Legislator Case Law & Legislation
1064/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding lawyer fee calculation in expropriation compensation case.

Case Number 1064/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal filed by the Greek State and the Expropriation Fund against a final expropriation compensation decision. While the court rejected arguments regarding the court's jurisdiction and the statute of limitations, it found the lower court erred in calculating the lawyer's fees. Consequently, the court ordered the Expropriation Fund to pay the claimant 1.5% of the compensation as the correct legal fee, while the claimant bears the appeal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The court must correct errors in the calculation of legal fees awarded in expropriation cases where the lower court applied an incorrect percentage rate.

Keywords

AI generated
expropriation compensation legal fee calculation expropriation fund liability statute of limitations court jurisdiction error partial appeal success lawyer remuneration

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1064 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Φ.Σ.

Αριθμός 1064/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού και Αθλητισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και 2) ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων" και ήδη "Οργανισμός Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων" (ΟΔΑΠ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Χατζούλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και το 2ο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Περούλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 17-10-2023 δήλωση ανέφερε-δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας του αναιρεσείοντος, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-10-2011 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 301/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 24-10-2011 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3397/2013 μη οριστική και 1017/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 24-7-2019 αίτησή τους και τους από 18-1-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 24-7-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7082/680/25-7-2019), αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου και του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων" (Τ.Α.Π.), όπως ήδη μετονομάσθηκε σε "Οργανισμός Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων" (Ο.Δ.Α.Π.), κατά της υπ' αριθμ. 1017/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρο 22 του ανωτέρω νόμου (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από τη δημοσίευση (στις 21-2-20219) της προσβαλλομένης αποφάσεως δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώρα επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021, "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, για την παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία, πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως (Α.Π. 882/2021, Α.Π. 372/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς συζήτηση και οι από 18-1-2022 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, ασκηθέντες από τα ίδια, ως άνω, αναιρεσείοντα. Το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 20-1-2022 (βλ. την υπ' αριθμ. 13/20-1-2022 πράξη καταθέσεως προσθέτων λόγων του αρμοδίου γραμματέα του Αρείου Πάγου, που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό).

Συνεπώς, το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπροθέσμως, ήτοι τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναιρέσεως και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (βλ. την υπ' αριθμ. 6168/20-1-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Α.).

Συνεπώς, αυτοί είναι παραδεκτοί και πρέπει αφού συνεκδικασθούν με την αίτηση, εν όψει του ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως δεν έχουν αυθυπαρξία, αλλά συμπληρώνουν την αίτηση αναιρέσεως και αποτελούν ενιαίο σύνολο με αυτήν να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους (Α.Π. 882/2021, Α.Π. 372/2021).

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, προκύπτει ότι η, ως άνω, προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκαν: 1) η από 3.10.2011 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 737/4-10-2011) αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσειόντων και 2) η από 24-10-2011 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 825/2011) αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων κατά του καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτου, για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας απαλλοτριώσεως ακινήτου και των επικειμένων του, ιδιοκτησίας του τελευταίου, εμβαδού 134,84 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στο Δήμο Αθηναίων, το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς, για λόγους δημοσίας ωφελείας, υπέρ του πρώτου αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με υπόχρεο αποζημιώσεως το δεύτερο αναιρεσείον.

Επί των αιτήσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1017/2019, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία οι αιτήσεις έγιναν εν μέρει δεκτές, το δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αιτών είχε έννομο συμφέρον και υπήρχε ενεργητική νομιμοποίησή του για την άσκηση της ως άνω αιτήσεως, αφού δέχτηκε ότι ήταν κύριος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου δυνάμει της αμετάκλητης, υπ' αριθμ. 274/2013, αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για το ακίνητο στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο για το έδαφος, στο ποσό των εκατό (100) ευρώ το κυβικό μέτρο για τα κτίσματα και για τις πόρτες στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για καθεμία.

Από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1, 18, 19, 20 και 26 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.) σαφώς συνάγεται ότι, επί αιτήσεως καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, η δικαιοδοσία του Εφετείου, κατά κανόνα, περιορίζεται μόνο στον εν λόγω προσδιορισμό, σε σχέση με την αξία του ακινήτου και στην αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα.

Το ζήτημα ποιος είναι υπόχρεος για την καταβολή της αποζημιώσεως κρίνεται, με δύναμη δεδικασμένου, σε άλλη δίκη επί αγωγής του δικαιούχου κατά του υπόχρεου (Α.Π. 2126/2014). Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 26 του Ν. 2882/2001: α) Η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση κατά την οριζόμενη από το εν λόγω άρθρο διαδικασία (παρ. 1).

