Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to late filing exceeding the 15-month limitation period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece declared the appeal inadmissible because it was filed fifteen months after the expiration of the three-year limitation period. The State Health Organization sought to overturn lower court decisions against numerous defendants, but the filing date fell well outside the statutory deadline. Consequently, the court rejected the entire appeal and ordered the appellant to pay the legal costs of the represented defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104, 570, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed after the expiration of the limitation period is inadmissible as a matter of public order and must be rejected ex officio.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1064 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1064/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Λαμπροπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. κλπ εως και 25….. Οι 10ος, 11ος, 12ος, 14ος, 15ος, 17ος, 19ος και 23ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Κωστούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 1941/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 17-6-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα και ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.
Εξάλλου κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι στην περίπτωση που επισπεύδοντες τη συζήτηση είναι οι αναιρεσίβλητοι που συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία και ως προς τον εξ αυτών απολειπόμενο κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο, που για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, η ως άνω επίσπευση από αυτόν έλαβε χώρα ακύρως και, εφ' όσον δεν προκύπτει άλλοθεν η κλήτευση αυτού, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς τους λοιπούς που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 4/2003, ΟλΑΠ 9/1992, ΑΠ 684/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την συζήτηση της από 17.6.2022 και με αριθμό κατάθεσης 59783/95/2022 αίτησης αναίρεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (28.3.2023), με εκφώνηση με τη σειρά της από το πινάκιο, από τους συνολικά είκοσι πέντε (25) αναιρεσίβλητους, δεν εμφανίστηκαν οι δέκατος (10ος), ενδέκατος (11ος), δωδέκατος (12ος), δέκατος τέταρτος (14ος), δέκατος πέμπτος (15ος), δέκατος έβδομος (17ος), δέκατος ένατος (19ος) και εικοστός τρίτος (23ος) οι οποίοι μαζί με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους επέσπευσαν τη συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, σύμφωνα με τη με αριθμό 4518Β/23.1.2023 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ.
Π. του Ν.. Ως προς τους ως άνω απολειπόμενους αναιρεσίβλητους από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί παρείχαν πληρεξουσιότητα προς τη δικηγόρο Αλεξάνδρα Κωστούλα, που για λογαριασμό τους επέσπευσε τη συζήτηση, ενώ δεν προκύπτει και η εκ μέρους του αναιρεσειόντος ν.π.δ.δ. κλήτευση αυτών.
Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η επίσπευση που έγινε με τη σχετική εντολή της προαναφερθείσας δικηγόρου στον δικαστικό επιμελητή για επίδοση στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης για λογαριασμό (και) των μη παρασταθέντων 10ου, 11ου, 12ου, 14ου, 15ου, 17ου, 19ου και 23ου αναιρεσίβλητων δεν είναι έγκυρη.
Ως εκ τούτου πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ως άνω απολειπόμενους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.
Σύμφωνα με το άρθρο 577 του ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης (παρ. 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας (ΑΠ 585/2022, ΑΠ 817/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι έφεση και αναίρεση ως ένδικα μέσα ασκούνται διαδοχικώς, υπό την έννοια ότι η αναίρεση, ως έκτακτο ένδικο μέσο, προϋποθέτει την εξάντληση των τακτικών ενδίκων μέσων της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, για να προσβληθεί δε με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου (πολιτικού) δικαστηρίου που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη.
Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ. διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από την έφεση που επρόκειτο να γίνει ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της.
Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να αναμένει να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη κατά τους ως άνω τρόπους (ΟλΑΠ 1113/1986, ΑΠ 585/2022, ΑΠ 788/2021, ΑΠ 817/2020, ΑΠ 878/2017). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον ΚΠολΔ, τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495-590), που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων το άρθρο 518 παρ. 2, στο οποίο ορίσθηκε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".
Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της όριζε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από την δημοσίευση της απόφασης που περατώνει την δίκη". Επίσης τροποποιήθηκε το άρθρο 564 παρ. 3, στο οποίο ορίσθηκε ότι "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".
Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της, όριζε ότι "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Επιπλέον, στο άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία "οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές", ενώ στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016".
