Supreme Court dismisses appeal on independent contractor status excluding labor law benefits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding unpaid employment benefits. The appellant argued for labor law protections, but the court found the relationship between the parties constituted independent services rather than employment. Consequently, the court ruled that labor statutes do not apply, confirming the lower court's decision to reject the claims for severance and holiday pay.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 of the Civil Code; Article 6 of Law 765/1943; Article 2 of Law 539/1945; Law 1346/1983; Article 3, paragraph 16 of Law 4504/1966; Article 1, paragraph 1 of Law 1082/1980; Article 1, paragraph 2 of the 19040/1981 joint decision; Article 1 of the 12921/1981 joint decision: If a relationship is characterized as independent services rather than employment, labor law provisions do not apply, and claims for employment-specific benefits must be rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1064 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1064/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κόλια, με δήλωση του άρθρου 242 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Μ. του Χ., κατοίκου ... και 2)Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Δούλφη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/10/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5426/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 3/12/2018 αίτησή της και τον από 16/10/2019 πρόσθετο λόγο. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και του πρόσθετο λόγο και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκεινται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, (ϊ).- η από 3.12.2018 [Γ.Α.Κ. 11064 / Ε.Α.Κ. 899 / 3.12.2018 - Εφετείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως και (ii) ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, που ασκείται, με το από 16.10.2019 [Α.Κ. 94 / 16.10.2019 - Άρειος Πάγος] ίδιο - ξεχωριστό δικόγραφο της αναιρεσείουσας Χ. Κ. κατά των αναιρεσιβλήτων (1).- Σ.
Μ. του Χ. και (2).- Χ. Μ. του Σ. Προσβάλλεται δε, η 5426/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 5.11.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 11.3.2015 εφέσεως των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας. Εκκαλούμενη ήταν η 20/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 5.1.2015, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 18.10.2010 αγωγής της εναγούσης και ήδη αναιρεσείουσας κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων αφορά δε, η αγωγή χρηματικές απαιτήσεις, συνολικού ποσού (48.150,02) ευρώ, της εναγούσης από παροχή εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (αποζημίωση απολύσεως, αποδοχές υπολοίπου αδείας, επίδομα αδείας, επίδομα εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους και Πάσχα).
Δια της 20/2015 πρωτόδικης αποφάσεως, η αγωγή, κατά την κυρία βάση (από τη σύμβαση εργασίας) κρίθηκε νόμιμη, ενώ, κατά την επικουρική βάση (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη στη συνέχεια και, μετά την παραδοχή ότι οι διάδικοι συνδέονται, με απλή σχέση εργασίας, η αγωγή έγινε δεκτή στο σύνολο της, ως βάσιμη στην ουσία, κατά την κυρία βάση.
Δια της 5426/2018 αποφάσεως, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία, εξαφανίσθηκε η 20/2015 απόφαση, ακολούθως, η υπόθεση κρατήθηκε, κρίθηκε νόμιμη η αγωγή, κατά την κυρία βάση και απορρίφθηκε στην ουσία ενώ κρίθηκε ότι η επικουρική βάση της (αγωγής) από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν εκκαλείται.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 3.12.2018, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στη νόμιμη προθεσμία των δύο (2) ετών από την 5.11.2018 [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 5426/2018 αποφάσεως, που προσβάλλεται ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.
Επίσης, ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, που αφορά τα ίδια κεφάλαια της 5426/2018 αποφάσεως, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως [άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ], με ίδιο δικόγραφο, το οποίο έχει κατατεθεί στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, την 16.10.2019, ως άνω και έχει επιδοθεί, κατά νόμο, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την 14.1.2020 (ημερομηνία συζητήσεως της αναιρέσεως) στους αναιρεσίβλητους (βλ.
εκθέσεις επιδόσεως ... / 22.10.2019 της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, με έδρα το Πρωτοδικείο Ηλείας, Ε. Κ. Π. και ... / 23.10.2019 του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Π. Ν. Ν., με την από 23.10.2019 "απόδειξη παράδοσης απλού αντιγράφου θυροκολληθέντος εγγράφου" του Α.
Γ. Κ., αρχιφύλακα Α.Τ. Κηφισιάς και με την από 24.10.2019 "βεβαίωση - απόδειξη" του Κ. Φ., υπαλλήλου των ΕΛ.ΤΑ. κεντρικού γραφείου Αθηνών). Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].
