Legislator Case Law & Legislation
1065/2018 AI generated

1065/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1065/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 4 της Υπουργικής Απόφασης 51266/ 2955/1975 (ΦΕΚ Β’ 1458/1975) "περί καθορισμού των ωρών εργασίας του προσωπικού τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων (πούλμαν)", που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 2 του ν.δ. 4020/1959 και 2 του α.ν. 199/1936, όπως τροποποιήθηκε με την Υπουργική Απόφαση 1907/1987 (ΦΕΚ Β’ 594/1987), η απασχόληση των οδηγών των τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων (πούλμαν), πλην των εκτελούντων αστική ή υπεραστική συγκοινωνία, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως και τις 72 εβδομαδιαίως.

Legislator headnote

AI generated

1065/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

Keywords

AI generated
work schedule flexitime supplementary work rate of work Sunday work authorization weekly commuter allowance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1065 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1065/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τρίμη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό .../15-10-2013.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 17/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής, η 1133/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-5-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-5-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 4 της Υπουργικής Απόφασης 51266/ 2955/1975 (ΦΕΚ Β’ 1458/1975) "περί καθορισμού των ωρών εργασίας του προσωπικού τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων (πούλμαν)", που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 2 του ν.δ. 4020/1959 και 2 του α.ν. 199/1936, όπως τροποποιήθηκε με την Υπουργική Απόφαση 1907/1987 (ΦΕΚ Β’ 594/1987), η απασχόληση των οδηγών των τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων (πούλμαν), πλην των εκτελούντων αστική ή υπεραστική συγκοινωνία, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως και τις 72 εβδομαδιαίως.

Στις ώρες αυτές περιλαμβάνονται: α) ο χρόνος οδήγησης, ο οποίος δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, ούτε τις 48 ώρες εβδομαδιαίως, η δε πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι συμπλήρωσης του 48ώρου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας απασχόληση των μισθωτών αυτών, λογίζεται ως υπερεργασία, κατά την έννοια του άρθρου 659 ΑΚ, β) ο χρόνος παραλαβής και παράδοσης του αυτοκινήτου, γ) ο χρόνος τυχόν επισκευής του αυτοκινήτου κατά τη διάρκεια της διαδρομής, δ) τα διαλείμματα κατά τη διάρκεια της διαδρομής και οι διακοπές εντός και εκτός έδρας και ε) οι εντός έδρας και μεταξύ δύο διαδρομών διακοπές στο σταθμό αυτοκινήτων, εφόσον καθεμία από αυτές δεν υπερβαίνει τις 3 ώρες, καθώς και τυχόν περισσότερες των δύο διακοπών, άσχετα με τη διάρκειά τους.

Για την πέραν του 8ώρου απασχόληση θα καταβάλλεται το ωρομίσθιο, εξευρισκόμενο δια διαιρέσεως των 6/25 του συμφωνημένου ή νομίμου μισθού δια του αριθμού 45 (ήδη 40 σύμφωνα με την ΥΑ 11770/1984) και προσαυξημένο κατά ποσοστό: α) 25% για τις μέχρι 60 ώρες ετησίως, β) 50% για τις πέραν των 60 ωρών ετησίως και μέχρι 120 και γ) 75% για τις πέραν των 120 ωρών ετησίως.

Με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ (ΥΑ 11770/1984, ΦΕΚ Β’ 81/20-2-1984) ορίστηκε ότι "η διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας των εργαζομένων, που απασχολούνται σε οποιοδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας, ορίζεται σε 40 ώρες. Οι αποδοχές των εργαζομένων, παρά τον περιορισμό των ωρών εργασίας, δεν μειώνονται...".

Εξάλλου, με το άρθρο 4 παρ.1 της από 7-6-2008 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας", που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 52781/2462/2008 (ΦΕΚ Β’ 1489/29-7-2008) από 1-4-2008 και ίσχυσε έως 31-3-2009, ορίζεται ότι οι αποδοχές του πίνακα του άρθρου 2 της εν λόγω ΣΣΕ για το έτος 2008 αφορούν σε πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση με δύο (2) συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης (ρεπό) κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις της ΔΑ 38/1985.