β) Αρμόδιο για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε (παρ. 2). γ) Το δικαστήριο αναγνωρίζει τους δικαιούχους της αποζημιώσεως με βάση κάθε στοιχείο που προσκομίζουν οι διάδικοι ή που το εξετάζει αυτεπαγγέλτως (παρ. 7).

δ) Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την αναγνώριση δικαιούχων δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Διάδικοι ή τρίτοι, που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, δύνανται να τα ασκήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και αν δεν προβλήθηκαν κατά την ειδική διαδικασία αναγνωρίσεως δικαιούχων, προς είσπραξη της αποζημιώσεως ή αναζητήσεως αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα πληρωμής (παρ. 12).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως από απαλλοτρίωση αποτελεί δεδικασμένο έναντι πάντων για το ποιος είναι δικαιούχος εισπράξεως της αποζημιώσεως και, επιπροσθέτως, για το εμβαδόν των απαλλοτριουμένων ακινήτων και τον όγκο των επ' αυτών κτισμάτων, κατέστη δε το Μονομελές Πρωτοδικείο αρμόδιο να αποφασίσει επί των θεμάτων αυτών οριστικώς και αμετακλήτως (Ολ.

Α.Π. 7/2013, Ολ. Α.Π. 9/1989).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π.1/2022, Ολ.Α.Π.4/2021,Ολ.Α.Π.2/2021, Ολ.Α.Π.2/2019, Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π.2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π.1/2022,Ολ.Α.Π. 4/2021, Ολ.Α.Π.2/2021, Ολ.Α.Π.5/2020, Ολ.Α.Π. 3/2020).

Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.2/2022, Ολ.Α.Π.2/2021, Ολ.Α.Π.2/2019, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, ως προς το έννομο συμφέρον και την ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσιβλήτου, τα ακόλουθα: "...Φερόμενος ιδιοκτήτης της απαλλοτριωθείσας έκτασης είναι ο καθού - αιτών Ι.

Κ., ο οποίος προβάλλει δικαίωμα κυριότητας ενώ ήδη δυνάμει της με αριθμ. 274/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, ο αιτών-καθού η αίτηση Ι. Κ. αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης που αναλογεί και αντιστοιχεί στην ιδιοκτησία και τα επικείμενα αυτής που απαλλοτριώθηκε κατά τα ανωτέρω πλην τμήματος της ιδιοκτησίας εκ 0,22 τ.μ.

το οποίο αποτελεί αναπόσπαστη συνέχεια του σωζόμενου υπέργειου τμήματος του Υστερορωμαϊκού Τείχους...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθά έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε έννομο συμφέρον και νομιμοποιείτο ενεργητικώς στην άσκηση της αιτήσεώς του, εφόσον, σύμφωνα με την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχτηκε ότι αυτός ήταν ο φερόμενος κύριος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και δικαιούχος της αποζημιώσεως δυνάμει της ήδη αμετάκλητης, υπ' αριθμ. 274/2013, αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γεγονός το οποίο θεμελιώνει το έννομο συμφέρον και την ενεργητική νομιμοποίησή του και, κατά συνέπεια, με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 68 και 73 του Κ.Πολ.Δ.

και 14 παρ. 1, 18, 19, 20 και 26 του Ν. 2882/2001, όπως αβασίμως προβάλλουν τα αναιρεσείοντα και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ομοίως, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., υπό την επίκληση των ιδίων αιτιάσεων διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικώς με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως κυριότητας του αναιρεσιβλήτου επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ζήτημα το οποίο είχε κρθεί με την ήδη αμετάκλητη, υπ' αριθμ. 276/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι υπάρχει πλήρης, σαφής και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1, εδάφ. α' και β' του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο εδάφιο γ' του οποίου, περαιτέρω, ορίζεται ότι "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ει μη δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπ' όψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπ' όψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των όμορων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία, πάντως, σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται, στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπ' όψη του ή θα λάβει υπ' όψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει καταλλήλως. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1430/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 310/2021).

