1065/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/8/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 529/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/4/2014 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1065/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ) Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2496/1997 "Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1065 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1065/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και το διακριτικό τίτλο "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", πρώην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Μπουρνέλλη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Λάγγα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/8/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 529/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/4/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 20/11/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 3-4-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 529/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεων των διαδίκων κατά της 68/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση η μεν έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, ενώ έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, μετά δε εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και εκδίκασης της αγωγής έγινε αυτή δεκτή κατ’ ουσίαν και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο εντόκως το ποσό των 110.000 ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙ) Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2496/1997 "Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)".
Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ίδιου νόμου "κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου", κατά δε την παράγραφο 6 του αυτού άρθρου και νόμου "σε περίπτωση παράβασης από δόλο της άνω υποχρέωσης, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης", ενώ κατά το άρθρο 5 παρ. 2 εδ.
β` του ίδιου ν. 2496/1997 "αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ή ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, κατά τη σύναψη της ασφάλισης, γνώριζε ότι η ασφαλιστική περίπτωση είχε ήδη επέλθει, ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται σε παροχή και δικαιούται, εφόσον δεν γνώριζε την επέλευση του κινδύνου, το ασφάλιστρο μέχρι τέλους της ασφαλιστικής περιόδου".
Στην τελευταία αυτή περίπτωση αληθινά πρόκειται για ακυρωσία που στηρίζεται σε απάτη που διέπραξε ο αντισυμβαλλόμενος, αλλά ο νόμος έχει προβεί σε ειδική ρύθμισή της και την αντιμετωπίζει ως μονομερώς ανενεργή, δηλαδή ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται από την ασφάλιση, δικαιούται όμως να απαιτήσει το ασφάλιστρο, εφόσον δεν γνώριζε την επέλευση του κινδύνου (ΑΠ 1743/2011, ΑΠ 727/2008).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 του ως άνω νόμου: 1."Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά, είτε εφάπαξ είτε με τμηματικές καταβολές. Η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής, εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από την ασφαλιστική σύμβαση ή από τις περιστάσεις". 2. "Η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση.
Η καταγγελία γίνεται με γραπτή δήλωση στον λήπτη της ασφάλισης, στην οποία γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης". Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι: 1) Η καταβολή του ασφαλίστρου, που βαρύνει τον αντισυμβαλλόμενο στη σύμβαση ασφάλισης και αποτελεί την κύρια αυτού υποχρέωση από τη σύμβαση, γίνεται είτε εφάπαξ είτε με τμηματικές καταβολές. 2) Η καθυστέρηση περί την καταβολή ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου και ανεξάρτητα από το χρόνο της καθυστέρησης, παρέχει στον ασφαλιστή το δικαίωμα να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση.
Η καταγγελία δε αυτή αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του ασφαλιστή και η περί αυτής δήλωση βούλησης, απευθυνόμενη προς τον αντισυμβαλλόμενο, για να είναι έγκυρη πρέπει να περιέχεται σε γραπτό κείμενο και να αναφέρεται ότι περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής του ασφαλίστρου θα επιφέρει μετά πάροδο ενός μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης τη λύση της σύμβασης.
Η με το παραπάνω περιεχόμενο έγγραφη δήλωση του ασφαλιστή επιφέρει τα νομικά αποτελέσματα από τότε που θα περιέλθει στον αντισυμβαλλόμενο, (άρθρο 167 ΑΚ), ανεξάρτητα πότε αυτός θα λάβει γνώση του περιεχομένου του. Τέλος, κατά το άρθρο 33 παρ. 1 Ν. 2496/1997 "Κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται, κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών".
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 361 ΑΚ , που δίνει το δικαίωμα στους συμβαλλόμενους να συνάψουν σύμβαση με οποιοδήποτε περιεχόμενο θέλουν, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν αντίκειται σε διατάξεις δημόσιας τάξης, υπάρχει η δυνατότητα στους μέχρι τότε συμβαλλομένους, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης ασφάλισης χωρίς καταγγελία αλλά λόγω παρέλευσης του συμβατικού χρόνου διάρκειας αυτής, να προβούν, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ τους, σε ανανέωση της λυθείσης ασφαλιστικής σύμβασης, εφόσον η συμφωνία αυτή δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 εδαφ.
