Legislator Case Law & Legislation
1065/2011 AI generated

1065/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1065/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1065 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1065/2011

Legislator headnote

AI generated

1065/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1065 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1065/2011

Keywords

AI generated
unemployment benefits of directors redundancy managing director's civil liability termination of insurance benefits termination of service immediate termination for fraud
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1065 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1065/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Η. Π., .... Παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλη Χειρδάρη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Τουριστικών και Ξενοδοχειακών Επιχειρήσεων "ΑΚΤΗ ΜΕΣΟΓΓΗΣ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Αποστολίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-08-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 317/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2717/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 02-04-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 25-2-2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθ. 1, 63, 92, 92 Α, 94 του Ν.Δ 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" προκύπτει ότι είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα του δικηγόρου, ο οποίος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, η άσκηση άλλης επιστήμης, τέχνης, ή εμπορίας και γενικώς κάθε εργασίας, υπηρεσίας, ή απασχολήσεως που δεν αρμόζει στην αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία του, καθώς επίσης η άσκηση εκ μέρους του οιασδήποτε έμμισθης υπηρεσίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Κατ' εξαίρεση ο τελευταίος μπορεί να παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου (αρθ. 63§1-4 του Κώδ. περί Δικηγόρων). Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή η οποία είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο (αρθ. 63§5 του άνω Κώδικα) δεν μπορεί ν' αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του άνω Ν.Δ/τος και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954) και συμπληρωματικά από εκείνες των περί εντολής και συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών διατάξεις (Ολ.ΑΠ 45/2002).

Τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με συμφωνία με τον εντολέα του (άρθ. 92 του άνω Κώδικα). Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων να αμείβεται ο δικηγόρος για τις εκ μέρους του παρεχόμενες προς τον εντολέα του υπηρεσίες, μόνο με πάγια μηνιαία ή ετήσια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται σε αντιστοιχία με το βασικό μηνιαίο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων της κατηγορίας Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ανάλογα με το αν πρόκειται για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο, στο Εφετείο, ή τον Άρειο Πάγο.

Ειδικότερα το κατώτατο όριο της μηνιαίας αμοιβής του είναι αντίστοιχο με το βασικό μηνιαίο μισθό των εν λόγω υπαλλήλων του15ου μισθολογικού κλιμακίου αν πρόκειται για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο, του 8ου μισθολογικού κλιμακίου αν πρόκειται για δικηγόρο στο Εφετείο και του 1ου μισθολογικού κλιμακίου αν πρόκειται για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο, αυτά δε τα κατώτατα όρια προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημόσιους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις (αρθρ. 92 Α παρ. 1 και 2 του Κώδικα περί δικηγόρων, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 12 του Ν. 1816/1988).

Περαιτέρω με την υπ' αριθ. 2022210/2776/002/1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 319 Β' /21-4-1997) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 "για την αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης" και ισχύει από 1-1-19975 επεκτάθηκαν εν μέρει οι διατάξεις του άνω νόμου και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής και κατατάχθηκαν οι δικηγόροι αυτοί στα αναφερόμενα και στο πιο πάνω άρθρο 92 Α παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων μισθολογικά κλιμάκια, στα οποία αντιστοιχεί ο καθοριζόμενος στο άρθρο 7 του ν. 2470/1997 βασικός μηνιαίος μισθός.

Επιπλέον χορηγούνται σ' αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 92 Α παρ.2 του ΚΔ, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το άρθρο 8 του ν. 2470/1997. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.3 του ν. 1093/1980, διατηρούνται σε ισχύ διατάξεις νόμων, καταστατικών ή εσωτερικών κανονισμών ή ειδικές συμφωνίες που καθορίζουν διαφορετικά τα της περιοδικής αμοιβής δικηγόρων, εφόσον με αυτές καθορίζεται αμοιβή ευνοϊκότερη της καθοριζομένης από την παράγραφο 1 του άρθρου 2.

Στις περιπτώσεις αυτές εφ' όσον από τις εν λόγω διατάξεις ή υπό των μερών δεν ορίστηκε διαφορετικά, οι αμοιβές προσαυξάνονται με βάση τα οριζόμενα από τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 2. Ως βάση υπολογισμού των προσαυξήσεων λαμβάνονται οι καταβαλλόμενες αποδοχές. Με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 1183/1981 η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του ν. 1093/1980 ερμηνεύθηκε αυθεντικώς ως εξής: "Η αληθής έννοια του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 12 του νόμου 1093/1980 είναι ότι ως βάσις υπολογισμού των εις την παράγραφαν ταύτην αναφερομένων προσαυξήσεων λαμβάνονται μόνον αι καταβαλλόμεναι βασικαί αποδοχαί, εφ' ων και θα υπολογίζονται αι προσαυξήσεις αύται".