Περαιτέρω, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του ιδίου νόμου 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 (Φ.Ε.Κ. Α' 90/ 18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις, για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ. 8 του Ν. 4146/2013), "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου" (Α.Π. 108/2023, Α.Π. 174/2022, Α.Π. 125/2021, Α.Π. 872/2020, Α.Π. 645/2020, Α.Π. 1554/2017, Α.Π. 1053/2017, Α.Π. 635/2017, Α.Π. 1021/2015, Α.Π. 844/2015).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής (ή του ανεξάρτητου εκτιμητή), εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν δεσμεύει υποχρεωτικώς τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου (Α.Π.174/2022, Α.Π.125/2021, Α.Π.872/2020, Α.Π. 645/2020, Α.Π. 635/2017, Α.Π. 1329/2013).

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι της ελλείψεως νομίμου βάσεως σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας και, συγκεκριμένα, διότι δεν αιτιολογεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6, εδάφ. δ' του Ν. 2882/2001, την απόκλιση της επιδικασθείσας αξίας του επιδίκου ακινήτου από εκείνη που προκύπτει από τα προσαχθέντα από αυτά (αναιρεσείοντα) έγγραφα, ήτοι το υπ' αριθμ. πρωτ. 25765/26-2-2018 έγγραφο και την από 9-3-2012 έκθεση υπολογισμού αντικειμενικών αξιών της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών και δεν παραθέτει συγκεκριμένους παράγοντες ή ειδικές συνθήκες και με ποιον τρόπο επέδρασαν αυξητικώς στην αντικειμενική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.

Από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να προβεί στον οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως του ακινήτου του αιτούντος - καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτου, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς για λόγους δημοσίας ωφελείας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 1076250/5366/Δ0010/8-8-2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας-Οικονομικών και Πολιτισμού (Φ.Ε.Κ 365/21-8-2007 τεύχος αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και πολεοδομικών θεμάτων) η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 4850 και με αυξ.

αριθμ. 143 απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την προστασία και ανάδειξη του υστερορωμαϊκού τείχους Αθηνών και την αποκατάσταση του όμορου αρχοντικού ..., έκταση 139,83 τ.μ. που βρίσκεται στην οδού Αδριανού 98β στην Αθήνα και εμφανίζεται με στοιχεία A, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Hl, Η2, Θ, I, Κ, Α, Μ, Ν, Α, στο από Ιανουάριου 2007 και υπό κλίμακα 1:100 κτηματολογικό διάγραμμα πίνακα του Δ.

Μπουστικάκη (αρ. σχεδίου 3312 Α), που θεώρησε ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Αποτυπώσεων και Συντηρήσεως κτιρίων του Τ.Α.Π.Α. Μιχ. Μαυραϊδής στις 22-1-2007. Η απαλλοτρίωση κηρύσσεται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με δαπάνες του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων. Το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο με αίτηση του (με αριθμ.

πρωτ. ΥΠΠΟ/ΔΑΑΠ/Φ284/14241/10-2-2010) ζήτησε τη διόρθωση-συμπλήρωση του άνω κτηματολογικού διαγράμματος-πίνακα και ήδη έχει εκδοθεί η με Α.Π. 1166212/5726/Δ0010Ζ24.1.2012 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών Πολιτισμού και Τουρισμού με την οποία αποφασίστηκε η διόρθωση του ως άνω κτηματολογικού διαγράμματος-πίνακα σύμφωνα με το με αριθμό 3312Β διορθωμένο-συμπληρωμένο κτηματολογικό διάγραμμα-πίνακα που έχουν συντάξει οι μελετητές Σ..

Κ., Μ.. Γ., Α.. Π. και έχει θεωρήσει στις 16-9-2010 ο πολιτικός μηχανικός Ν.. Τ.. Με το διορθωμένο κτηματολογικό διάγραμμα δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα του απαλλοτριούμενου ακινήτου ούτε ο φερόμενος ιδιοκτήτης, αλλά διορθώνεται το εμβαδό αυτού, από 139,83 τμ σε 134,84 τμ. Φερόμενος ιδιοκτήτης της απαλλοτριωθείσας έκτασης είναι ο καθού - αϊτών Ι.

Κ., ο οποίος προβάλλει δικαίωμα κυριότητας ενώ ήδη δυνάμει της με αριθμ. 274/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, ο αιτών-καθού η αίτηση Ι. Κ. αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης που αναλογεί και αντιστοιχεί στην ιδιοκτησία και τα επικείμενα αυτής που απαλλοτριώθηκε κατά τα ανωτέρω πλην τμήματος της ιδιοκτησίας εκ 0,22 τ.μ.