β’ και 33 παρ. 1 του Ν. 2496/2007, δεδομένου ότι με τον παρόντα νόμο καταργήθηκε το άρθρο 203 Εμπ.Ν., στο εδ. α του οποίου ορίζονταν ότι η ασφάλιση είναι άκυρη, εάν ο ασφαλιστής και ο ασφαλισμένος ή το πρόσωπο που ενήργησε την ασφάλιση γνώριζε την ανυπαρξία ή την παύση των κινδύνων ή την επέλευση της ζημίας, δηλαδή όταν ασφαλιστής και ασφαλισμένος γνώριζαν την επέλευση της ζημίας και με συμφωνία έδιδαν αναδρομική ισχύ στη σύμβαση ασφάλισης σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999).
ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων κατάρτισε με την εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, το ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο πυρός, με το οποίο η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση, αντί καταβολής ασφαλίστρου, να ασφαλίζει κατά του κινδύνου της πυρκαϊάς το περιεχόμενο του επί της λεωφόρου Θηβών ...
κειμένου καταστήματός του εμπορίας επίπλων κουζίνας, ηλεκτρικών συσκευών και συναφών ειδών και ειδικότερα να του αποκαταστήσει, σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου, τη θετική ζημία που ήθελε υποστεί από τη βλάβη ή την καταστροφή των εντός αυτού ευρισκομένων και ασφαλιζομένων αντικειμένων, μέχρι του ποσού των 110.000 ευρώ.
Η διάρκεια του ασφαλιστηρίου συμφωνήθηκε εξάμηνος, αρχόμενη από την 20.8.2004 και λήγουσα την 20.2.2005, ενώ τα ασφάλιστρα ορίστηκαν στο ποσό των 233,89 ευρώ και συμφωνήθηκε να καταβάλλονται εφάπαξ. Κατά τη λήξη της η σύμβαση ασφαλίσεως ανανεώθηκε ρητά και διαδοχικά και για τα επόμενα εξάμηνα: 20.2.2005 έως .... 20.8.2007, με την εκ μέρους του ενάγοντος καταβολή των ασφαλίστρων και την εκ μέρους της εναγομένης έκδοση και παράδοση στον ενάγοντα ισάριθμων πρόσθετων στο αρχικό ασφαλιστήριο πράξεων, υπό τους ίδιους όρους του αρχικού ασφαλιστηρίου, πλην του ποσού των εφάπαξ καταβλητέων ασφαλίστρων που μειώθηκε από το ποσό των 233,89 ευρώ σε εκείνο των 154,23 ευρώ.
Την 28.7.2007, πριν από τη λήξη της τελευταίας από τις πιο πάνω περιόδους ισχύος της συμβάσεως ασφαλίσεως, η εναγόμενη απέστειλε στον ενάγοντα ταχυδρομικώς την από 28.7.2007 ειδοποίηση καταβολής ασφαλίστρων, με την οποίαν τον καλούσε να της καταβάλει τα ασφάλιστρα της αμέσως επόμενης περιόδου έως 20.2.2008, εξ 154,23 ευρώ, προκειμένου να ανανεώσει τη μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως και για την επόμενη αυτή περίοδο.
Ο ενάγων, αν και παρέλαβε την ειδοποίηση αυτή, δεν κατέβαλε τα ασφάλιστρα καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 20.8.2007 έως και 20.2.2008, άφησε δηλαδή να παρέλθει άπρακτη ολόκληρη η εξάμηνης διάρκειας ασφαλιστική περίοδος την οποία αυτά αφορούσαν. Η παράλειψη αυτή του ενάγοντα είχε ως συνέπεια να λυθεί την 20.8.2007 η μετά της εναγομένης σύμβαση ασφαλίσεως, γιατί είχε συμφωνηθεί για ορισμένο χρόνο (εξάμηνο), άνευ ρήτρας σιωπηρής παράτασης της ισχύος της, και ο χρόνος αυτός παρήλθε ...