(Ι).- Πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί και αν η αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο [άρθρο 569 παρ.1 ΚΠολΔ], Για να είναι παραδεκτή, συνεπώς, η άσκηση προσθέτων λόγων, πρέπει να έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως παραδεκτή και νόμιμη [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 577 ΚΠολΔ]" ενώ, αν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως του κύριου δικογράφου είναι απαράδεκτοι ή μη νόμιμοι, δεν καθιστά τους πρόσθετους λόγους απαράδεκτους.
(II).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων καν, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ. Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ένδικων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
(III).- Στο έγγραφο (δικόγραφο) της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 495 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος" ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη του πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αναίρεση επιτρέπεται, ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ειδικότερα, ιδρύεται αυτός ο αναιρετικός λόγος, αν το δικαστήριο της ουσίας είτε δέχθηκε πράγματα, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη είτε δέχθηκε πράγματα, χωρίς να εκθέτει, έστω και γενικά, από ποιά υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, ενώ δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα.
Οι αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 10 ΚΠολΔ έχουν στόχο τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος [άρθρο 106 ΚΠολΔ], κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει, με βάση εκείνα, που έχουν προταθεί και αποδειχθεί. Ο όρος "πράγματα", στους λόγους αυτούς, είναι ταυτόσημος. Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.
Αποτελούν "πράγματα" και η άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, οι βάσεις της αγωγής, κύρια ή επικουρική και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά καθώς και οι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας.
Δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ενστάσεως ή αντενστάσεως, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων, που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχουν αυτοτέλεια ή οι κρίσεις των διαδίκων, κατά την αξιολόγηση από αυτούς των αποδεικτικών στοιχείων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο τους καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 261/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Με το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, εξ άλλου, δεν ελέγχεται η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε και, ως προς αυτό, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι, κατ7 άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γενικώς, ανέλεγκτη, αναιρετικώς (ΑΠ 1557/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει των αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη του όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν [άρθρα 106, 335, 338, 339, 240, 340, 346 ΚΠολΔ]. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Αβάσιμος είναι ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εφ' όσον από την απόφαση αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν, με επίκληση, από τους διαδίκους. Αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων. Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή / και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφ' όσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν αφήνεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο* δηλ.
για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία.
Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομίσεως (ή μη) αποδεικτικού μέσου ανάγεται σε πράγματα, συνεπώς, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ]. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει, στο δικόγραφο της αναιρέσεως να εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσκομίσεώς τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και νόμιμη προσκόμιση τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπ' όψη, αυτεπαγγέλτως [άρθρα 562 παρ.2 ΚΠολΔ], να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν, με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλ.
ότι ο ισχυρισμός ήταν λυσιτελής, που επιδρά στο διατακτικό (ΑΠ ολ. 2/2008, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 610/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 112/2008, ΑΠ 1538/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Το άρθρο 559 αριθμός 12 ΚΠολΔ ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Στον ΚΠολΔ, ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων και, εξαιρετικά, μόνο, αποδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη. Για τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά το νόμο, είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, αφού εκτιμηθούν "ελεύθερα" [άρθρα 340, 352, 438 επ., 441, 445 ΚΠολΔ].
Ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, μόνο, αν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε, κατά το νόμο και όχι, αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα. Κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ., 671 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν, ως άνω, πριν από το ν. 4335/2015], το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, ακόμη και εκείνα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα εκτιμά ελεύθερα, εφ' όσον δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες, ως προς την αποδεικτική τους ισχύ, με εξαίρεση τη δικαστική ομολογία (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 775/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 443/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Κατ' άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση συντρέχει, όταν υπάρξει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, ήτοι λάθος στην ανάγνωση του κειμένου, αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη κρίσιμων φράσεων ή περικοπών του κειμένου, δηλ. που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό συμπέρασμα. Για τη θεμελίωση αυτού του λόγου, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να μόρφωσε τη γνώμη του, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, από το περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι, όταν το συνεκτίμησε απλώς μαζί με τις άλλες αποδείξεις, δηλ.
τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά (έγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό και υποστηρίζει, αφού, τότε, πρόκειται για παράπονο, που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ], Ορισμένος, συνεπώς, παραδεκτός, είναι τέτοιος λόγος (και) όταν παρατίθεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, κατά λέξη, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ ολ. 2/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας} ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Επομένως, ιδρύεται αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος, συνεπώς, παραδεκτός τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.
ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 114/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
(IV).- Με τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και ο τελευταίος να καταβάλει τον μισθό. Ο τρόπος πληρωμής του μισθού καθορίζεται καθ' ορισμένα χρονικά διαστήματα ή σε ποσοστό από τα κέρδη ή κατά μονάδα της παρεχόμενης εργασίας ή κατ' αποκοπή [άρθρα 648, 649, 653, 654, 655 ΑΚ, 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" - κύρωση με το ν. 3248/1955 (ΦΕΚ Α. 138 / 2.6.1955), 6 α.ν. 765/1943 (ΦΕΚ Α. 341 / 13.10.1943) - κύρωση με την 324/1946 Π.Υ.Σ.
και διατήρηση σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ], "Μισθός" δηλ. είναι κάθε παροχή, την οποία ο εργοδότης οφείλει, κατά το νόμο ή τη σύμβαση, στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα για τη νόμιμη (έγκυρη) εργασία του και ο εργαζόμενος, προκειμένου να αξιώσει μισθολογική ή άλλη εργασιακή παροχή από την εργασία του πρέπει να συνδέεται μετά του εργοδότη με σύμβαση εργασίας (ΑΠ ολ. 39/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Κατά ταύτα, σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν τα μέρη αποβλέπουν στην εργασία του εργαζομένου καθ' εαυτή και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού της πληρωμής του, υπόκειται δε, ο εργαζόμενος στη νομική και προσωπική εξάρτηση του εργοδότη.
Η εξάρτηση εκδηλώνεται με το δικαίωμα του εργοδότη να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία του εργαζομένου, δίνοντάς του δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, σύμφωνα με τους συμβατικούς ή νόμιμους όρους, ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας. Αν ο εργοδότης ασκεί, εμπράκτως, αυτό το δικαίωμά του ή αφήνει περιθώριο πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, εξ αιτίας των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, δεν ενδιαφέρει, εφ' όσον η άφεση του περιθωρίου πρωτοβουλιών δεν εξικνείται μέχρι καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας, αντιστοίχως, δικαιώματος ελεύθερης, από τον έλεγχο του τελευταίου (εργοδότη), υπηρεσιακής δράσεως.
Ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει, με επιμέλεια, την εργασία, που ανέλαβε και ευθύνεται για τη ζημία, που προξενείται στον εργοδότη, από δόλο ή αμέλειά του. Ο βαθμός της επιμέλειας, για την οποία ευθύνεται ο εργαζόμενος κρίνεται με βάση τη σύμβαση, εν όψει της μορφώσεως ή των ειδικών γνώσεων, που απαιτούνται για την εργασία και των ικανοτήτων και ιδιοτήτων του εργαζομένου, που ο εργοδότης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει' ενώ, ευθύνη του εργαζόμενου για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος δεν υπάρχει [άρθρα 330, 652 ΑΚ], έστω και αν ο εργαζόμενος τελεί σε εξάρτηση, ως άνω, από τον εργοδότη.
Το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση προς αυτές του εργαζομένου καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του εργαζομένου αποτελούν ενδείξεις της υπάρξεως εξαρτήσεως. Το γεγονός μόνο ότι συντρέχουν όλες ή περισσότερες από τις προηγούμενες ενδείξεις δεν ενδιαφέρει.
Εκείνο, που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, ήτοι η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό στοιχείο, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον εργαζόμενο συνέπειες ώστε να καθίσταται απαραίτητη η ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και να δικαιολογείται η ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει, κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, έτσι, συνδυαζόμενο με τις υπάρχουσες ενδείξεις εξαρτήσεως παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας.
Εξ ετέρου, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών [άρθρο 361 ΑΚ], στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει, αντί μισθού, τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και τις οδηγίες του εργοδότη, ιδίως, ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Πάντως και στη σύμβαση αυτή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, υπάρχει, τρόπον τινά, δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση, που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις, με ενοχική σύμβαση, χωρίς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της συμβάσεώς του, οι οποίοι μπορεί να έχουν σχέση και με τον τόπο και τα χρονικά πλαίσια παροχής των υπηρεσιών, να υποδηλώνει οπωσδήποτε εξάρτηση, υπό την εκτεθείσα έννοια, του εργαζομένου από τον εργοδότη.
Τούτο διότι σημαντικό, κατά τα παραπάνω, είναι το ποιοτικό στοιχείο. Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης έννομης σχέσεως, ως εξηρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου [άρθρα 26 παρ.3, 87 παρ.2 Συντάγματος], που αποφαίνεται με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών κάτω από τα οποία λειτούργησε η έννομη σχέση.