Με την φραστική διατύπωση της ανωτέρω μεταβατικής διάταξης ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου στο δίκαιο της έφεσης και της αναίρεσης, καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης των ενδίκων αυτών μέσων από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στη προθεσμία άσκησης αυτών, με συνέπεια, κατά γραμματική ερμηνεία, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1-1-2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το θέμα ήχθη ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (ΟλομΑΠ 10/2018), κατά την κρατήσασα άποψη της οποίας, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση, κατ' επίκληση της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής που αποτυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο "το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το παραδεκτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση".
Η θέση αυτή της πλειοψηφίας της ΟλΑΠ εδραιώνεται με τη μεταγενέστερη νομολογία (ΑΠ585/2022, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 788/2021, 80/2020, 817/2020). Σημειώνεται ότι η παρ. 2 του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ που αναφέρεται ειδικά στις καταχρηστικές προθεσμίες και ορίζει ότι οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ.2, 564 παρ.2 και 564 παρ.3 του ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του και ότι οι προθεσμίες, που καθορίζονται από τις διατάξεις αυτές, αρχίζουν από την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου, θεσπίσθηκαν ενόψει της εισαγωγής της ρύθμισης περί καταχρηστικών προθεσμιών για την άσκηση των ενδίκων μέσων της έφεσης και της αναίρεσης το πρώτον με τον ΚΠολΔ σε αντίθεση με το προηγούμενο καθεστώς της ΠολΔ/1835, όπου δεν προβλέπονταν καταχρηστικές προθεσμίες για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης ή της αναίρεσης, με συνέπεια, αν παραλειπόταν η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαίωμα για την άσκηση έφεσης ή αναίρεσης να υπέκειτο στη συνήθη παραγραφή του ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 756 και 520 της ΠολΔ/1835).
Κατ' αποτέλεσμα, η ρύθμιση του άρθρου 24 παρ. 2 του ΕισΝΚΠολΔ απέβλεψε στο να θεραπεύσει τα πρακτικής φύσεως θέματα, τα οποία αναμενόταν ότι θα ανακύψουν από την εισαγωγή των νέων καταχρηστικών προθεσμιών του ΚΠολΔ, με τις οποίες επερχόταν σημαντική σύντμηση της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων αυτών μέσων.
Διαπιστώνεται, επομένως, ότι η αντιδιαστολή μεταξύ των δύο παραγράφων του άρθρου 24 αναδεικνύει μια ουσιώδη διαφορά στη λειτουργία τους. Η παρ. 1 αποτυπώνει μια ευρύτερη διαχρονικού δικαίου αρχή, σύμφωνα με την οποία τόσο το παραδεκτό των ενδίκων μέσων όσο και το επιτρεπτό των προβαλλόμενων με αυτά λόγων κρίνονται δυνάμει του νόμου που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αντίθετα, η παρ. 2 του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ κατέτεινε στη θεραπεία μιας συγκεκριμένης πρακτικής αναγκαιότητας, που ήγειρε η θέσπιση το πρώτον καταχρηστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά τον ΚΠολΔ, με συνέπεια να μην αποδίδει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικαίου (πρβλ ΟλΑΠ 10/2018) και ως εκ τούτου να μην βρίσκει εν προκειμένω έδαφος εφαρμογής.
Κατ' ακολουθίαν, εφ' όσον πρόκειται για απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε (δημοσιεύτηκε), αντιμωλία των διαδίκων πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 (δηλ. πριν την 1-1-2016), αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ όπως ίσχυε τότε, είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε η προθεσμία αυτή όταν παρέλθουν τα τρία χρόνια, οπότε η απόφαση, εφ' όσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.
Η προθεσμία, εξάλλου, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή αφότου περάσει η προθεσμία της έφεσης, στην ίδια περίπτωση που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ίσχυε τότε (δηλ. πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015), τρία χρόνια και αρχίζει, όπως ορίζει το άρθρο αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι (6) χρόνια, τρία για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα τρία χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση (ΑΠ 585/2022, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 817/2020).