χωρίς παράλληλα να ανανεωθεί για το επόμενο της λύσεώς της εξάμηνο 20.8.2007 έως 20.2.2008, γιατί, εφόσον τα ασφάλιστρα είχαν συμφωνηθεί καταβλητέα εφ άπαξ, για να επέλθει η ανανέωση, θα έπρεπε, .... ο ενάγων να τα είχε προκαταβάλει στην εναγομένη και μάλιστα το αργότερο μέχρι την 20.8.2007, γεγονός το οποίο όμως δεν συνέβη, αφού αυτός όχι μόνο δεν τα κατέβαλε έως την πιο πάνω χρονολογία ανανεώσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως αλλά ούτε και καθ’ όλη τη διάρκεια του εξαμήνου 20.8.2007 έως 20.2.2008, στο οποίο αφορούσαν, ενώ ούτε από τη σύμβαση ούτε από τις περιστάσεις προκύπτει διαφορετική ως προς την καταβολή του ασφαλίστρου ρύθμιση.
Μετά την παράλειψη του ενάγοντος να της καταβάλει τα παραπάνω ασφάλιστρα η εναγομένη εξέδωσε και παρέδωσε στον ενάγοντα την υπ’ αριθμόν ... της 25.1.2008 πρόσθετη στο αρχικό ασφαλιστήριο πράξη, στην οποία ως αιτιολογία εκδόσεώς της αναγράφει: "Ακύρωση δόσης λόγω μη πληρωμής ασφαλίστρων". Την 9.3.2008 και ώρα 12.57, σε χρόνο δηλαδή κατά τον οποίον η επίδικη σύμβαση ασφαλίσεως είχε ήδη, κατά τα άνω, λόγω της παρόδου του συμφωνημένου χρόνου διάρκειάς της και της μη ανανεώσεώς της για το μέλλον, λυθεί, εκδηλώθηκε, από βραχυκύκλωμα ηλεκτρικών καλωδίων μονάδας ηλεκτρονικού υπολογιστή, πυρκαγιά στο πιο πάνω κατάστημα του ενάγοντος στο Αιγάλεω και προκλήθηκαν εκτεταμένες ζημιές στο περιεχόμενό του (εμπορεύματα και εξοπλισμό), που αποτελούσαν και το αντικείμενο της ασφαλιστικής συμβάσεως η οποία είχε λυθεί.
Ο ενάγων ανακοίνωσε το συμβάν στην εναγομένη αμέσως όχι μόνο προφορικώς αλλά και εγγράφως, αποστέλλοντάς της την 19.3.2008, τηλεομοιοτυπικώς, μέσω της ασφαλιστικής της πράκτορα Γ. Χ., την από 19.3.2008 σχετική αναγγελία του, ενώ την 11.3.2008, δύο ημέρες μετά το συμβάν, έσπευσε και κατέβαλε στην εναγομένη, καθυστερημένα, δια καταθέσεως στον ...
λογαριασμό της στην τράπεζα ALPHA BANK, το ποσό των 154,23 ευρώ, που αφορούσε τα ασφάλιστρα της περιόδου 20.8.2007 έως 20.2.2008. Την 10.4.2008 η εναγομένη αφενός μεν εξέδωσε και παρέδωσε στον ενάγοντα την υπ’ αριθμόν ...πρόσθετη στο αρχικό ασφαλιστήριο πράξη με αναγραφόμενη σε αυτό αιτιολογία: "Επαναφορά", διάρκεια ασφαλίσεως 20.2.2008 έως και 20.8.2008 και ποσό ασφαλίστρων 154,23 ευρώ, αφετέρου δε απέστειλε σε αυτόν την από 10-4-2008 ειδοποίηση καταβολής ασφαλίστρων, με την οποίαν τον καλούσε να της καταβάλει τα εξ 154,23 ευρώ ασφάλιστρα της επόμενης περιόδου 20.2.2008 έως και 20.8.2008, στην οποία εμπίπτει χρονικά το συμβάν της πυρκαγιάς στο κατάστημά του.