Προς τούτο, το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό, που έδωσαν στη σύμβαση οι διάδικοι συμβαλλόμενοι (ΑΠ ολ.7/2011, ΑΠ ολ. 28/2005, ΑΠ 775/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η σχέση της εξαρτήσεως δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής περί αποζημιώσεως καταγγελίας ή παροχών από σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, αφού η εξάρτηση κρίνεται από τους όρους παροχής της εργασίας, οι οποίοι καθώς και ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως, ο μισθός (συμφωνημένος ή νόμιμος) και το είδος της παρασχεθείσης εργασίας, πρέπει, αναγκαίως, να αναφέρονται στο δικόγραφο της [άρθρα 106, 111, 216 ΚΠολΔ].
Η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της σχέσεως εξαρτήσεως, ήτοι των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ο ενάγων επικαλείται καθ' υποφορά στην αγωγή του και από τα οποία συνάγεται το στοιχείο της εξαρτήσεως, αποτελεί άρνηση του χαρακτήρα της εργασίας, ως εξηρτημένης (ΑΠ 1686/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Κατά τα άρθρο 26, 9, 13 παρ.1 περιπτώσεις (ζ) και (ιε) ν. 718/1977 (ΦΕΚ Α. 304 /10.10.1977) "Περί Εκτελωνιστών" -όπως ίσχυσαν από 10.10.1977 [άρθρο 33 ν. 718/1977] μέχρι 12.11.2012 [άρθρα "τρίτο" και "πρώτο" της παραγράφου Ε - υποπαραγράφου Ε . 5 - περιπτώσεις 17α, 17β, 8 και 12 του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ.
Α. 222 /12.11.2012)] - οι εκτελωνιστές, που έχουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος εκτελωνιστή, υποχρεούνται να ασκούν το επάγγελμά τους σε ίδια γραφεία και να εργάζονται, ως ελεύθεροι επαγγελματίες, ενώ απαγορεύεται ρητώς να έχουν υπαλληλική σχέση με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και να χρησιμοποιούν άλλα πρόσωπα για την διεκπεραίωση των εκτελωνιστικών εργασιών, εκτός από τους ασκούμενους εκτελωνιστές.
Πλην όμως, οι εκτελωνιστές, οι οποίοι, την 10.10.1977, είναι ήδη υπάλληλοι, μπορούν να διατηρήσουν την υπαλληλική σχέση, που κατέχουν. Εξ άλλου, το άρθρο 174 ΑΚ ορίζει ότι δικαιοπραξία, που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων [άρθρο 361 AK] καθιερώνεται η αρχή της ακυρότητος της δικαιοπραξίας, όταν αντιβαίνει σε απαγορευτική ή επιτακτικού χαρακτήρα δημοσίας τάξεως διάταξη οποιουδήποτε νόμου.
Δικαιοπραξία αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, όταν ευθέως έρχεται σε αντίθεση με τέτοια διάταξη καθώς και όταν επιδιώκεται, με αυτή (δικαιοπραξία) αποτέλεσμα, το οποίο αποδοκιμάζεται από το νόμο (ΑΠ 676/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Σε περίπτωση άκυρης για οποιονδήποτε λόγο συμβάσεως εργασίας, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας.
Τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων - Νέου Έτους, το επίδομα αδείας καθώς και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται, ευθέως από το νόμο -όχι κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού [άρθρο 904 ΑΚ] και οι απασχολούμενοι σε εργοδότη, με απλή σχέση εργασίας [άρθρα 1 παρ.1 ν. 1082/1980 (ΦΕΚ Α. 250), 1 παρ.2 της 19040/1981 (ΦΕΚ Β. 742) κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας καθώς και 1 της 12921/1981 (ΦΕΚ Α. 212), επίσης, κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 2 α.ν. 539/1945(ΦΕΚ Α. 229), 1 ν. 1346/1983 (ΦΕΚ Α. 46), 3 παρ.16 ν. 4504/1966 (ΦΕΚ Α. 57), άρθρο μόνο ν. 133/1975 (ΦΕΚ Α. 180) για κύρωση της από 26.2.1975 Εθνικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας / Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (απόφαση Υπ.