το οποίο αποτελεί αναπόσπαστη συνέχεια του σωζόμενου υπέργειου τμήματος του Υστερορωμαϊκού Τείχους. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι το απαλλοτριούμενο ακίνητο βρίσκεται στην περιοχή της Πλάκας επί της οδού Ανδριανού 98Β, εντός σχεδίου πόλεως, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και κατόπιν αιτήσεως του καθού-αιτούντος εκδόθηκε η με αριθμό 21/2003 άδεια οικοδομής.

Το ακίνητο βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με τον αρχαιολογικό χώρο του Διογενείου Γυμνασίου και σε επαφή με τμήμα της σωζόμενης σε μεγάλο ύψος ανατολικής παρειάς του Υστερορωμαϊκού τείχους και του αντίστοιχου τμήματος του προεπαναστατικού κτηρίου της "οικογένειας ..." επί της οδού Αδριανού 96. Το ακίνητο απέχει 120 μέτρα από την Μητρόπολη Αθηνών και την Πλατεία Μητροπόλεως, 200 περίπου μέτρα από την οδό Ερμού και 350 μέτρα από την πλατεία Μοναστηρακίου.

Εντός του ακινήτου υπάρχουν εναπομείναντες τοίχοι ερειπωμένου κτίσματος (πρώην οικία) και ειδικότερα όγκος τοίχων από λιθοδομή 20,98 κ.μ., όγκος τοίχων από οπτοπλινθοδομή 1,73 κ.μ., όγκος τοίχων από επιχρισμένη λιθοδομή 23,80 κ.μ., όγκος στηθαίου από επιχρισμένη οπτοπλινθοδομή 0,56 κ.μ., όγκος στηθαίου από οπτοπλινθοδομή 0,45 κ.μ.

και όγκος μπαλκονιού 0.89 κ.μ. Υπάρχουν επίσης μία πόρτα εισόδου από λαμαρίνα διαστάσεων 4,61 μ χ 1,90 μ σε καλή κατάσταση και μία καγκελόπορτα καλυμμένη με λαμαρίνα διαστάσεων 1,00 χ 2,00 μ σε καλή κατάσταση όπως προκύπτει από τον κτηματολογικό πίνακα. Σύμφωνα με το Αριθμ. Πρωτ. 25765/26.2.2018 έγγραφο της κτηματικής υπηρεσίας Αθηνών εξακολουθεί να είναι σε ισχύ η από 25.4.2016 έκθεση εκτίμησης αξίας δυνάμει της οποίας η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου προσδιορίζεται στο ποσό των 563 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο.

Επίσης η αξία των επικειμένων προσδριορίζεται ως εξής: α. μία πόρτα εισόδου από λαμαρίνα διαστάσεων 4,61 μ X 1,90 μ προς 100 ευρώ κατ' αποκοπήν β. μία καγκελόπορτα καλυμμένη από λαμαρίνα διαστάσεων 1,00 μ X 2,00 μ προς 150 ευρά) κατ' αποκοπήν και συνολικός όγκος επικειμένων (τοίχων κλπ) συνολικού όγκου 48,41 κ.μ. προς 1.000 ευρώ κατ' αποκοπήν.

Η αντικειμενική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου προσδιορίζεται σύμφωνα με την από 9.3.2012 έκθεση υπολογισμού αντικειμενικών αξιών της κτηματικής υπηρεσίας Αθηνών στο ποσό των 1.016,40 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Ο αιτών-καθού προσκομίζει ως συγκριτικά στοιχεία: 1. την από 8.12.2018 τεχνική έκθεση που συνέταξε ο Μ.

Κ., πολιτικός μηχανικός σύμφωνα με την οποία η αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 6.500 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο και των επικειμένων: η αξία τοιχοποιών προς 100 ευρώ το κυβικό μέτρο και των μεταλλικών θυρών 400 ευρώ κατ' αποκοπήν καθώς και όλα τα έγγραφα που έλαβε υπόψη του ο ανωτέρω πολιτικός μηχανικός για τη σύνταξη της έκθεσης αυτής 2.

Αγγελίες της από το ηλεκτρονικό site της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ" Δεκεμβρίου 2018 που αφορά ένα ακίνητο 150 τ.μ. στην Πλάκα με τίμημα 2.000.000 ευρώ, ένα ακίνητο 105 τ.μ. στην ίδια περιοχή με τίμημα 590.000 ευρώ, άλλο ακίνητο 309 τμ με τίμημα 1.000.000 ευρώ, άλλο 141 τ.μ. με τίμημα 1.000.000 ευρώ και άλλο 213 τ.μ. με τίμημα 700.000 ευρώ πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι καταρτίστηκαν οι συμβάσεις που αφορούν τα ακίνητα αυτά.