Οι ώρες εργασίας των οδηγών που υπάγονται στην απόφαση αυτή είναι 40 ώρες εβδομαδιαίως, που αντιστοιχούν σε 8 ώρες οδήγησης ανά ημέρα και έως 13 ώρες ημερησίως. Οι ώρες απασχόλησης πέραν των 8 ωρών ημερησίως αμείβονται ως υπερωριακή απασχόληση, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Περαιτέρω, με το ομοίου περιεχομένου άρθρο 4 της ΔΑ 17/2009 "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας", που επακολούθησε, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 25216/2058/2009 (ΦΕΚ Β’ 1847/3-9-2009), που ίσχυσε από 1-4-2009 έως 31-3-2010, καθώς και των από 25-4-2010 και 12-5-2011 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας" (πράξεις κατάθεσης 1/28-4-2010 και 26/13-5-2011, αντίστοιχα), που ίσχυσαν από 1-4-2010 έως 31-3-2011 η πρώτη και από 1-4-2011 έως 31-3-2012 η δεύτερη, ορίζεται ότι οι αποδοχές του πίνακα του άρθρου 2 παρ.1 αυτών για τα έτη 2009, 2010 και 2011, αντίστοιχα, αφορούν σε πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση με δύο (2) συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης (ρεπό) κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις της ΔΑ 38/1985 και ότι οι ώρες εργασίας των οδηγών που υπάγονται σε αυτές είναι 40 ώρες εβδομαδιαίως, που αντιστοιχούν σε 8 ώρες οδήγησης ανά ημέρα και έως 13 ώρες ημερησίως απασχόληση.

Οι ώρες απασχόλησης πέραν των 8 ωρών ημερησίως αμείβονται ως υπερωριακή απασχόληση σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Εξάλλου, η απόφαση 35/1985 ΔΔΔΔ Αθηνών "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας" (πράξη κατάθεσης Υπουργού Εργασίας .../26-6-1985) στο άρθρο 5 ορίζει ότι "Καθιερώνεται εβδομάδα πέντε εργασίμων ημερών στους εργαζομένους που υπάγονται στην απόφαση αυτή.

Οι ημέρες ανάπαυσης είναι συνεχόμενες". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι απαγορεύεται και είναι παράνομη η εργασία οδήγησης καθ’ εαυτή των οδηγών τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων, που υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως ή τις 40 ώρες εβδομαδιαίως, καθώς και η εργασία γενικώς, η οποία, μαζί με τα κατά τη διαδρομή διαλείμματα και τις διακοπές οδήγησης εντός και εκτός έδρας και τις λοιπές περιστάσεις που καθορίζονται στην ως άνω παράγραφο 1 του άρθρου 1 της ΥΑ 51266/2955/1975, δηλαδή το χρόνο παραλαβής και παράδοσης του αυτοκινήτου και το χρόνο τυχόν επισκευής του κατά τη διάρκεια της διαδρομής, υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως και τις 72 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ η πέραν των 8 ωρών μέχρι 13 ωρών ημερησίως και η πέραν των 40 ωρών μέχρι 72 ωρών εβδομαδιαίως απασχόληση, που γίνεται υπό τις ως άνω άλλες, εκτός της οδήγησης, περιστάσεις, είναι επιτρεπόμενη εργασία, για την αμοιβή της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2874/2000 (άρθρο 4 παρ.2, 3, 4 και 5) και του ν. 3385/2005 (με το άρθρο 1 του οποίου αντικαταστάθηκε το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 από 1-10-2005).