Ο ενάγων, ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση της εναγομένης, έσπευσε την 23-4-2008 και της κατέβαλε, δια καταθέσεώς του στον ίδιο πιο πάνω λογαριασμό της στην ALPHA BANK, το ποσό των 154,23 ευρώ των ασφαλίστρων, ενώ η εναγομένη τη 21.5.2008 ανέθεσε στην εταιρεία εμπειρογνωμόνων υπό την επωνυμία "Σ.Σ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε" να διερευνήσει τις συνθήκες του συμβάντος και να εκτιμήσει τις επελθούσες ζημιές.
Με τις ενέργειες αυτές αμφότεροι οι διάδικοι, γνωρίζοντας ότι η ασφαλιστική περίπτωση είχε ήδη επέλθει, ανανέωσαν αναδρομικά τη μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως, που είχε λυθεί την 20.8.2007 λόγω της παρόδου του ορισμένου χρόνου διάρκειάς της, και για τα επόμενα δύο εξάμηνα 20-8-2007 έως 20.2.2008 και 20.2.2008 έως 20.8.2008, έτσι ώστε η ασφαλιστική περίπτωση, που επήλθε την 9.3.2008, να καλυφθεί ασφαλιστικά, με την εκ μέρους του ενάγοντος εκ των υστέρων καταβολή των συμφωνημένων ασφαλίστρων των πιο πάνω περιόδων και την εκ μέρους της εναγομένης αποδοχή των καταβολών αυτών και την έκδοση και παράδοση στον ενάγοντα της προαναφερόμενης ...
πρόσθετης στο αρχικό ασφαλιστήριο πράξης περί "επαναφοράς" του σε ισχύ για τις πιο πάνω περιόδους. .... Η συμφωνία αυτή των διαδίκων για την αναδρομική ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης είναι ... έγκυρη και δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 εδαφ. β’ και 33 παρ. 1 του ν. 2496/2007, διότι ενέχει έγκυρη, εκ των υστέρων, εκ μέρους της εναγομένης, παραίτηση από το ήδη, εκ της πρώτης διατάξεως, κεκτημένο δικαίωμά της να αρνηθεί την καταβολή του ασφαλίσματος, η οποία όχι μόνο δεν περιορίζει αλλά αντιθέτως διευρύνει τα δικαιώματα του ενάγοντος ως ασφαλισμένου ......
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε ούτε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, και συνεπώς οι ... λόγοι της ... εφέσεως της εναγομένης, με τους οποίους αυτή υποστηρίζει τα αντίθετα, σε σχέση με τις πιο πάνω παραδοχές, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι".
ΙV) Έτσι που έκρινε το Εφετείο , δηλαδή με το να δεχθεί, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του περιστατικά, ότι κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων επαναφέρθηκε σε ισχύ αναδρομικά η ασφαλιστική σύμβαση , η οποία είχε λυθεί λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειάς της και όχι λόγω καταγγελίας της, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, και ότι η συμφωνία αυτή ήταν έγκυρη, εφόσον αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι, δηλαδή ασφαλιστής και ασφαλισμένος γνώριζαν ήδη πριν από το χρόνο σύναψής της για την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με την έννοια της κακής ερμηνείας αυτών και της εσφαλμένης υπαγωγής των δεκτών γενομένων περιστατικών στις διατάξεις του Ν. 2496/1997 και του άρθρου 361 ΑΚ.
Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς , επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τη συνδρομή όλων των προαναφερομένων (υποκειμενικών και αντικειμενικών) στοιχείων της από τη σύμβαση ασφάλισης ευθύνης της αναιρεσείουσας ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων.
Η ως άνω δε συμφωνία δεν προσκρούει σε κάποια διάταξη δημόσιας τάξης ή στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 εδ. β’ και 33 παρ. 1 Ν. 2496/1997, που ως προϋπόθεση ισχύος της αναδρομικής ασφάλισης θέτουν την άγνοια κατά την κατάρτιση της σύμβασης του ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου και τον μη περιορισμό των δικαιωμάτων του τελευταίου.