Τέλος, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του πιο πάνω ν. 1093/1980, περιοδικές αμοιβές δικηγόρων βάσει των μέχρι τούδε ισχυουσών αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης, ανώτερες των υπό των παρ. 1 και 2 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου καθοριζομένων, εξακολουθούν να διέπονται από τις μέχρι τούδε διατάξεις. Περαιτέρω, η προαναφερόμενη σύμβαση (παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή) λύεται, εκτός άλλων λόγων, και με καταγγελία από τον εντολέα ή τον εντολοδόχο η οποία πρέπει με ποινή ακυρότητας να είναι έγγραφη και να κοινοποιείται στο άλλο μέρος ή με οικειοθελή αποχώρηση του εντολοδόχου για οποιοδήποτε λόγο.

Με τη λύση της συμβάσεως με καταγγελία ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του την οριζόμενη από τα άρθρο 94 του Κώδικα αποζημίωση, το ύψος της οποίας εξαρτάται από το πρόσωπο εκείνου που καταγγέλλει τη σύμβαση και το χρόνο παροχής των δικηγορικών υπηρεσιών στον εντολέα του, μη δυνάμενη να υπερβεί τις τριάντα (30) πάγιες μηνιαίες αμοιβές κατ' ανώτατο όριο (Ολ.ΑΠ 56/1987) οι οποίες υπολογίζονται με βάση τις τακτικές αποδοχές που καταβάλλονται σ' αυτόν σταθερώς με οποιαδήποτε μορφή, κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυση του μήνα.

Ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός (πάγια αντιμισθία) και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Έτσι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αποζημίωση ίση με α) μία πάγια μηνιαία αμοιβή αν έχει συμπληρώσει στον εντολέα του εξάμηνη υπηρεσία, β) τρεις πάγιες μηνιαίες αμοιβές, αν έχει συμπληρώσει διετία, γ) έξι αν έχει συμπληρώσει τριετία, δ) δέκα αν έχει συμπληρώσει πενταετία, ε) δώδεκα αν έχει συμπληρώσει οκταετία και στ) γι' αυτούς που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία άνω των οκτώ ετών, προστίθεται, για κάθε επί πλέον έτος υπηρεσίας, αμοιβή ενός και ημίσεος μηνός, μη δυναμένης να υπερβεί, κατ' ανώτατο όριο, τις τριάντα πάγιες μηνιαίες αμοιβές, για τις οποίες απαιτείται υπηρεσία 20 ετών στον ίδιο εντολέα.

Σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης του εντολέως για οποιαδήποτε λόγο, η ως άνω αποζημίωση καταβάλλεται μειωμένη εις το ήμισυ αν έχει συμπληρώνει τουλάχιστον δεκαπενταετή (15) υπηρεσία στον ίδιο εντολέα, μειωμένη στα 2/3 αν έχει συμπληρώσει εικοσαετή (20) υπηρεσία και ολόκληρη αν έχει συμπληρώσει εικοσιοκταετή (28) υπηρεσία.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του προκύπτει, δέχτηκε, εκτός άλλων και τα ακόλουθα: Δυνάμει της από 2.10.1968 συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ του αναιρεσείοντος, που είναι δικηγόρος Αθηνών, προαχθείς στον Άρειο Πάγο από 23-10-1975 και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, η τελευταία προσέλαβε τον αναιρεσείοντα για να της προσφέρει τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος με πάγια μηνιαία περιοδική αμοιβή, το ύψος της οποίας συμφωνήθηκε τότε στο ποσό των 14.000 δραχμών μηνιαίως, το οποίο αναπροσαρμόσθηκε σταδιακά και κατά την αποχώρηση του, το Μάιο του 2004, είχε φθάσει στο ποσό των 1.500 ευρώ (511.125 δρχ.) μηνιαίως.