Και ναι μεν, κατά το άρθρο 3 στοιχ. α’ του π.δ. 167/2006 (ΦΕΚ Α’ 179/2006) "Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της 2002/15/ΕΚ Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών (...-3-2002)", η ισχύς του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 12 αυτού, άρχισε από τις 23-3-2005, δεν περιλαμβάνονται στο χρόνο εργασίας των μετακινούμενων εργαζομένων (οδηγών) τα κατά το άρθρο 5 διαλείμματα, ο κατά το άρθρο 6 χρόνος ανάπαυσης, καθώς και οι κατά το στοιχείο β’ του παρόντος άρθρου 3 "περίοδοι υποχρέωσης διαθεσιμότητας", πλην όμως, κατά το άρθρο 10 του ως άνω π.δ. 167/2006 (άρθρο 10 της Οδηγίας) "Το παρόν διάταγμα δεν εμποδίζει την εφαρμογή ή τη θέσπιση ευνοϊκότερων νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών ή την εφαρμογή συλλογικών συμβάσεων ή άλλων συμφωνιών μεταξύ κοινωνικών εταίρων, ευνοϊκότερων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των μετακινούμενων εργαζομένων.

Η εφαρμογή του παρόντος δεν μπορεί να επιφέρει υποβάθμιση της γενικής προστασίας των εργαζομένων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παρ.1 αυτού" (ΑΠ 601/2017, ΑΠ 1069/2014).

2. Εξάλλου, για την εφαρμογή των διατάξεων του εργατικού δικαίου, ως εξαρτημένη εργασία νοείται, κατά κανόνα, η παροχή της πνευματικής ή σωματικής δραστηριότητας του εργαζομένου, που αναπτύσσεται υπό τον έλεγχο του εργοδότη και αποβλέπει στην επίτευξη ενός οικονομικού αποτελέσματος. Ωστόσο, υπάρχει παροχή εξαρτημένης εργασίας και όταν απλώς δεσμεύεται η ελευθερία του εργαζομένου, με την ανάληψη της υποχρέωσης να παραμένει σε ετοιμότητα προς παροχή της εργασίας του, όταν αυτή απαιτηθεί από τον εργοδότη.

Ειδικότερα, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 3755/1957, 1 του ν. 1876/1990 και 2 του π.δ. 88/1999 (με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η 93/104 οδηγία της ΕΚ), ως προς το ζήτημα της ετοιμότητας προς εργασία, διακρίνονται δύο βασικές μορφές.

Στην πρώτη, ο εργαζόμενος οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής, από όπου, πάντως, μόλις κληθεί, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσέλθει άμεσα στον τόπο εργασίας) και για συγκεκριμένο χρόνο, διατηρώντας τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις σε ένταση, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες του αμέσως μόλις απαιτηθούν από τον εργοδότη ή τις περιστάσεις.

Υπό τη μορφή αυτή, πρόκειται για "σύμβαση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία", διότι εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας υπάρχει και διαρκής εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού, ανεξάρτητα προς το αν θα απαιτηθεί πραγματικά ή όχι η παροχή της εργασίας, γι’ αυτό και έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Στη δεύτερη, ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μόνο κατά ένα μέρος την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του εργοδότη, ώστε να δύναται να προσφέρει την εργασία του οποτεδήποτε του ζητηθεί, ενώ διατηρεί, παράλληλα, την ευχέρεια να αναπαύεται ή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο εργασίας, επιδιδόμενος, ενδεχομένως, σε άλλες ασχολίες.

Υπό τη μορφή αυτή, πρόκειται για "σύμβαση μη γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία" (απλής ετοιμότητας ή ετοιμότητας κλήσης), διότι η δέσμευση της ελευθερίας του εργαζομένου είναι περιορισμένη και δεν απαιτεί διαρκή εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων αυτού. Γι’ αυτό και στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες, αλλά οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε ή, άλλως, ο συνηθισμένος μισθός (ΑΠ 613/2017, ΑΠ 938/2015, ΑΠ 814/2014).

3. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 2102/2014). 4.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), την 16-7-2008, είχε προσληφθεί από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου (πούλμαν), στην επιχείρηση που διατηρεί η τελευταία στο ..., με μηνιαίες αποδοχές τις προβλεπόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ).