Από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και τα υπόλοιπα μη ειδικώς μνημονευόμενα, συνεκτιμώμενα ανάλογα με την τοπική και χρονική προσφορότητά τους, προκύπτει ότι κατά τον κρίσιμο για την εκτίμηση χρόνο, που είναι ο χρόνος της συζήτησης των αιτήσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (11.12.2018), αφού από το χρόνο της συζήτησης της αίτησης για την προσωρινή αποζημίωση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (24.09.2010) μέχρι το χρόνο της συζήτησης της αίτησης για την οριστική αποζημίωση παρήλθε έτος, η πραγματική αξία απαλλοτριουμένου ακινήτου και των επικειμένων του με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες και χωρίς να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους λόγω της εξαγγελίας ή της κήρυξης της απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης του έργου για το οποίο έγινε και, κατά συνέπεια, η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορούν να αντικατασταθούν τα απαλλοτριωθέντα με άλλα ισάξια ..., ανέρχεται για το έδαφος στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και για τα κτίσματα σε εκατό (100) ευρώ ανά κυβικό μέτρο.

Ως προς τις υπάρχουσες στο ακίνητο δύο πόρτες η πλήρης αποζημίωση ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για κάθε πόρτα". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει τις ως άνω αντίθετες αιτήσεις των διαδίκων ως βάσιμες κατ' ουσίαν και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως του απαλλοτριούμενου ακινήτου στο προαναφερόμενο ποσό.

Έτσι που έκρινε το ανωτέρω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου του αιτούντος - καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτου, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ενώ αιτιολογεί ειδικώς την απόκλιση της ως άνω οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, όπως αυτή περιέχεται στην έκθεση της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των, αναφερομένων στη νομική σκέψη, εφαρμοσθεισών διατάξεων και έτσι αυτή δεν στερείται νομίμου βάσεως, όπως τα αναιρεσείοντα αβασίμως ισχυρίζονται.

Ειδικότερα, με σαφήνεια αναφέρει τα χαρακτηριστικά της ευρύτερης περιοχής, επί της οποίας βρίσκεται το απαλλοτριούμενο ακίνητο, επισημαίνει την απόστασή του από αναγνωρίσιμα σημεία της περιοχής αυτής, καθώς και τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες του ακινήτου, όπως ότι είναι άρτιο και οικοδομήσιμο.

Αναφέρει, επίσης και αξιολογεί όλα τα συγκριτικά στοιχεία που προσκόμισαν τα διάδικα μέρη, συνεκτιμώντας δε όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά και συγκριτικά στοιχεία, καθώς και τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τον προσωρινό καθορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως, τα έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών, χωρίς να είναι υποχρεωτική, όπως προηγουμένως έχει αναπτυχθεί, η κρίση της εκτιμητικής επιτροπής και τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί τότε στη Χώρα, προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως του εδάφους του επιδίκου ακινήτου στο προαναφερθέν ποσό, αξιολογώντας και αιτιολογώντας ειδικώς την απόκλιση της εν λόγω αξίας από την αξία αυτών που προκύπτει κατά το αντικειμενικό σύστημα.

Με τον τρόπο αυτό το Εφετείο εκθέτει, σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, ύστερα από την συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και τα οποία δικαιολογούν την απόκλιση της προσδιορισθείσας από το ίδιο πραγματικής αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, από εκείνη που αναφέρουν οι μάρτυρες των αναιρεσειόντων, χωρίς να είναι υποχρεωτικές, όπως προηγουμένως έχει αναπτυχθεί, οι κρίσεις αυτών και της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών.