Τελικά ο αναιρεσείων στις 31-5-2004 σε σχετική συνάντηση που είχε με το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, δήλωσε την παραίτησή του στον τελευταίο, και έτσι έκτοτε λύθηκε η κατά τα ανωτέρω υφιστάμενη σύμβαση έμμισθης εντολής. Όπως προαναφέρθηκε ο αναιρεσείων ήδη από το έτος 1975 ήταν δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, ενώ κατά την κατά τα ανωτέρω αποχώρησή του από την αναιρεσίβλητη, είχε συμπληρώσει στην τελευταία συνεχή υπηρεσία πλέον των τριάντα πέντε ετών (Οκτώβριος 1968 - Μάιος 2004), είναι δε έγγαμος και πατέρας ενήλικου τέκνου.

Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι η δικαιούμενη εκ μέρους του αναιρεσείοντος αποζημίωση, λόγω λύσεως της συμβάσεως, την οποία δεν του κατέβαλε κατά την αποχώρηση του η αναιρεσίβλητη, ανέρχεται σε τριάντα, κατ' ανώτατο όριο, μηνιαίες αντιμισθίες, ενώ η οφειλόμενη σ' αυτόν κατώτατη μηνιαία αμοιβή υπολογιζόμενη με βάση τις βασικές αποδοχές δημοσίου υπαλλήλου πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, κατέχοντος το 1° μισθολογικό κλιμάκιο, ανέρχεται σε 1.391 ευρώ μηνιαίως (άρθρο 7 του Ν. 3205/2003).

Στο εν λόγω ποσό, είπε ακόμη το Εφετείο, θα πρέπει να προστεθούν και τα οριζόμενα από τα άρθρα 11 και 12 του Ν. 3205/2003 επιδόματα (οικογενειακής παροχής εγγάμου, και κινήτρου απόδοσης) ύψους 35 και 150 ευρώ, αντίστοιχα, όχι όμως και εκείνα της πολυετούς υπηρεσίας και πρώτου τέκνου, καθόσον μετά την ισχύ του προαναφερόμενου Ν. 3205/2003 (1-1-2004) το πρώτο εξ αυτών (πολυετούς υπηρεσίας) ενσωματώθηκε στο βασικό μισθό, ενώ δεν προβλέπεται πλέον ειδικό επίδομα πρώτου ενήλικου τέκνου (το οποίο συμπεριλαμβάνεται σ' αυτό των 35 ευρώ που αφορά το επίδομα οικογενειακής παροχής εγγάμου (άρθρο 11§1α Ν. 3205/2003), και επί πλέον προσαύξηση αναλογίας επιδομάτων εορτών και αδείας από 1/6, καθώς επίσης ποσό 78,04 ευρώ (234,13 Χ 1/3), που αντιστοιχεί στη μηνιαία από 1/3 αναλογία του αναιρεσείοντος στις ετήσιες ασφαλιστικές εισφορές του στα Ταμεία Νομικών, Πρόνοιας δικηγόρων και ΚΕΑΔ (άρθρο 37 Ν. 2145/1993), το οποίο κάλυπτε σταθερώς και μονίμως η αναιρεσίβλητη, χωρίς να το παρακρατεί από τις αποδοχές του, και ως εκ τούτου αποτελεί μισθό.

Δηλαδή το Εφετείο δέχτηκε ότι το συνολικό ύψος της πάγιας μηνιαίας αντιμισθία του αναιρεσείοντος, με βάση την οποία πρέπει να υπολογιστεί η δικαιούμενη από τον τελευταίο, λόγω λύσεως της συμβάσεως, αποζημίωση, ανέρχεται στο ποσό των 1.929,71 (1.391 + 36 + 150 + 78,04) + 1/6) ευρώ και όχι σε εκείνο των 1.500 ευρώ μηνιαίως, που λάμβανε κατά την αποχώρηση του από την αναιρεσίβλητη, το οποίο είναι κατώτερο (άρθρο 92§2 του Κώδικα περί δικηγόρων).