Απασχολήσεως 11400 / 1710 / 1975 (ΦΕΚ Β. 276 / 4.3.1975)]. Η καταγγελία από τον εργοδότη, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία λύεται η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου [άρθρα 361, 648, 669, 672 ΑΚ], είναι μονομερής, απευθυντέα και, κατά κανόνα, αναιτιώδης δικαιοπραξία, δηλ. δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλοντα εργοδότη και το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας επίσης, έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, δηλ.
μόλις περιέλθει η σχετική δήλωση βουλήσεως στον αντισυμβαλλόμενο εργαζόμενο, αδιακρίτως του τρόπου ανακοινώσεώς της σε αυτόν, προφορικώς, εγγράφως ή δι' αγγέλου, λύεται για το μέλλον η έννομη σχέση είτε αμέσως (απρόθεσμη καταγγελία) είτε με την πάροδο ορισμένης προθεσμίας. Επί ακυρότητας της καταγγελίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας, απλώς επιβεβαιώνει την έκτοτε ανυπαρξία του πιο πάνω αποτελέσματος της [άρθρα 68, 70 ΚΠολΔ, 167, 168, 169, 174, 180 ΑΚ].
Η καταγγελία από τον εργοδότη αυτής της συμβάσεως εργασίας υπαλλήλου του, χωρίς την καταβολή της αποζημιώσεως, που οφείλεται από το νόμο καθώς και χωρίς την τήρηση του έγγραφου τύπου και δη, με ιδιωτικό έγγραφο και εγχείρησή του στον υπάλληλο προς τον οποίον απευθύνεται ώστε να λάβει γνώση του περιεχομένου του, συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας (άρθρα 1, 3, 4 ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α. 57), 1, 2, 5 ν. 3198/1955 (ΦΕΚ Α. 98), 2 παρ.4, 32 ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α. 270 / 24.12.1997), 74, 76 ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α. 115 / 15.7.2010), 17 παρ.5 εδ. (α), 19 v. 3899/2010 (ΦΕΚ Α. 212 / 7.12.2010)].
Με καταγγελία, κατά τα παραπάνω, λύεται και η απλή σχέση εξηρτημένης εργασίας υπαλλήλου από άκυρη σύμβαση αορίστου χρόνου και η αποζημίωση για την καταγγελία της οφείλεται, ανάλογα με το χρόνο διαρκείας της σχέσεως εργασίας, ευθέως από το νόμο και όχι με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, κατ' άρθρο 904 ΑΚ (ΑΠ 442/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Οι λόγοι αναιρέσεως του από 3.12.2018 (κύριου) δικογράφου, περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις: (ϊ).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη "πράγματα" και, ειδικότερα, τα επιχειρήματα και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, (ii).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε μη ορθό αποδεικτικό πόρισμα, "στηριζόμενο" στα τιμολόγια της αναιρεσείουσας παροχής υπηρεσιών, που έχουν εκδοθεί, από τον Ιούλιο του έτους 2009 μέχρι 31.12.2009, με αριθμούς από (...), στο όνομα πελατών της (αναιρεσείουσας), όπως οι εταιρίες ....
και ... Ά.Ε. καθώς και "στηριζόμενο" σε (129) τιμολόγια της αναιρεσείουσας παροχής υπηρεσιών, που έχουν εκδοθεί από 30.6.2009 μέχρι 30.9.2010, στο όνομα πελατών της (αναιρεσείουσας), συνολικού ποσού 9.325 ευρώ. (iii).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ ότι το δικαστήρια της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται (μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) και προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, αν και η αναιρεσείουσα τα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, παραδεκτώς, προκειμένου να αποδείξει πως η επίδικη ιδιωτικού δικαίου έννομη σχέση της μετά των αναιρεσιβλητων, στο επίδικο χρονικό διάστημα από 30.8.1996 μέχρι 30.9.2010, ήταν σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας.
Δέχθηκε, αντίθετα ότι αποδείχθηκε σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών μεταξύ αυτής και των αναιρεσιβλήτων, στο ίδιο χρονικό διάστημα από 30.8.1996 μέχρι 30.9.2010. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, δεν έλαβε υπ' άψη του (α).- τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της ανοαρεσείουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, (β).- την .../11.10.2012 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που έχει ληφθεί με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, του μάρτυρος - ενόρκως βεβαιούντος Α.