Εξ άλλου, το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να αναλύσει διεξοδικώς τις υφιστάμενες τότε οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, τις οποίες, κατά τα ανωτέρω, έλαβε υπ' όψη του για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, εφόσον αυτές, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν γνωστές, λαμβανόμενες, συνεπώς, υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως, χωρίς απόδειξη.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο τα αναιρεσείοντα υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον πρώτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, από το αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., τα αναιρεσείοντα μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση και δη, στερείται αιτιολογίας ως προς την αρτιότητα και την οικοδομησιμότητα του απαλλοτριωθέντος, επειδή η κρίση του Εφετείου ως προς την πραγματική αξία αυτού απαλλοτριωθέντος στηρίχθηκε στο ότι είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, αν και αυτά ισχυρίσθηκαν ότι και άλλη έκταση, εμβαδού 57,08 τ.μ., δεν πρέπει να συνυπολογισθεί στην απαλλοτριούμενη επιφάνεια και ζητήθηκε η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης για την αρτιότητα και την οικοδομησιμότητα του απαλλοτριωθέντος. Οι ανωτέρω αιτιάσεις, όμως, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου ουσίας κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για το έδαφος και πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτες.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπ' όψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπ' όψη (Ολ.

Α.Π. 2/2001). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπ' όψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι παραδεκτώς προβαλλόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.

Α.Π. 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή, αναλόγως, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π 20/2023, Α.Π. 1430/2022), όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (Α.Π 20/2023, Α.Π. 1430/2022).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο Δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα, που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, δεν έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το Δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στον αριθμό 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε προηγουμένως. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπ' όψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1.284/2020, Α.Π. 1161/2020, Α.Π. 403/2017, Α.Π. 677/2015).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός, που έλαβε υπ' όψη το Δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της αποφάσεως, είναι δε αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίσθηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 1161/2020, αριθμ. Α.Π. 677/2015).

Με τον δεύτερο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, υπό την επίκληση των αριθμών 8 και 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., τα αναιρεσείοντα προβάλλουν τις πλημμέλειες ότι το Εφετείο, αν και αμφισβητήθηκε από αυτά η κυριότητα του αναιρεσιβλήτου επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθώς και η αρτιότητά του, εν τούτοις, το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τους προταθέντες ισχυρισμούς τους και δέχθηκε "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Σύμφωνα, όμως, με την προηγηθείσα νομική σκέψη, οι ισχυρισμοί αυτοί των αναιρεσειόντων δεν αποτελούν "πράγματα" κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 10 του Κ.Πολ.Δ. και γι' αυτό ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Με τον τρίτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ., τα αναιρεσείοντα μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο όσον αφορά τον καθορισμό της αξίας του απαλλοτριωθέντος, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι εντός αυτού, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως βρίσκονταν ήδη ορατές αρχαιότητες, και ως εκ τούτου υπέκειτο ήδη σε δεσμεύσεις και περιορισμούς ως προς τις δυνατότητες αξιοποιήσεώς του καθώς επίσης ότι η προσβαλλόμενη στερείται νομίμου βάσεως, επειδή δεν ελήφθη υπ' όψη ο προαναφερθείς ισχυρισμός τους και δεν αναφέρονται και δεν αξιολογούνται τα προαναφερθέντα στοιχεία. Ο ισχυρισμός τους αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν συνιστά "πράγμα", όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. Ως προς το δεύτερο σκέλος του, οι ανωτέρω αιτιάσεις, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου ουσίας κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως και πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του Ν. 4070/2012 και το τρίτο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με τη νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας, που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995 (Α' 247), η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικώς έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο εις βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπροθέσμου αιτήσεως το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως, τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως.

Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημιώσεως, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στο οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν, σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημιώσεως και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως, που αυτός δικαιούται (Ολ.

Α.Π. 502/2005, Α.Π. 664/2022), προκύπτει ότι, στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ως άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως και, συνεπώς, μία αμοιβή του δικηγόρου, σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης, ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι, σε περίπτωση εμπροθέσμου αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα, που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημιώσεως και, συγκεκριμένα:

α) 2% της αποζημιώσεως για τη σύνταξη της αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) σε ποσοστό 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο (Α.Π. 664/2022, Α.Π. 174/2022, Α.Π. 170/2022, Α.Π. 125/2021, Α.Π. 57/2021, Α.Π. 872/2020, Α.Π. 833/2020).

Ο προσδιορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σε περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας, που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995 (άρθρο 18 παρ. 4, εδάφ. 3 του Ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012), εφαρμόζεται σε υποθέσεις, που συζητήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας μετά την έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής διατάξεως (Α.Π. 664/2022, Α.Π. 174/2022, Α.Π. 125/2021), δηλονότι μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, 10-4-2012 και, συνεπώς, η επιδικαζόμενη αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως, υπολογιζόμενη με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται:

α) σε ποσοστό 1% της αποζημιώσεως για τη σύνταξη αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) σε ποσοστό 0,50% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο. Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδάφ.