Συνακόλουθα η οφειλόμενη από 30 πάγιες αντιμισθίες αποζημίωση ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 57.891,71 (1.929,71X30) ευρώ. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος, συνέχισε το Εφετείο, τους οποίους επίσης είχε προβάλει πρωτοδίκως και προβάλλει και τώρα με την έφεση του, ότι δηλαδή για τον προσδιορισμό της πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας του θα πρέπει να συνυπολογισθούν α) οι πάγιες δαπάνες λειτουργίας του δικηγορικού του γραφείου ύψους 351 ευρώ μηνιαίως, τις οποίες κάλυπτε η εναγομένη από το έτος 1973-1994 και β) το ποσοστό των αυξήσεων που χορήγησε στο υπαλληλικό προσωπικό της η εναγομένη κατά τα έτη 2001 έως 2004, πρέπει επίσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι αναφορικά με τις δαπάνες, λειτουργίας του γραφείου του, ο ίδιος ομολογεί ότι δεν του καταβάλλονταν και κατά τον τελευταίο προ της αποχωρήσεώς του μήνα, ενώ εξάλλου οι τυχόν μισθολογικές αυξήσεις που χορήγησε στο υπαλληλικό προσωπικό της η εναγομένη κατά το προαναφερόμενο διάστημα δεν μπορούν να συνυπολογισθούν για τον προσδιορισμό της πάγιας μηνιαίας αμοιβής του διότι πρόκειται για διαφορετική κατηγορία εργαζομένων.

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχτηκε ως βάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας υπ' αριθ. 317/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως, με βάση και τις λοιπές παραδοχές του, δέχτηκε κατ ' ουσίαν και την ίδια την έφεση αυτήν αλλά και την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της ίδιας πρωτόδικης αποφάσεως και, εξαφανίζοντας την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της την ένδικη από 30-8-2004 αγωγή του αναιρεσείοντος για το ως άνω ποσό των 57.891,71 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 4, 92 παρ. 2, 94, 94Α του Κώδικος των Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), 288, 361, 648, 653 ΑΚ, 2 και 12 παρ. 1 και 3 του Ν. 1093/1980 και των ισχυσασών κατά τη χρονική περίοδο από 1-5-1969 έως 28-11-1980 ως προς τις αμοιβές των δικηγόρων Αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος, κατά τα πρώτο και τρίτο μέρη του, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία απορρέει από τα άρθρα 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος, 141 (πρώην άρθρο 119) της Συνθήκης (περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και 288 του ΑΚ, προκύπτει ότι στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως δεν επιτρέπεται η άνιση μεταχείριση από τον εργοδότη των μισθωτών της ίδιας εκμεταλλεύσεως που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν δικαιολογείται εξαίρεση η απόκλιση εξαιτίας επαρκούς αντικειμενικού λόγου, και ότι με βάση την εν λόγω αρχή ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους, που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια προσόντα, τις προς ορισμένους από αυτούς οικειοθελείς μισθολογικές και άλλες εργασιακές παροχές.

Δεν είναι όμως συνταγματικώς ανεπίτρεπτη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος, με τις οποίες καθιερώνονται, αντίστοιχα, η αρχή της ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου και το δικαίωμα όλων των εργαζομένων, ανεξάρτητα από φύλο η άλλη διάκριση, για ίση αμοιβή για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, η ευνοϊκότερη μισθολογική ή άλλη εργασιακή μεταχείριση ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων, που παρέχει εργασία ή υπηρεσίες υπό διαφορετικές προϋποθέσεις και συνθήκες (ΟλΑΠ 9-10/1999).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, η κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου αποζημίωση των δικηγόρων, οι οποίοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους προς τους εντολείς τους κατά τους όρους του άρθρου 63 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα (δηλαδή με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή) και οικειοθελώς αποχωρούν από την υπηρεσία τους για οποιοδήποτε λόγο, έχοντας συμπληρώσει στον ίδιο εντολέα τριακονταετή υπηρεσία, ανέρχεται κατ' ανώτατο όριο σε τριάντα (30) πάγιες μηνιαίες περιοδικές αμοιβές.

Η αμέσως όμως πιο πάνω ρύθμιση, με την οποία καθιερώνεται αποζημίωση από τριάντα (30) πάγιες μηνιαίες περιοδικές αμοιβές κατ' ανώτατο όριο, δεν προσκρούει: α) ούτε στις ως άνω αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και συνταγματική αρχή της ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος), αφού οι δικηγόροι ανήκουν σε κατηγορία επαγγελματιών που παρέχουν τις καθαρώς νομικές υπηρεσίες τους υπό διαφορετικές και ιδιαίτερες προϋποθέσεις από εκείνες υπό τις οποίες παρέχουν τις υπηρεσίες τους άλλοι εργαζόμενοι, ιδίως μισθωτοί, για τους οποίους μάλιστα προβλέπεται αποζημίωση απολύσεως, ίση μεν προς τις αποδοχές μέχρι 24 μηνών, ανάλογα με το χρόνο υπηρεσίας τους, όταν πρόκειται για υπαλλήλους (άρθρο 1 ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με άρθρο 2 ν. 3198/1955), ίση δε προς τις αποδοχές μέχρι 52 ημερομισθίων, όταν πρόκειται για εργάτες (άρθρο 3 παρ. 1 του β.δ.