Α., (γ).- τα είκοσι τρία (23) τιμολόγια της αναιρεσείουσας παροχής υπηρεσιών, που αναφέρονται στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από 30.8.1996 μέχρι 30.92010, τις δεκαπέντε (15) συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών, που αφορούσαν, επίσης, στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από 30.8.1996 μέχρι 30.9.2010, την υπ' αριθμ. πρωτ.../17.10.2014 βεβαίωση του Ταμείου Αλληλοβοήθειας και Περιθάλψεως Εκτελωνιστών Πειραιώς - Αθηνών / Τ.Α.Π.Ε.Π.Α., τις "υπεύθυνες δηλώσεις" της αναιρεσείουσας προς το ΤΑ.Π.Ε.ΠΑ.
για την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη, ετών 1999 - 2009 καθώς και είκοσι δύο (22) αποφάσεις πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, που αφορούν παρόμοιες υποθέσεις με την ένδικη υπόθεση, (ίν).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 12 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, ως προς το εργασιακό καθεστώς της αναιρεσείουσας, δέχθηκε περισσότερο αξιόπιστες τις .../11.5.2016, .../11.5.2016 και .../11.5.2016 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Β.
Μ., των μαρτύρων - ενόρκως βεβαιούντων, αντιστοίχως, Γ. - Η. Ζ., Ν. Θ. και Π. Α., τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι προσκόμισαν, κατά νόμο, αντί να δεχθεί τις πιο πάνω ένορκες καταθέσεις μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε, κατά νόμο. (ν).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην 5426/2018 απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες, (vi).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αριθμό πρωτοκόλλου ...12.2004 ιδιωτικού εγγράφου - 'επιστολής συνεργασίας'.
Κατά τα εκτεθέντα στις υπό στοιχείο (II) και (III) μείζονες σκέψεις, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως του από 3.12.2018 (κύριου) δικογράφου είναι απορριπτέοι και, ειδικότερα: Ως προς την υπό στοιχείο (ϊ) αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι' τούτο διότι τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα συμπεράσματα και κρίσεις, όπως η διαφορετική αξιολόγηση από την ίδια (αναιρεσίουσα) των αποδεικτικών στοιχείων δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ.
Ως προς την υπό στοιχείο (ii) αιτίαση από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και απορριπτέος διότι δεν ελέγχεται, κατά το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το εφετείο κατέληξε, με την 5426/2018 απόφασή του και, κατά τούτο, η κρίση του είναι, γενικώς, ανέλεγκτη, αναιρετικώς.
Ως προς την υπό στοιχείο (iii) αιτίαση από τον αριθμό 11 περίπτωση (γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι λόγοι αναιρέσεως, παραδεκτοί, ως προς τη συγκεκριμένη αιτίαση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι διότι από την 5426/2018 απόφαση του εφετείου, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, παραδεκτώς, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], αποδεικνύονται τα εξής:
Στην 5426/2018 απόφαση περιέχεται βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπ' όψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, οι ένορκες βεβαιώσεις, που νομίμως έχουν δοθεί και προσκομίζονται, με επίκληση, από τους διαδίκους καθώς και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν.
Συγκεκριμένα, αναγράφεται: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν, νόμιμα, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εφεσίβλητο - ενάγουσα υπ' αριθμ. .../11.10.2012 ένορκη βεβαίωση του Α.
Α., που δόθηκε, με την επιμέλεια αυτής (ενάγουσας), ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη, προ εικοσιτεσσάρων τουλάχιστον ωρών από τη λήψη αυτής, κλήτευση των αντιδίκων της (εναγομένων - ήδη εκκαλούντων), κατ7 άρθρο 671 παρ.1 εδ. (δ) ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο λήψης αυτής προ του ν. 4335/2015 -άρθρα 12 και 21 εδ. (β) ΕισΝΚΠολΔ- και άρθρο 529 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ (βλ., αντίστοιχα, τις με αριθμό ...
της 8.10.2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Ν.), τις νομίμως επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους ήδη εκκαλούντες (εναγόμενους), το πρώτον, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατ' άρθρο 529 παρ.1 ΚΠολΔ, ... με αριθμούς ..., ... και ... της 11.5.2016 ένορκες βεβαιώσεις των Γ. - Η. Ζ., Ν.
Θ. και Π. Α., αντιστοίχως, που δόθηκαν, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Μ., με επιμέλεια αυτών, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της αντιδίκου τους ... προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών από τη λήψη αυτών, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... / 6.5.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι.
Κ., η πρώτη των οποίων, εξ άλλου, λήφθηκε με την παρουσία της αντιδίκου τους ... και του πληρεξουσίου της δικηγόρου [άρθρο 422 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ.3 του ν. 4335/2015, σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο παρ.3 του ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου λήψεως των ενόρκων βεβαιώσεων αυτών μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.4 αυτού, την 1.1.2016] και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά".