Ότι απασχολήθηκε με την ειδικότητα του οδηγού στην ανωτέρω επιχείρηση μέχρι την 5-12-2011, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και τον απέλυσε. Ότι ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης, εργαζόταν καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή, πραγματοποιώντας προκαθορισμένα δρομολόγια μεταφοράς από και προς διάφορες περιοχές της Αττικής, είτε εργαζομένων στον τόπο της εργασίας τους είτε μαθητών στα σχολεία τους.

Ότι, ειδικότερα, τις δύο ημέρες κάθε εβδομάδας, περί ώρα 04:15, παραλάμβανε το τουριστικό λεωφορείο από το χώρο στάθμευσης των λεωφορείων της εναγομένης, στο ... και μετέβαινε στο ..., όπου ήταν η αφετηρία για το δρομολόγιο παραλαβής από προκαθορισμένα σημεία και μεταφοράς εργατοϋπαλληλικού προσωπικού στο αεροδρόμιο "...", στα ..., στο οποίο έφθανε περί ώρα 06:00.

Ότι, στη συνέχεια, αφού επιβίβαζε στο λεωφορείο τους εργαζομένους, των οποίων είχε λήξει η βάρδια, ακολουθούσε αντίστροφη πορεία προς την αφετηρία, όπου έφθανε περί ώρα 07:30. Ότι το ίδιο δρομολόγιο μεταφοράς εργαζομένων στο αεροδρόμιο και αντίστροφης πορείας προς την ως άνω αφετηρία, διάρκειας δύο (2) ωρών περίπου, όπως εκτιμάται (ενόψει της απόστασης που δεν υπερβαίνει τα 40 χιλιόμετρα), πραγματοποιούσε τις μεσημβρινές ώρες, με έναρξη περί ώρα 12:00, καθώς και το βράδυ με έναρξη την 20:20 και ακολούθως επέστρεφε το λεωφορείο στο Γέρακα περί ώρα 23:00.

Ότι, δηλαδή, τις ημέρες αυτές (δύο την εβδομάδα) ο ενάγων δεν ξεπερνούσε τις οκτώ (8) ώρες οδήγησης ημερησίως. Ότι τις υπόλοιπες τρεις ημέρες κάθε εβδομάδας, ο ενάγων, αφού παραλάμβανε το λεωφορείο από το Γέρακα περί ώρα 05:15 ή 06:00, εκτελούσε δρομολόγια μεταφοράς από προκαθορισμένα σημεία (αφετηρίες) της Αττικής (όπως Μοσχάτο, Ταύρο, Άγιο Δημήτριο, Σύνταγμα, Παλλήνη, Γέρακα κ.α.), είτε εργαζομένων διαφόρων επιχειρήσεων (...) προς τον τόπο εργασίας τους, στα Οινόφυτα ή στη Θήβα, είτε μαθητών προς τα σχολεία τους (Δημοτικό- Γυμνάσιο- Λύκειο Αρτέμιδος, Μουσικά Σχολεία Κυψέλης, Παλλήνης κ.α.) ή προς άλλους προορισμούς για προγραμματισμένες πολιτιστικές επισκέψεις σε θέατρα ή μουσεία, ενώ μετά τη λήξη της βάρδιας των άνω εργαζομένων ή την ολοκλήρωση των μαθημάτων ή των πολιτιστικών δραστηριοτήτων των μαθητών, ακολουθούσε αντίστροφο πρόγραμμα επιστροφής αυτών στις ως άνω αφετηρίες.