της 16/18-7-1920 σε συνδυασμό με άρθρο 1 ν. 3198/1955). Και β) ούτε στην επίσης πιο πάνω αρχή της αναλογικότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, αφού η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται απευθείας από το δικαστήριο, παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου (ΟλΑΠ 6/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του , δέχτηκε, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, που είναι δικηγόρος Αθηνών και προήχθη σε δικηγόρο στον Άρειο Πάγο από 23-10-1975 προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη, δυνάμει συμβάσεως που καταρτίστηκε μεταξύ τους στις 2-10-1968, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως δικηγόρου στην τελευταία με πάγια μηνιαία περιοδική αμοιβή.

Η σύμβαση αυτή έμμισθης εντολής διήρκεσε μέχρι τις 31-5-2004, οπότε αυτή λύθηκε με την οικειοθελή αποχώρηση (παραίτηση) του αναιρεσείοντος από την υπηρεσία του στην αναιρεσίβλητη, μετά τη συμπλήρωση στην τελευταία συνεχούς υπηρεσίας πλέον των τριάντα πέντε (35) ετών. Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι με βάση την υπηρεσία του αυτή στην αναιρεσίβλητη ο αναιρεσείων δικαιούνταν να λάβει ολόκληρη την κατά την παρ. 1 του άρθρου 94 του Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωση, δηλαδή αποζημίωση ίση προς τριάντα (30) πάγιες μηνιαίες περιοδικές αμοιβές του.

Ακόμη, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός του (ενάγοντος) ότι η διάταξη του αρθ. 94 του Κώδικα περί δικηγόρων, που καθορίζει το ύψος της δικαιούμενης αποζημίωσης σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως εμμίσθου εντολής, σε τριάντα κατ' ανώτατο όριο πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες, είναι αντισυνταγματική διότι αντιβαίνει στις περί ισότητας και ίσης μεταχείρισης των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος και 141 της Συνθ.

ΕΟΚ διατάξεις, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, με τη σκέψη ότι ο καθορισμός ανωτάτου ορίου αποζημίωσης την οποία οφείλει να καταβάλει ο εργοδότης στους μισθωτούς του σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως, έχει θεσπισθεί και εφαρμόζεται όχι μόνο στους παρέχοντες τις υπηρεσίες τους με σχέση πάγιας περιοδικής αμοιβής δικηγόρους αλλά και σε όλους τους εργαζόμενους τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα (αρθ. 1 επ.

του Ν. 2112/1920, αρθ. 2§2 του ΑΝ173/63, 33 του Ν. 1876/90). Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και τις από αυτές απορρέουσες, αντίστοιχα, πιο πάνω αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου αφενός και της αναλογικότητας αφετέρου, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η παραπάνω νομοθετική ρύθμιση δεν προσκρούει στις εν λόγω αρχές ή εκείνες του άρθρου 93 του Συντάγματος, και ιδίως εκείνη της παρ. 4 του άρθρου τούτου, κατά την οποία τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Επομένως και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως, των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Όμως ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο.

Εν προκειμένω, με το τρίτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 9 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τον νομίμως προταθέντα και επαναφερθέντα με λόγο εφέσεως από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό του ότι για τον προσδιορισμό της πάγιας μηνιαίας δικηγορικής αντιμισθίας του και εντεύθεν του ύψους της αποζημιώσεώς του έπρεπε να συνυπολογισθούν οι πάγιες δαπάνες λειτουργίας του δικηγορικού του γραφείου ύψους 351 Ευρώ μηνιαίως. Ο λόγος αυτός, που υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ (και όχι και εκείνη του αριθμού 9 του ίδιου άρθρου, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται) είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ως αβάσιμο τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεχθέν ότι οι ως άνω δαπάνες λειτουργίας του γραφείου του δεν ήταν συνυπολογιστέες για τον προσδιορισμό της πάγιας μηνιαίας αμοιβής του και εντεύθεν της αποζημιώσεώς του, διότι απεδείχθη ότι τέτοιες δαπάνες δεν του καταβάλονταν από την αναιρεσίβλητη κατά τον τελευταίο πριν από τη λύση της συμβάσεως του μήνα, με συνέπεια να μην εμπίπτουν αυτές στην έννοια των τακτικών αποδοχών του.

