Supreme Court dismisses appeal on land expropriation valuation, ruling lower court considered all evidence despite lack of specific mention.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final decision regarding land expropriation compensation. The appellants argued the lower court erred by failing to specifically cite and evaluate their submitted expert reports on comparable property values in the same area. The court held that the lower court was legally obligated to consider all evidence presented, and the absence of a specific mention in the judgment did not constitute a procedural violation if the evidence was factually taken into account in the overall reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure and Articles 19, 20 of Law 2882/2001: In expropriation proceedings, the court of first instance must consider all evidence lawfully presented by the parties to form its finding, and a failure to specifically mention each item does not invalidate the decision if the evidence was substantively evaluated within the overall judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1065 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1065/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1.Α. Γ. του Δ., έως και 15.α) Δ. Β. του Γ., β) Α. Β. του Γ., γ)Ι. Β. του Γ., ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Γ. Β. του Α., 16.Σ. Τ. του Ν., έως και 35.α) Ε. Δ. του Ε., β) Η. Γ. του Ε., ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ε. Γ. του Χ., 36. Η. Τ. του Δ., έως και 40.α) Σ. Θ. του Γ., β) Δ. Θ. γ)Ά. Θ. του Γ., ως νόμιμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Γ. Θ. του Δ., 41.Χ. Π. του Π., 42.α) Ζ. Μ. του Γ., ) Η. Μ. του Γ., ) Ε. Μ. του Γ., ) Ι. Μ. του Γ. και ) Α. Μ. του Γ., ως νόμιμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Γ. Μ. του Σ., 43.Γ.Τ του Β. έως και 52.α) Ε. Μ. του Γ., β) Α. Μ. του Γ., γ) Θ. Μ. του Γ., ως νόμιμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Γ. Μ. του Θ., 53Σ. Χ. του Δ., έως και 74. α) Μ. Σ. του Α., β) Ε. Σ. του Α. και γ) Ε. Σ. του Α., ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Α. Σ. του Ε., 75.Β. συζ. Ι. Β. το γένος Σ.Π έως και 79.α) Ε. Κ. του Γ., β) Σ. Κ. του Γ. και γ) Μ. Κ. του Γ., ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Γ. Κ. του Α., 80.Ν. Σ. του Β., έως και και 90. Α. Γ. του Δ., κατοίκων ... Όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, ο οποίος παραστάθηκε βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθ. καταθ. 556/98 και 925/98 αιτήσεις των αιτούντων και ανταιτήσεις δια των προτάσεων τους, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 1730/1999 μη οριστική και 296/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-2-2007 αίτησή τους καθώς και με την 13-5-2010 κλήση τους.
Εκδόθηκε η 1607/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 22-2-2012 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 28-1-2008 έκθεση, του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, Αρεοπαγίτη Αθανασίου Πολυζωγόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ' αριθμ. .../28-11-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …, προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου των εμφανισθέντων αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη, ακριβές αντίγραφο της από 6-2-2007 αίτησης για αναίρεση της 296/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης με κλήση για συζήτηση, για την παρούσα δικάσιμο (8-2-2013), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσείοντες: 1) Δ. Γ., 2) Ζ. Μ., 3) Η. Μ., 4) Ε. Μ., 5) Ι. Μ., 6) Α. Μ. και 7) Σ. Κ., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου δεν εμφανίστηκαν νομίμως δια του ως άνω (ή άλλου) πληρεξουσίου δικηγόρου, αφού δεν είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο των παρόντων αναιρεσειόντων. Ωστόσο, ενόψει της νομότυπης και εμπρόθεσμης κλητεύσεώς τους πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 22 παρ. 3 Ν. 2882/2001, όπως προστέθηκε η παρ. 4 με το άρθρο 131 παρ. 2 Ν. 4070/2012).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως αυτό ίσχυε πριν την αναθεώρηση του με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί κατά τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία που είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Από τη διάταξη αυτής σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 117 παρ. 5 του Συντάγματος, κατά την οποία οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν ή που θα κηρυχθούν έως ότου οι κείμενοι νόμοι για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις προσαρμοστούν στις διατάξεις του Συντάγματος, διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο που κηρύσσονται, συνάγεται ότι η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του ήδη αναθεωρημένου Συντάγματος κατά την οποία, αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, δεν έχει εφαρμογή σε απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν πριν να τεθεί αυτή σε ισχύ (18.2.2001), για τις οποίες εφαρμόζεται όσον αφορά τον σκοπητέο χρόνο προσδιορισμού της οριστικής αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος όπως ίσχυε πριν την αναθεώρηση του (Ολ.
