονταν αυξημένες ώρες ημερησίως, προκειμένου να ανταποκρίνεται στα σημαντικά καθήκοντά του.

Επομένως, λαμβάνοντας υπ' όψη όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ο ενάγων είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, έστω και αν τυπικά δεν έφερε αυτόν τον τίτλο καθώς είχε αναλάβει, αποκλειστικά ο ίδιος, την εκτέλεση κρίσιμων και υπεύθυνων για την εναγομένη καθηκόντων, που επηρέαζαν αποφασιστικά την οικονομική της πορεία, ήταν υπεύθυνος προσωπικού του γραφείου των Αθηνών, απολάμβανε της εμπιστοσύνης της εναγομένης, αφού την εκπροσωπούσε κατά τον τρόπο, που αναλυτικά εκτίθεται, αμέσως παραπάνω και ελάμβανε ιδιαίτερα αυξημένες αποδοχές, που υπερέβαιναν, κατά πολύ, τις καταβαλλόμενες στους άλλους μισθωτούς αποδοχές.

Μόνο δε, το γεγονός ότι η εναγομένη, κατά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, του κατέβαλε, αυτοβούλως, ως αποζημίωση αδείας για τα έτη 2011, 2012, 2013, το χρηματικό ποσό των (26.000) ευρώ, δεν αρκεί για να προσδώσει στον ενάγοντα την ιδιότητα του απλού υπαλλήλου γραφείου, όπως αβάσιμα ο ίδιος ισχυρίζεται.

Επίσης, οι διευθύνοντες υπάλληλοι δικαιούνται να λαμβάνουν επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, εκτός αν έχει συναφθεί αντίθετη ρητή συμφωνία ... Επομένως ούτε το γεγονός ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα αρκεί για να του προσδώσει την ιδιότητα του απλού υπαλλήλου, όπως, επίσης, αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται.

Κατά συνέπεια, εφ' όσον ο ενάγων είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, δεν δύναται να υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κατά το μέρος, που αυτές αφορούν στην εκ μέρους του πραγματοποίηση υπερεργασίας ή παράνομής υπερωριακής απασχόλησης, εργασίας κατά τις ημέρες του Σαββάτου και τη λήψη αποδοχών αδείας ...

Κατόπιν των ανωτέρω, τα οικεία αγωγικά αιτήματα πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμα... ".

Με τις ως άνω παραδοχές και κρίσεις, το δικαστήριο της ουσίας (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), όσον αφορά το θετικό του συμπέρασμα για την απόκτηση από τον αναιρεσείοντα της ιδιότητος του "διευθύνοντος υπαλλήλου", δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 εδ. (α) της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον, όπως ο αναιρεσείων επικαλείται ούτε ευθέως, αφού ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδεδειγμένα, στο πραγματικό του εφαρμοστέου άρθρου 2 εδ. (α) της Δ.Σ.

της Ουάσιγκτον ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο? δηλ. στο αιτιολογικό της 5831/2018 αποφάσεως εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, που καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου άρθρου 2 εδ. (α) της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές, ως άνω, ο αναιρεσείων, από την 8.1.2004, απασχολήθηκε στην αναιρεσίβλητη, με την ειδικότητα του κοστολόγου σιδηροδρομικών μεταφορών και, από τότε, οι μηνιαίες αποδοχές του ήταν ιδιαίτερα αυξημένες, είχε καθήκοντα σε εξαιρετικά κρίσιμο και ιδιαίτερα περίπλοκο τομέα της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης, που επηρέαζαν, αποφασιστικά, την οικονομική πορεία της επιχειρήσεως και ήταν υπεύθυνος προσωπικού, ήτοι 4-5 υπαλλήλων του γραφείου Αθηνών της επιχειρήσεως για την τήρηση του ωραρίου εργασίας και του προγραμματισμού των αδειών τους, ενώ πρότεινε και την πρόσληψη προσωπικού, επίσης, κατά το από 16.8.2012 μήνυμα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ανέλαβε, ύστερα από την αποχώρηση του T.

B., "συνδιευθύνοντος συμβούλου", τη συγκεκριμένη θέση στη διεύθυνση της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης. Τα γεγονότα αυτά, που έγιναν δεκτά, ανελέγκτως, (α).- υποδηλώνουν συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος εξαιρετικών προσόντων και ιδιάζουσας εμπιστοσύνης από μέρους της αναιρεσίβλητης, (β).- μαρτυρούν άσκηση από τον αναιρεσείοντα διευθυντικών καθηκόντων σε σημαντικό, εξαιρετικά κρίσιμο και ιδιαίτερα περίπλοκο τομέα της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης, που επηρέαζαν, αποφασιστικώς, τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως στον συγκεκριμένο τομέα, ενώ η ιδιότητα εργαζομένου, ως "διευθύνοντος υπαλλήλου", δεν αναιρείται από το αν ο εργαζόμενος αυτός είναι υποχρεωμένος (ή όχι) να συμμορφώνεται με πλαίσιο γενικών καθοδηγητικών γραμμών του εργοδότη και (γ).- καθιστούν εμφανή την διακεκριμένη θέση του αναιρεσείοντος στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης και δη, στο γραφείο των Αθηνών.

Τα προηγούμενα γεγονότα δηλ., κατά τα εκτεθέντα και στην υπό στοιχείο (III) μείζονα σκέψη, είναι χαρακτηριστικά, επαρκή, τα οποία, σύμφωνα με την καλή πίστη, προσέδιδαν στον αναιρεσείοντα την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ. (α) της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον ώστε να εξαιρείται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για αμοιβή υπερεργασίας και παράνομης / κατ' εξαίρεση υπερωρίας, για αμοιβή εργασίας ημέρα Σάββατο και για αποζημίωση, συνεπεία μη χορηγήσεως της αιτηθείσης ετήσιας άδειας αναψυχής.

Έτσι, η από 27.3.2017 ένδικη αγωγή, ως προς τα πιο πάνω κεφάλαιά της, δεν θεμελιώνεται σε εκείνες τις διατάξεις, που δεν εφαρμόζονται σε "διευθύνοντα υπάλληλο". Μετά ταύτα, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην 5831/2018 απόφαση, όπως διατυπώνεται και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ως άνω, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν αφήνεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι και το από … έγγραφο, υπό τον τίτλο "επιτακτικοί κανόνες / δεσμευτικές οδηγίες για τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων", που ο αναιρεσείων, παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκε και προσκόμισε.

Επομένως, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στην υπό στοιχείο (II) μείζονα σκέψη και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθία, εφ' όσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος, πρέπει να απορριφθεί η από 9.1.2019 αίτηση για αναίρεση της 5831/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της.

Ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζεται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ [άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9.1.2019 αίτηση για αναίρεση της 5831/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26 Μαΐου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16 Οκτωβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