Από τη διατύπωση αυτή, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι και τα πιο πάνω αναφερόμενα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ως προς την υπό στοιχείο (ίν) αιτίαση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι διότι δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 12 ΚΠολΔ, εάν το εφετείο έκρινε περισσότερο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο (ένορκες βεβαιώσεις) από άλλο ισοδύναμο αποδεικτικό μέσο (ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου).
Ως προς την υπό στοιχείο (ν) αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι διότι στο από 3.12.2018 (κύριο) δικόγραφο δεν αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της 5426/2018 αποφάσεως και δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών για την κατάφαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως.
Η αναιρεσείουσα περιορίζεται απλώς στην αναφορά του κανόνος ουσιαστικού δικαίου και σε κρίσεις, αναφορικά με την εκτίμηση και. αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, πλήττοντας, έτσι, την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου επί της ουσίας κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Τέλος, ως προς την υπό στοιχείο (νί) αιτίαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι λόγοι αναιρέσεως είναι, επίσης, αόριστοι και απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι διότι στο από 3.12.2018 (κύριο) δικόγραφο δεν παρατίθεται, κατά λέξη, το ακριβές περιεχόμενο του υπ' αριθμ.
πρωτ. ...12.2004 ιδιωτικού εγγράφου ('επιστολής συνεργασίας') και το περιεχόμενο, που δέχθηκε το εφετείο.
Ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του από 16.10.2019 δικογράφου περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 5426/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών διέλαβε στις ουσιαστικές παραδοχές της, οι οποίες πλήρως αναφέρονται, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα για την έκβαση της δίκης, ήτοι του νομικού χαρακτηρισμού της επίμαχης συμβάσεως, που υφίστατο μεταξύ των διαδίκων, στο επίδικο χρονικό διάστημα από 30.8.1996 μέχρι 30.9.2010 έτσι, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 648 ΑΚ, 6 α.ν. 765/1943, 1 παρ.1 ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 1 της 12921/1981 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 2 α.ν. 539/1945, 1 ν. 1346/1983, 3 παρ.16 ν. 4504/1966.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την 5426/2018 απόφασή του, την οποία ο Άρειος Πάγος, παραδεκτώς, επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του παραδεκτού πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις υπό στοιχεία (I) και (II) μείζονες σκέψεις [άρθρα 569 παρ.1, 561 παρ.2 ΚΠολ], δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα παρακάτω ουσιώδη: "Η ενάγουσα Χ.
Κ. είναι αδειούχος εκτελωνίστρια, από το έτος 1992, κατέχοντας τη με αριθμό .../20.10.1992 άδεια άσκησης επαγγέλματος εκτελωνιστή. Έχει, ως αντικείμενο εργασιών της, τη διενέργεια εκτελωνιστικών εργασιών στα τελωνεία της Αττικής και, ιδίως, δραστηριοποιείται στο τελωνείο του αεροδρομίου Αθηνών, διατηρεί δε, ίδιον εκτελωνιστικό γραφείο, όπως απαιτεί το άρθρο 13 παρ.1 περίπτωση (ζ) του ν. 718/1977 'Περί Εκτελωνιστών', όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, πριν την κατάργηση, με την περίπτωση (12) της υποπαραγράφου (Ε.5) του άρθρου 'πρώτου' του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α. 222/12.11.2012), στη ..., στην οδό ....
Ο πρώτος εναγόμενος Σ. Μ., επίσης εκτελωνιστής, διατηρούσε έως την 30.12.2009, οπότε συνταξιοδοτήθηκε, εκτελωνιστικό γραφείο, στην Αθήνα και επί της οδού ..., στον 2° όροφο και έκτοτε έπαυσε να λειτουργεί το γραφείο αυτό (βλ. και την από 28.6.2010 υπεύθυνη δήλωση της Κ. Σ., ιδιοκτήτριας - εκμισθώτριας του ακινήτου, όπου στεγαζόταν το εν λόγω γραφείο περί του ότι αυτό έκτοτε είναι κενό).