Ότι, κατά τις τρεις αυτές ημέρες κάθε εβδομάδας, ο συνολικός χρόνος που ο ενάγων οδηγούσε, εκτελώντας τα ως άνω δρομολόγια, περιλαμβανομένου και του χρόνου οδήγησης από και προς τον Γέρακα, όπου βρισκόταν ο χώρος στάθμευσης των λεωφορείων της εναγομένης, δεν διαρκούσε, όπως εκτιμάται, πάνω από 7-8 ώρες την ημέρα, ενώ λόγω της ώρας που έπρεπε οι εργαζόμενοι ή οι μαθητές να βρίσκονται στον τόπο εργασίας τους ή στα σχολεία τους, αντίστοιχα (ήτοι 07:00 οι εργαζόμενοι και 08:00 - 08:15 οι μαθητές), αλλά και της ώρας επιστροφής τους, δεν ήταν δυνατόν την ίδια ημέρα να εκτελούνται από τον ενάγοντα δρομολόγια μεταφοράς τόσο εργαζομένων στην εργασία τους όσο και μαθητών στα σχολεία τους.

Ότι δεν αποδείχθηκε από αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία ότι ο ενάγων απασχολείτο και Σαββατοκύριακα, ούτε ότι κατά τις ενδιάμεσες ώρες μεταξύ των ως άνω προγραμματισμένων δρομολογίων εκτελούσε έκτακτα δρομολόγια, ούτε ότι κατά τις ώρες αυτές (ενδιάμεσες) απασχολείτο με εργασίες παρεμφερείς ή παρακολουθηματικές προς την κύρια εργασία του οδηγού, διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις, για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίησή του από την εναγομένη.

Ότι, ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε, ενόψει και των γενικόλογων σχετικά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν από την πλευρά του, σε ποιο χώρο αυτός παρέμεινε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε μεταξύ των δρομολογίων (κανένας από τους μάρτυρές του δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα αυτό), ποιες εργασίες όφειλε αυτός να εκτελέσει κατά το ενδιάμεσο διάστημα και ποιος ήταν ο απαιτούμενος χρόνος για καθεμία από αυτές, ούτε εάν ο ευπρεπισμός του λεωφορείου, και μάλιστα σε καθημερινή βάση κατά τους ισχυρισμούς του, περιλαμβανόταν στις συμβατικές υποχρεώσεις του.

Μετά τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως ουσία αβάσιμη, επικυρώνοντας έτσι την 17/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της.

5. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του εντελούς μη συνυπολογισμού ως χρόνου απασχόλησης, του χρόνου μη οδήγησης μεταξύ των διαφόρων δρομολογίων που πραγματοποιούσε ο ενάγων.

Το ζήτημα αυτό έχει ουσιώδη επιρροή στην αληθή διάγνωση του δικαιώματος του ενάγοντος να αξιώσει πρόσθετες αμοιβές, διότι από τις σχετικές παραδοχές θα κριθεί αν ο ενδιάμεσος χρόνος, ανάλογα προς τη διάρκειά του και τις λοιπές περιστάσεις, μπορεί να θεωρηθεί είτε ως διαλείμματα κλπ που προσμετρώνται ως χρόνος απασχόλησης σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις που αναφέρονται παραπάνω (βλ.

σκέψη αρ.1) είτε ως χρόνος γνήσιας ετοιμότητας, που και πάλι συνιστά χρόνο απασχόλησης είτε ως χρόνος απλής ετοιμότητας προς εργασία, για τον οποίο δεν οφείλεται αμοιβή (βλ. παραπάνω, αρ.2). Συγκεκριμένα, το Εφετείο δεν κατέστησε σαφές αν ο ενάγων, κατά τα χρονικά διαστήματα που μεσολαβούσαν μεταξύ των διαφόρων δρομολογίων, είτε βρισκόταν σε πρόσκαιρη διακοπή προς αναμονή των επιβατών ή επιτέλεση εργασιών που είχαν σχέση με το αυτοκίνητο, είτε (όταν τα διαστήματα ήσαν μεγαλύτερα) ήταν υποχρεωμένος να βρίσκεται σε συγκεκριμένο τόπο και να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις προς όφελος της εναγομένης, είτε είχε τη δυνατότητα να απομακρύνεται για να αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί διαφορετικά την εργατική του δύναμη.