Η τριετής προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν την 1.1.2016 είναι καταχρηστική και η έναρξή της, σε αντίθεση με την προθεσμία της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια του διαδίκου, συμπληρώνεται δε με την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση της απόφασης, εκτός αν προηγηθεί της τριετίας επίδοση της απόφασης, οπότε η τελεσιδικία θα επέλθει με την εκπνοή της προθεσμίας της παρ. 1 του άρθρου αυτού (ΑΠ 585/2022, ΑΠ 363/2021, ΑΠ 1181/2019).
Ακόμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης τελειώνει δε στις 7:00 το βράδυ της τριακοστής ημέρας ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας (ΑΠ 585/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των με αριθμούς 166/2022 και 1941/2014 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες προσβάλλονται με την ένδικη, από 17.6.2022 και με αριθμό κατάθεσης 59783/95/2022 αίτηση αναίρεσης και οι οποίες επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) για την έρευνα του δικονομικού ζητήματος της τελεσιδικίας κάθε μίας από αυτές, προκύπτουν τα εξής:
Α) Με τη με αριθμό 166/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε η από 1.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 33712/14/2020 ανακοπή ερημοδικίας, την οποία είχε ασκήσει το εναγόμενο- ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ κατά της με αριθμό 1941/2014 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, που είχε εκδοθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων και είχε δεχθεί την από 27.12.2010 και με αριθμό κατάθεσης 229958/8578/2010 αγωγή των εναγόντων -καθ'ων η ανακοπή ερημοδικίας και ήδη αναιρεσίβλητων, με την οποία οι τελευταίοι επιδίωκαν την επιδίκαση νοσοκομειακού επιδόματος.
Η με αριθμό 166/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδόθηκε στο ανακόπτον -αναιρεσείον στις 20 Μαΐου 2022, σύμφωνα με τη με αριθμό 3917Β/20.5.2022 έκθεση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου …ε έδρα το Πρωτοδικείο ….., που με επίκληση προσκομίζεται από τους καθ' ων η ανακοπή ερημοδικίας- αναιρεσίβλητους.
Η ένδικη, από 17.6.2022 αίτηση για αναίρεση της πιο πάνω απόφασης ασκήθηκε στις 20 Ιουνίου 2022, ημέρα Δευτέρα, σύμφωνα με τη με αριθμό ….3/95/20.6.2022 έκθεση κατάθεσης δικογράφου της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Από την αντιπαραβολή των ως άνω ημερομηνιών προκύπτει ότι η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 166/2022 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκε, ενώ δεν είχε παρέλθει η κατά το άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση έφεσης εκ μέρους του ηττηθέντος ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, διότι η εν λόγω προθεσμία, η οποία, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, άρχισε την επομένη της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή την 21η Μαΐου 2022, έληγε στις 7 το βράδυ της Δευτέρας 20 Ιουνίου 2022, δεδομένου ότι η 19η Ιουνίου 2022, που συμπληρώνονταν οι τριάντα ημέρες, ήταν Κυριακή, ήταν, δηλαδή, κατά νόμο εξαιρετέα.
Ενόψει αυτών, η ένδικη αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 166/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους προσηκόντως παριστάμενους αναιρεσίβλητους, είναι απορριπτέα, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ως απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε κατά μη τελεσίδικης απόφασης πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Β) Η με αριθμό 1941/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επίσης προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όπως ήδη αναφέρθηκε, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με αυτήν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την από 27.12.2010 και με αριθμό κατάθεσης …./8578/2010 αγωγή των είκοσι πέντε συνολικά εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων και επιδίκασε σε καθένα από αυτούς το συνολικό ποσό των 20.955 ευρώ (καταψηφιστικά κατά το επιμέρους ποσό των 12.000 ευρώ και αναγνωριστικά κατά το υπόλοιπο των 8.955 ευρώ), για οφειλόμενο με βάση την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) και μη καταβληθέν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.2005 μέχρι 31.12.2010 νοσοκομειακό επίδομα, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της απόφασης και, επιπλέον, αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος να εντάξει στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές κάθε ενάγοντος-αναιρεσίβλητου το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 και εφεξής.