γ' του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβερνήσεως, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν τη διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, με υποχρέους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά, κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (Ολ.

Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1260/2023, Α.Π. 664/2022).

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, από τους αριθμούς 1 και 19 (αληθώς από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., τα αναιρεσείοντα μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, επειδή, κατά τον προσδιορισμό της δικαστικής δαπάνης, την οποία όρισε σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημιώσεως, δεν προέβη στον καθορισμό της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου έως το ήμισυ των νομίμων αμοιβών, σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων, ήτοι σε ποσοστό 1%.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή, αφού καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, για το οποίο είχε προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός αποζημιώσεως, καταδίκασε το ήδη δεύτερο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", ως υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως, στη δικαστική δαπάνη του αιτούντος - καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτου, που άσκησε αίτηση με ιδιαίτερο δικόγραφο, σε ποσοστό 2%, συνολικώς, επί της καθορισθείσας οριστικής αποζημιώσεως. Συγκεκριμένα, το Εφετείο, ως προς την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη υπέρ του τελευταίου, διαλαμβάνει στο διατακτικό τα ακόλουθα: "

Καταδικάζει το υπόχρεο καταβολής αποζημίωσης αιτούν Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων στη δικαστική δαπάνη του καθ'ου η αίτηση - αιτούντος την οποία ορίζει α) στην αμοιβή για την παράσταση του πληρεξούσιου δικηγόρου του μετά των εξόδων του ενώπιον του Εφετείου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, β) σε ποσοστό 2% επί της ως άνω καθορισθείσας αποζημίωσης για τη σύνταξη της αιτήσεως και των προτάσεων του επί της ως άνω καθορισθείσας αποζημίωσης, πλέον του αναλογούντος εκ του νόμου ΦΠΑ".

Προσδιορίζοντας, επομένως, το Εφετείο την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του καθού η αίτηση - αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημιώσεως, αντί να καθορίσει αυτήν (αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του) σε ποσοστό 1% επί του ποσού της αποζημιώσεως, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι υπόχρεο για την καταβολή της δικαστικής δαπάνης είναι το αιτούν - καθού και ήδη δεύτερο αναιρεσείον, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", που εποπτεύεται από το Υπουργείο Πολιτισμού, δηλαδή φορέας που, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση, προσέτι δε η προκειμένη υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών στις 11-12-2018, δηλαδή μετά την 10-4-2012.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια αληθώς του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι καθόρισε την συνολική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του καθού η αίτηση - αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημιώσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση και δη μόνο κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τούτο και δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό (άρθρο 580 παρ. 3. εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ.) στο παρόν Δικαστήριο και να καταδικασθεί το ήδη δεύτερο αναιρεσείον ν.π.δ.δ. "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", ως υπόχρεο για την καταβολή της επιδίκου αποζημιώσεως, στα δικαστικά έξοδα του καθού η αίτηση - αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου (δικαιούχου της αποζημιώσεως), τα οποία περιλαμβάνουν την αμοιβή για την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, τόσο στη δίκη του προσωρινού, όσο και σ' αυτήν του οριστικού καθορισμού της αποζημιώσεως και την αμοιβή του για τη σύνταξη της με αυτοτελές δικόγραφο αιτήσεως και των προτάσεών του, ανέρχονται δε σε ποσοστό (2%+1%):2= 1,5% επί του ποσού της αποζημιώσεως.

Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων της παρούσας αναιρετικής δίκης, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1017/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αφορά την επιδίκαση δικαστικής δαπάνης υπέρ του καθού η αίτηση-αναιρεσιβλήτου και σε βάρος του δευτέρου των αναιρεσειόντων Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων".

Κρατεί και δικάζει περαιτέρω την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της.

Καταδικάζει το δεύτερο αναιρεσείον, υπόχρεο προς αποζημίωση της απαλλοτριώσεως, "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων" να καταβάλει στον αιτούντα και ήδη αναιρεσίβλητο, δικαιούχο της αποζημιώσεως, τη δικαστική δαπάνη, που καθορίζει σε ποσοστό 1,5% (ένα και ήμισυ τοις εκατό) επί της καθορισθείσας οριστικής αποζημιώσεως που του οφείλεται για την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας του, ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του για τη σύνταξη της αιτήσεως και των προτάσεων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία

καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου

ο β' αρχαιότερος Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