Εξ άλλου, μετά την, κατά τα ως άνω, κατάργηση της διάταξης του εδ. α’ του άρθρου 203 Εμπ.Ν., σύμφωνα με την οποία ήταν άκυρη η ασφαλιστική σύμβαση ασφαλιστή και ασφαλισμένου εάν κατά την σύναψή της γνώριζαν την επέλευση της ζημίας, η επίδικη συμφωνία είναι έγκυρη, εφόσον η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
Το ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχεται, με επάλληλη σκέψη, ότι η συμφωνία των διαδίκων περί ανανέωσης αναδρομικά της ασφαλιστικής σύμβασης ενέχει και παραίτηση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας από το δικαίωμά της εκ του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. β’ Ν. 2496/1997, το οποίο όμως για την εφαρμογή του προϋποθέτει άγνοια του ασφαλιστή της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου , το οποίο στην υπό κρίση περίπτωση κατά τα γενόμενα δεκτά περιστατικά δεν ισχύει, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα είχε ειδοποιηθεί για την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου πριν από τη σύναψη της συμφωνίας περί ανανέωσης της ασφαλιστικής σύμβασης, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην παρούσα υπόθεση, εφόσον το διατακτικό ερείδεται ορθά και σε άλλη βάση, αυτή της ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για αναδρομική ανανέωση της σύμβασης (άρθρο 361 ΑΚ) και ουδεμία αντίφαση δημιουργεί.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. V) Κατά το άρθρο 11 παρ. 1 Ν. 2496/1997 "Στην ασφάλιση κατά ζημιών, το ασφάλισμα συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας της περιουσίας που συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτεται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση (ασφαλιστική ζημία)", κατά δε το άρθρο 16 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου "Στην ασφάλιση κατά ζημιών πραγμάτων, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η τρέχουσα αξία ή, αν δεν υπάρχει, η συνηθισμένη αξία αυτών κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου".
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα της ζημίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου δέχθηκε τα εξής: "...από την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε την 9.3.2008 στο πιο πάνω κατάστημα του ενάγοντος ... καταστράφηκαν τα ακόλουθα κινητά πράγματα, που βρίσκονταν μέσα σε αυτό, με συνέπεια ο ενάγων να υποστεί την ακόλουθη θετική ζημία, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της ασφάλισης και το ύψος της οποίας υπολογίζεται με βάση την, κατά τον πιο πάνω κρίσιμο χρόνο, αξία ενός εκάστου εξ αυτών, όπως αυτή προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα τιμολόγια αγοράς των: 1) Έπιπλα εντοιχισμένων κουζινών μετά των εξαρτημάτων τους FORNO ARISTON (τεμάχια 132), συνολικής αξίας μετά του Φ.Π.Α 9.198 ευρώ ..., 2) έπιπλα εντοιχισμένων κουζινών μετά των εξαρτημάτων τους FORNO ARISTON, FRIGO ARISTON, CAPPA (2), FORNO INDESIT, P. COTTURA ARISTON, FRIGO CANDY (τεμάχια 113), συνολικής αξίας .. 14.957 ευρώ ..., 3) έπιπλα εντοιχισμένων κουζινών μετά των εξαρτημάτων τους FORNO REX, CAPPA 120, CAPPA 90 (2) (τεμάχια 165), συνολικής αξίας .. 14.940 ευρώ ..., 4) έπιπλα εντοιχισμένων κουζινών μετά των εξαρτημάτων τους (τεμάχια 78), συνολικής αξίας ... 