Κατά τη διάταξη του άρθρ .10§9 του Ν. 4114/1960, η οποία προστέθηκε με το άρθρ. 13 του Ν. 1512/1985 και αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 24§1 του Ν. 1868/1989, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που απασχολούν δικηγόρους που αμείβονται με πάγια αντιμισθία, έχουν την υποχρέωση να καταβάλουν στο Ταμείο Νομικών εισφορά 3%, που υπολογίζεται κατά τα οριζόμενα στην ίδια παράγραφο και η οποία αποδίδεται στο Ταμείο Νομικών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου μήνα από την ημερομηνία υποχρέωσης προς καταβολή από τον εντολέα.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρ. 24 του Ν. 1868/1989, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 37§1 του Ν. 2145/1993, το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, καθώς και τα φυσικά πρόσωπα που απασχολούν δικηγόρους με έμμισθη εντολή ορισμένου ή αορίστου χρόνου έχουν την υποχρέωση να καταβάλλουν στο Ταμείο Νομικών, το Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων και το ΚΕΑΔ ποσοστό 2/3 της εκάστοτε ετήσιας ασφαλιστικής εισφοράς των απασχολουμένων σε αυτούς δικηγόρων (η οποία αποδίδεται από τους φορείς στα ασφαλιστικά ταμεία μέσα στον Ιανουάριο του επόμενου έτους στο οποίο αφορά η υποχρέωση καταβολής των εισφορών), η υποχρέωση δε καταβολής του ποσοστού αυτού ασφαλίστρων αρχίζει από 1-1-1993 και ισχύει και για τους μέχρι 31-12-1992 ασφαλισμένους στους ανωτέρω φορείς δικηγόρους, ενώ με το άρθρ. 18§8 του Ν. 3232/2004 ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παραπάνω εδαφίου ισχύουν και για τους από 1-1-1993 και εφεξής ασφαλισμένους δικηγόρους στους ανωτέρω φορείς.

Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι οι πιο πάνω ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες παρακρατούνταν σταθερά και μονίμως από τον εργοδότη και αποδίδονταν στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία, αποτελούν μεν μέρος του νόμιμου μισθού, αλλά εφόσον παρακρατούνταν και αποδίδονταν ως άνω, δεν συνυπολογίζονται κατά τον καθαρισμό του ποσού της αποζημίωσης που δικαιούται ο δικηγόρος σε περίπτωση λύσης της έμμισθης εντολής.

Έτσι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν υπολόγισε για την εξεύρεση της πάγιας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής του αναιρεσείοντος αναφορικά με την αποζημίωση που οφειλόταν σ' αυτόν από την αναιρεσίβλητη, ύστερα από την οικειοθελή αποχώρηση του πρώτου από την υπηρεσία του ως δικηγόρου στην τελευταία, και το ποσοστό των 2/3 της ετήσιας ασφαλιστικής εισφοράς του αναιρεσείοντος δικηγόρου προς το Ταμείο Νομικών, το Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων και τον Κ.ΕΑ.Δ., δεν έσφαλε και ως εκ τούτου δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του α' εδαφ.

της παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 1868/1989", όπως αντικ. με το άρθρο 37 παρ. 1 του ν. 2145/1993 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 και 653 του ΑΚ και 92 και 94 παρ. 1 εδ. β' του Κώδικα Δικηγόρων. Επομένως, οι ενιαίως κρινόμενοι τέταρτος και πέμπτος κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, δηλαδή λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολο τους.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.

Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη μερική παραδοχή της αγωγής του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του και όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το αναφερόμενο από τον αναιρεσείοντα έγγραφο και συγκεκριμένα το υπ' αριθμ. 5/2-10-1968 πρακτικό του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ περί του αντιθέτου έκτος, κατά το πρώτο σκέλος του δευτέρου μέρους του, λόγος της αναιρετικής αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο έκτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 12 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται επικουρικώς, κατά τη γενόμενη εκτίμησή του, η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη του ως άνω υπ' αριθμ. 5/2-10-1968 πρακτικού του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων προς απόδειξη των αγωγικών του ισχυρισμών, είναι αβάσιμος, αφού πρόκειται για ισοδύναμο κατά νόμο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη , τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-4-2009 αίτηση του Ε. Π. για αναίρεση της 2717/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