Η με αριθμό 1941/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δημοσιεύθηκε στις 11 Ιουνίου 2014 και δεν προκύπτει να έχει γίνει επίδοσή της με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η κατά το άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την 1.1.2016, τριετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση έφεσης κατά της ως άνω απόφασης από το ηττηθέν εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον έληξε στις 11 Ιουνίου 2017 (άρθρο 145 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την 1.1.2016, και με τα πρώτο και τρίτο εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020, κατά τα οποία το χρονικό διάστημα από 13.3.2020 μέχρι 31.5.2020 δεν υπολογίζεται για τη συμπλήρωση της κατά το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ προθεσμίας, η οποία δεν συμπληρώνεται αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της [άρθρο 49 ν. 4683/2022 (Α 149)] η τριετής καταχρηστική προθεσμία αναίρεσης κατά της 1941/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών άρχισε την επομένη της εκπνοής της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας της έφεσης, δηλαδή άρχισε την 12η Ιουνίου 2017 και έληξε με την πάροδο τριετίας, η οποία, μετά την αναστολή της άσκησής της κατά τη χρονική περίοδο από 13.3.2020 μέχρι 31.5.2020 και μετά τη συμπλήρωση τριάντα (30) ακόμη ημερών από την προβλεπόμενη λήξη της στις 12 Ιουνίου 2020, συμπληρώθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2020.
Όμως, η ένδικη αίτηση για αναίρεση (και) της 1941/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 20 Ιουνίου 2022, με αποτέλεσμα να έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την πάροδο δεκαπέντε (15) και πλέον μηνών από την κατά τα άνω εκπνοή της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας αναίρεσης.
Κατά συνέπεια, η ένδικη αίτηση για αναίρεση (και) της με αριθμό 1941/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους προσηκόντως παριστάμενους αναιρεσίβλητους, είναι απορριπτέα, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα από τον Άρειο Πάγο, ως απαράδεκτη, [όπως βάσιμα υποστηρίζεται και από τους παρόντες αναιρεσείοντες, με τις από 27.3.2023 εκπροθέσμως, πάντως, κατατεθείσες προτάσεις τους (άρθρο 570 παρ. 1 εδαφ.
β του ΚΠολΔ)] Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων η από 17.6.2022 και με αριθμό κατάθεσης 59783/95/2022 αίτηση για αναίρεση των με αριθμούς 166/2022 και 1941/2014 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 8ης, 9ης, 13ου, 16ου, 18ης, 20ου, 21ης, 22ης, 24ης και 25ης αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν κοινές προτάσεις, πρέπει στο σύνολό της να απορριφθεί.
Το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), καθότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ έχει όλα τα δικαστικά προνόμια του Δημοσίου και εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 30 του Ν 4038/2012 (ΦΕΚ Α 14) [ΑΠ 1298/2022].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 17.6.2022 και με αριθμό κατάθεσης 59783/95/2022 αίτησης αναίρεσης ως προς τους δέκατο (10ο), ενδέκατο (11ο), δωδέκατο (12ο), δέκατο τέταρτο (14ο), δέκατο πέμπτο (15ο), δέκατο έβδομο (17ο), δέκατο ένατο (19ο) και εικοστό τρίτο (23ο) αναιρεσίβλητους.
Απορρίπτει την από 17.6.2022 και με αριθμό κατάθεσης 59783/95/2022 αίτηση αναίρεσης των με αριθμούς 166/2022 και 1941/2014 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς, πρώτο (1ο), δεύτερο (2ο), τρίτο (3ο), τέταρτο (4ο ), πέμπτο (5ο), έκτο (6ο), έβδομο (7ο), όγδοη (8η), ένατη (9η), δέκατο τρίτο (13ο), δέκατο έκτο (16ο), δέκατη όγδοη (18η), εικοστό (20ο), εικοστή πρώτη (21η), εικοστή δεύτερη (22η), εικοστή τέταρτη (24η) και εικοστή πέμπτη (25η) προσηκόντως παριστάμενους αναιρεσίβλητους.
Καταδικάζει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω παριστάμενων προσηκόντως αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