12.505 ευρώ ...., 5) έπιπλα εντοιχισμένων κουζινών μετά των εξαρτημάτων τους FORNO CANDY, FRIGO 60 AGG, CAPPA 90(3), P.COTTURA REX, LAYAS ARISTON, FRIGO ARISTON, FORNO REX P. COTTURA (τεμάχια 117), συνολικής αξίας μετά του Φ.Π.Α. 13.420 ευρώ ..., 6) έπιπλα εντοιχισμένων κουζινών μετά των εξαρτημάτων τους (τεμάχια 133), συνολικής αξίας ... 14.526 ευρώ ..., 7) έπιπλα εντοιχισμένων κουζινών μετά των εξαρτημάτων τους (τεμάχια 87), συνολικής αξίας ... 14.000 ευρώ ..., 8) έπιπλα εντοιχισμένων κουζινών μετά των εξαρτημάτων τους FRIGO SMEG, FORNO SMEG, P. COTTURA SMEG, BISTECCIERA SMEG (τεμάχια 97), συνολικής αξίας ... 10.898 ευρώ ..., 9) έπιπλα εντοιχισμένων κουζινών μετά των εξαρτημάτων τους (τεμάχια 119), συνολικής αξίας ... 11.424 ευρώ ..., 10) έπιπλα εντοιχισμένων κουζινών και ντουλαπών μετά των εξαρτημάτων τους CAPPA 90 (τεμάχια 128), συνολικής αξίας ... 9.330 ευρώ ..., 11) καμίνι airline 090 IX CMQ Bonaldi και εντοιχισμένος φούρνος μικροκυμάτων EMWD 3622 ΙΝΟΧ, συνολικής αξίας ... 433,51 ευρώ ..., 12) δύο εντοιχισμένες εστίες BAUKNECHT, συνολικής αξίας ... 964,27 ευρώ ..., 13) τρεις γούρνες νερού CARRON και μία μπαταρία νεροχύτη BUGNATESE, συνολικής αξίας ... 507,59 ευρώ ..., 14) τέσσερις γούρνες νερού CARRON και NAYES και μία μπαταρία νεροχύτη με τηλέφωνο LA TORRE, συνολικής αξίας ... 612,66 ευρώ ..., 15) πέντε γούρνες νερού NAYES και έξι μπαταρίες νεροχύτη LA TORRE, συνολικής αξίας ... 1.014,21 ευρώ ..., 16) τέσσερις συσκευές κλιματισμού TOSHIBA, συνολικής αξίας ... 2.300 ευρώ ..., 17) δύο διευθυντικές πολυθρόνες "2203" και μία πολυθρόνα γραφείου ALICE, συνολικής αξίας ... 360 ευρώ, 18) για αντικατάσταση της καταστραφείσας από τη φωτιά μοκέτας του δαπέδου του καταστήματος ο ενάγων δαπάνησε το ποσό των 383,18 ευρώ ..., 19) για την αποκομιδή των υπολειμμάτων και τον καθαρισμό του χώρου του καταστήματος ο ενάγων δαπάνησε το συνολικό ποσό των 1.092,42 ευρώ ..., 20) για την αντικατάσταση των θραυσθέντων από τη φωτιά υαλοπινάκων του καταστήματος ο ενάγων δαπάνησε το ποσό των 1.429,86 ευρώ, και 21) για την αντικατάσταση των καταστραφεισών από τη φωτιά μονάδων ηλεκτρονικού υπολογιστή, τηλεφώνου και τηλεομοιοτυπίας μεθ’ όλων των εξαρτημάτων τους (οθόνης, πληκτρολογίου, ηχείων, εκτυπωτή, καλωδίων, αναλωσίμων κ.λ.π.) ο ενάγων δαπάνησε το συνολικό ποσό των 2.020,52 ευρώ ....
Επομένως, η συνολική θετική ζημία του ενάγοντος από την καταστροφή, εξαιτίας της πυρκαγιάς που εκδηλώθηκε στο πιο πάνω κατάστημά του την 9.3.2008, των ασφαλιζόμενων κινητών πραγμάτων που υπήρχαν σε αυτό ανήλθε συνολικά στο ποσό των 136.316,22 ευρώ. Το μικρότερο ποσό των 73.790,37 ευρώ, στο οποίο, ο κατ’ εντολήν της εναγομένης, διερευνήσας το συμβάν, εμπειρογνώμονας Σ.
Σ. εκτιμά το ύψος της ζημίας του ενάγοντος στη σχετική από 9.6.2008 έκθεσή του, δεν είναι αληθές, διότι η εκτίμησή του αυτή, όπως από την ίδια την έκθεση προκύπτει, βασίστηκε μόνο σε μερικά από τα παραπάνω παραστατικά που ο ενάγων κατείχε τότε και του επέδειξε και όχι σε όλα, και συνεπώς δεν είναι ακριβής. Και πάντως στην ίδια την έκθεσή του ο ανωτέρω εμπειρογνώμονας αφενός μεν εκτιμά την αξία των ειδών περιεχομένου του ασφαλιζόμενου καταστήματος στο ποσό των 135.000 ευρώ ..., αφετέρου δε χαρακτηρίζει την επελθούσα ζημία ολοκληρωτική ..., εκτιμήσεις οι οποίες συμβαδίζουν με το ποσό των 136.316,22 ευρώ της θετικής ζημιάς, που προκύπτει από τα πιο πάνω παραστατικά, και όχι με το μικρότερο των 73.790,37 ευρώ, που αναφέρεται στην έκθεσή του.
