1065/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1065/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως η περιεχόμενη στις ανύπαρκτες, λόγω της εκπρόθεσμης καταθέσεώς τους, ως άνω προτάσεις του εναγομένου ένσταση περί ιδίας κυριότητας, ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν το Εφετείο με το να δεχθεί την ένσταση αυτή και ακολούθως να απορρίψει την αγωγή μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά παραδοχή της εφέσεως υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 εδ.
Full text
Απόφαση 1065 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1065/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πιέρρο Πλαγιανάκο.
Του αναιρεσίβλητου: ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Κοτσώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 335/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 59/2002 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-4-2002 αίτησή του και τους από 12-12-2005 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 15-3-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων 237 παρ. 1-4 και 239 ΚΠολΔικ όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 3042/2002 και 7 παρ. 2 του Ν. 2915/2001 προκύπτει ότι οι προτάσεις πρέπει να κατατίθενται το αργότερο μέχρι την έναρξη της συζητήσεως στο ακροατήριο ώστε οι ισχυρισμοί που περιέχονται σ' αυτές, γνωστοποιούμενοι έτσι στον αντίδικο και το Δικαστήριο να αντιμετωπισθούν από τον πρώτο και αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας από το δεύτερο.
Οι προτάσεις του κατατίθενται μετά το χρονικό αυτό σημείο λογίζονται κατά νόμο ανύπαρκτες και οι ισχυρισμοί που περιέχονται σ' αυτές σαν να μη έχουν προβληθεί, έστω και αν σκοπούσαν την αντίκρουση των προτάσεων του αντιδίκου δοθέντος ότι η προθεσμία που παρέχεται από το Δικαστήριο προς το σκοπό αυτό σύμφωνα με το άρθρο 239 ΚΠολΔικ μέχρι τρεις μέρες από τη συζήτηση στο ακροατήριο, προϋποθέτει σύννομη ύπαρξη προτάσεων, τέτοιων δηλαδή που κατατέθηκαν μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης.
Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται στον αρμόδιο υπάλληλο της γραμματείας που βεβαιώνει με επισημείωση τη χρονολογία της κατάθεσης των προτάσεων, έτσι ώστε να προκύπτει αδιαμφισβήτητα η κατάθεσή τους ως την έναρξη της συζητήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των προτάσεων του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, στις οποίες περιέχεται ο ισχυρισμός αυτού περί κτήσεως κυριότητας στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, που συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, προκύπτει ότι αυτές κατατέθηκαν την 19-12-2000 σύμφωνα με την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα που υπογράφεται και σφραγίζεται από αυτόν, ήτοι μετά την συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο) και ναι μεν στην αρχή των προτάσεων τίθεται η λέξη «έδρα» και μονογραφή αυτής, όμως αυτό δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πράξη καταθέσεως του γραμματέα, με την οποία βεβαιώνονται αρμοδίως τα ανωτέρω.
Επομένως η περιεχόμενη στις ανύπαρκτες, λόγω της εκπρόθεσμης καταθέσεώς τους, ως άνω προτάσεις του εναγομένου ένσταση περί ιδίας κυριότητας, ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν το Εφετείο με το να δεχθεί την ένσταση αυτή και ακολούθως να απορρίψει την αγωγή μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά παραδοχή της εφέσεως υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 εδ.
α' και 14 ΚΠολΔικ διότι παρά το νόμο α) δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν παραδεκτώς και β) δεν κήρυξε απαράδεκτη την ως άνω ένσταση και κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του κατά τον βάσιμο περί τούτου τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 59/2002 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί προς τούτο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαϊου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαϊου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