ΑΠ 1109/81, 1332/85). Εξάλλου, η όμοια με την παραπάνω του αναθεωρημένου Συντάγματος διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/2002, δεν έχει εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου επί των απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού (6.5.2001), εφόσον πριν από την εν λόγω ημερομηνία έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, οπότε εφαρμόζονται μόνο οι δικονομικές διατάξεις του νόμου αυτού (ΑΠ 1143/2000).
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε με την 1095590/5806/0010/30.8.1994 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., η οποία δημοσιεύθηκε στο 616/5.9.1994 Φ.Ε.Κ. (τ. Δ'), για δε τον καθορισμό οριστικής τιμής αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ασκήθηκε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης η από 27.2.1998 αίτηση των αναιρεσειόντων, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 9.2.1998 αντίστοιχη αίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και ύστερα από τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε με την 1730/1999 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 296/2006 οριστική απόφαση, ο χρόνος προσδιορισμού της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων, ενόψει του ότι προηγήθηκε προσωρινός προσδιορισμός αυτής με την 24247/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι εκείνος της συζητήσεως ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου (15.4.1997) σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ίσχυε πριν την τελευταία αναθεώρησή του.
Επομένως, και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε εσφαλμένα δεκτό ότι χρόνος προσδιορισμού της αξίας των απαλλοτριωθέντων είναι εκείνος της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου (25.1.1999), παρότι είχε προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός αυτής, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται σ' αυτή (απόφαση) η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, της παράβασης, δηλαδή, της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, επειδή δεν καθόρισε την οριστική αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων με κρίσιμο χρόνο τη μετ' απόδειξη δικάσιμο της 19.9.2005, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Αντίθετα, δεν ιδρύεται, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες, εκτός εάν επέχουν θέση διατακτικού, ούτε όταν η αντίθεση εντοπίζεται στη σχέση μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού (ΑΠ 759/2005).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, διότι στο σκεπτικό της ως άνω απόφασης ορισμένα από τα εν λόγω ακίνητα αλλού χαρακτηρίζονται ως αγροτεμάχια και αλλού ως οικόπεδα. Όμως, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες με το αναιρετήριο αντιφάσεις βρίσκονται στις αιτιολογίες.
ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος από το εδάφιο 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε (στο διατακτικό ή στις αιτιολογίες με προσόντα διατακτικού) επί αυτοτελούς αιτήματος το οποίο είναι νόμιμο και υποβλήθηκε παραδεκτώς. Ειδικότερα, εφόσον το δικαστήριο δεν έλαβε θέση επί ορισμένης αιτήσεως (αφού παρέβλεψε εντελώς αυτή) ή αν γίνεται απλώς αναφορά στο ιστορικό της αποφάσεως ως προς την συγκεκριμένη αίτηση, χωρίς όμως και να αποφαίνεται το δικαστήριο επ' αυτής στο διατακτικό της αποφάσεώς του, ευρισκόμεθα προ περιπτώσεως αιτήσεως "αδίκαστης".
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, διατείνονται οι αναιρεσείοντες, ότι με την αίτησή τους για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης υπέβαλαν το αυτοτελές αίτημα για αναγνώριση ότι δεν ωφελούνται από τη διανοιγόμενη εθνική οδό στην οποία αποκτούν πρόσωπο τα απαλλοτριούμενα ακίνητά τους και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να υποχρεωθούν σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών ή σε αυτοαποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977, πλην όμως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 296/2006 οριστική απόφασή του παρέλειψε ν' αποφανθεί επί του ως άνω αιτήματός τους με την αιτιολογία ότι αυτό απορρίφθηκε σιωπηρά με την προεκδοθείσα 1730/1999 απόφασή του.
Όμως, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της από 27.2.1998 αιτήσεως των αναιρεσειόντων, δεν προκύπτει ότι αυτοί υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου σχετικό αίτημα. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, ο οποίος κατ' εκτίμηση είναι από το εδάφιο 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από το εδάφιο 140 πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού αντικατασταθεί κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης με την παρούσα.
IV. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 346 ΚΠολΔ και 19 παρ. 9 και 10, 20 παρ. 6 και 8 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), προκύπτει ότι στην ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τον αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς, όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί όμως να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προσάπτουν οι αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος, αναφορικά με την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων τους δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθ. 2355/2002 και 1068/2005 αποφάσεις του που αφορούσαν όμορα ακίνητα της περιοχής Ασκού Θεσσαλονίκης και τις οποίες νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις από 19.9.2005 έγγραφες προτάσεις τους για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, τόσο από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, αν και δεν κάνει ειδική μνεία, έλαβε υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τις πιο πάνω αποφάσεις, τις οποίες συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-2-2007 αίτηση των Α. Γ. κ.λ.π. για αναίρεση της 296/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