Αφού λοιπόν ο ενάγων υπέστη θετική, από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, ζημία ποσού 136.316,22 ευρώ, επομένως υπερβαίνουσα το αναγραφόμενο στη σύμβαση ασφαλιστικό ποσό των 110.000 ευρώ, δικαιούται να λάβει και, αντιστοίχως, η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει, ως ασφάλισμα, ολόκληρο το ασφαλιστικό ποσό των 110.00 ευρώ και συνεπώς η υπό κρίση αγωγή του είναι βάσιμη και κατ’ ουσίαν".
VI) Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη και το ύψος της προκληθείσης στον ενάγοντα θετικής ζημίας από την εκδηλωθείσα στο κατάστημά του πυρκαγιά και την βλάβη των αντικειμένων, τα οποία αναλυτικά περιγράφονται στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως και ως προς το χρόνο προσδιορισμού αυτής (ζημίας), ο οποίος, με την απόφαση τοποθετείται στο χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (9-3-2008).
Έτσι δε καθίσταται εφικτός ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Δικαστήριο ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα κα ειδικά ως προς την αξία των καταστραφέντων πραγμάτων ότι αυτή υπολογίστηκε εσφαλμένα στο χρόνο της αγοράς τους.
Το ότι το Εφετείο αναφέρει τα τιμολόγια αγοράς των καταστραφέντων πραγμάτων δεν σημαίνει και ότι έλαβε υπόψη του την αξία αυτών κατά τον ως άνω χρόνο. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη του ως χρόνο προσδιορισμού της ζημίας του αναιρεσιβλήτου αυτόν της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου ενώ ο ίδιος ζητούσε αποκατάσταση της ζημίας του λόγω της καταστροφής των πραγμάτων του καταστήματός του με βάση την αξία που είχαν αυτά κατά το χρόνο της αγοράς του είναι επίσης αβάσιμος.
Και αυτό διότι, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (κατ’ ορθή εκτίμησή του) προκύπτει ότι ο ενάγων ζητούσε, προς αποκατάσταση της ζημίας του, την τρέχουσα αξία των καταστραφέντων από την πυρκαγιά πραγμάτων, δηλαδή την αξία αυτών κατά το χρόνο της καταστροφής τους από την πυρκαγιά (9-3-2008), την οποία και έλαβε υπόψη του το Εφετείο.
Περαιτέρω, αβάσιμος είναι και ο τρίτος αναιρετικός λόγος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, δεδομένου ότι , όπως προεκτέθηκε, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την αγωγή του (κατ’ ορθή εκτίμησή της) ζητούσε την αποκατάσταση της θετικής ζημίας του με κρίσιμο χρόνο υπολογισμού αυτής το χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς (9-3-2008) και όχι αυτόν της αγοράς των καταστραφέντων από την πυρκαγιά πραγμάτων, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Επομένως η αγωγή ορθά κρίθηκε νόμιμη από το Εφετείο, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα. Τέλος, ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι εσφαλμένως συνυπολόγισε στην αποκατασταθείσα ζημία του αναιρεσιβλήτου και κονδύλια συνολικού ύψους 7.585,98 ευρώ, αλυσιτελώς προβάλλεται.
Και αυτό διότι, ακόμη και αν γινόταν δεκτός ο λόγος αυτός και το ποσό των 7.585,98 ευρώ αφαιρείτο από τη ζημία που υπέστη ο αναιρεσίβλητος, ανερχόμενη συνολικά, κατά της παραδοχές του Εφετείου, σε 136.316,22 ευρώ και πάλι δεν θα ωφελείτο η αναιρεσείουσα, εφόσον το εναπομείναν ποσό των 128.730,24 ευρώ (136.316,22 - 7.585,98 ευρώ) υπερβαίνει το ασφαλιστικό ποσό των 110.000 ευρώ, που αναγνωρίστηκε ότι αυτή οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 529/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