Ειδικότερα, σε σχέση με τις δύο ημέρες της εβδομάδας, κατά τις οποίες μετέφερε εργατοϋπαλληλικό προσωπικό από και προς την εργασία του, πραγματοποιώντας δύο δρομολόγια με επιστροφή, το Εφετείο, μολονότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του τα δρομολόγια δεν ήσαν συνεχόμενα, δέχθηκε ως χρόνο απασχόλησης του ενάγοντος μόνο το χρόνο οδήγησης, υπολογιζόμενο σε οκτώ (8) ώρες ημερησίως, για την εκτέλεση των συγκεκριμένων δρομολογίων μεταφοράς εργαζομένων στα … και αντίστροφης πορείας προς την αφετηρία στο ..., συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου οδήγησης από και προς το Γέρακα, όπου ο χώρος στάθμευσης του λεωφορείου, αλλά δεν αιτιολόγησε γιατί στις ώρες ημερήσιας απασχόλησης δεν περιλαμβάνεται και ο χρόνος προετοιμασίας του λεωφορείου για το επόμενο δρομολόγιο.

Προσέτι, για τα χρονικά διαστήματα, τα οποία με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης μεσολαβούσαν μεταξύ των δρομολογίων, ήτοι από ώρα 07:30 έως 12:00 και από ώρα 14:00 ως 20:20, δεν υπάρχουν παραδοχές ως προς τις υποχρεώσεις ή τις δυνατότητες του ενάγοντος. Σε σχέση με τις λοιπές τρεις ημέρες της εβδομάδας δέχθηκε, επίσης, ως χρόνο απασχόλησης του ενάγοντος μόνο το χρόνο οδήγησης, τον οποίο εκτίμησε ότι δεν ξεπερνούσε τις 7 με 8 ώρες την ημέρα, για μεταφορά εργαζομένων ή μαθητών, με χρόνο παραλαβής του λεωφορείου από το Γέρακα και εντεύθεν έναρξης της εργασίας του περί ώρα 05:15 ή 06:00.

Οι διαζεύξεις αυτές οδηγούν σε διαφορετικό αποτέλεσμα και συνιστούν ασάφεια. Επίσης, δεν υπάρχουν παραδοχές ως προς την ώρα πραγματοποίησης του δρομολογίου επιστροφής και παράδοσης του λεωφορείου, που συναρτάται με το πέρας της εργασίας. Ακόμη, μολονότι δέχθηκε ότι πραγματοποιούσε καθ’ εκάστη των ημερών αυτών ένα δρομολόγιο με επιστροφή, δεν κατέστησε σαφές αν τις εν λόγω ημέρες μετέφερε μία φορά ή περισσότερες εργαζομένους ή μία φορά ή περισσότερες μαθητές και τις ώρες πραγματοποίησης των δρομολογίων μετάβασης και επιστροφής, μετά το πέρας της εργασίας των εργαζομένων ή της ολοκλήρωσης των μαθημάτων ή των πολιτιστικών επισκέψεων των μαθητών.

Οι ίδιες ελλείψεις και ασάφειες περιέχονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και στην περίπτωση μεταφοράς μαθητών για πολιτιστικές επισκέψεις. Το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές και τη συναφή κρίση ότι ο ενάγων δεν δικαιούται παντάπασι πρόσθετες αμοιβές, παρά το γεγονός ότι η κατά διαστήματα οδήγηση του λεωφορείου εκτεινόταν σε πολύ περισσότερες από 13 ώρες ημερησίως, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης προαναφερόμενο ζήτημα, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, όπως παραδεκτά συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως (ΚΠολΔ 562 παρ.4 ), είναι βάσιμος. 6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς τις αξιώσεις του ενάγοντος για παρασχεθείσα εργασία εντός του πενθημέρου (δηλ.

εκτός των απαιτήσεων για εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Μετά την αναίρεση για τον ως άνω λόγο, καθίσταται περιττή η εξέταση του δεύτερου (και τελευταίου) λόγου της αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 γ’ ΚΠολΔ ως προς το ίδιο κεφάλαιο.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1133/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Απριλίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