Κατά τον Αύγουστο του έτους 1996, καταρτίσθηκε μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της ενάγουσας προφορική σύμβαση, με βάση την οποία η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στον πρώτο τις υπηρεσίες της για τη διεκπεραίωση εκτελωνιστικών εργασιών, με αμοιβή ανάλογη με τους διεκπεραιώμενους εκτελωνισμούς, εκδίδοντας, προς τούτο και τα αντίστοιχα συγκεντρωτικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών προς τον πρώτο εναγόμενο, τα οποία ήταν θεωρημένα νομίμως από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
και ανέγραφαν, ως αντικείμενο εργασιών 'παροχή υπηρεσιών' και, άλλοτε, προσδιόριζαν και το χρονικό διάστημα, που αφορούσαν (παροχή υπηρεσιών '3 μηνών' ή 'μηνών (τάδε) ../ ή 'από ... έως ...' - βλ. προσκομιζόμενα). Ειδικότερα, η ενάγουσα ήταν επιφορτισμένη με τη διεξαγωγή των ανατεθειμένων σ' αυτήν εκ μέρους του πρώτου εναγομένου εκτελωνισμών, που ανέθεταν στον τελευταίο πελάτες του και έπρεπε να πραγματοποιηθούν στα τελωνεία και, ιδίως, στο τελωνείο του αεροδρομίου Αθηνών και οι οποίοι διεκπεραιώνονταν από την ενάγουσα με τον τρόπο και κατά το χρόνο, που αυτή έκρινε και χωρίς να υπόκειται στην εποπτεία και τον έλεγχο του ανωτέρω εναγομένου για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής της προς τυχόν οδηγίες του, που δεν ήταν δεσμευτικές καθώς ο τελευταίος απέβλεπε μόνο στο αποτέλεσμα, ήτοι στην περάτωση του ανατιθέμενου εκτελωνισμού.
Η ενάγουσα, ως αδειούχος εκτελωνίστρια, είχε την απόλυτη πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση των εργασιών της, ενώ δεν δεσμευόταν από συγκεκριμένο ωράριο απασχόλησης, αλλά τις διεκπεραίωνε μέσα στο καθημερινό ωράριο λειτουργίας των τελωνείων, ως δημοσίων υπηρεσιών και δη, του τελωνείου του αεροδρομίου, λαμβάνοντας, βέβαια, υπ' όψη και το βαθμό επείγοντος της συγκεκριμένης υπόθεσης εκτελωνισμού.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν εργαζόταν, με βάση καθημερινό ωράριο, που είχε καθορισθεί είτε με συμφωνία των διαδίκων είτε από τον πρώτο εναγόμενο, αλλά εργαζόταν ανάλογα με τον χρόνο, που απαιτούσε η κάθε εργασία εκτελωνισμού, που αναλάμβανε να διεκπεραιώσει στις τελωνειακές υπηρεσίες και μετά ήταν ελεύθερη να χρησιμοποιήσει τον χρόνο της, όπως αυτή ήθελε.
Ούτε είχε υποχρέωση τήρησης ωραρίου παραμονής στο εκτελωνιστικό γραφείο του πρώτου εναγομένου. Προσερχόταν σ' αυτό, μόνον, όταν ήταν αναγκαίο προς ανάληψη, κατόπιν συνεννοήσεως με τον τελευταίο, διεκπεραίωσης συγκεκριμένων εκτελωνισμών ή για την παράδοση διεκπεραιωμένων τοιούτων και η παραμονή της εκεί εξαντλούνταν στον αναγκαίο χρόνο, που απαιτούσε η σχετική ενέργεια, χωρίς να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο.
Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν υποχρεωμένη να παραμένει σε κατάσταση ετοιμότητας για εργασία, σε όλο το καθημερινό ωράριο λειτουργίας των διαφόρων υπηρεσιών, αλλά μετά την διεκπεραίωση των εργασιών, που της ανέθετε ο πρώτος εναγόμενος, ήταν ελεύθερη να ασχοληθεί και με προσωπικές της εργασίες. Επίσης, ήταν, συγχρόνως, ελεύθερη να αναλαμβάνει εκτελωνιστικές εργασίες και για λογαριασμό προσωπικών της πελατών (βλ.
προσκομιζόμενα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών από τον Ιούλιο του έτους 2009 έως 31.12.2009, με αριθμ. ... -πλην των υπ' αριθμ. ..., που έχουν εκδοθεί στο όνομα του πρώτου εναγομένου- που έχουν εκδοθεί στο όνομα άλλων προσώπων, πελατών της ενάγουσας, όπως ...., … κ.λπ.). Ενδεικτικό της σχέσης των ανωτέρω διαδίκων είναι και το ότι την 30.12.2004, η ενάγουσα και ο πρώτος εναγόμενος ως και τρίτος συνάδελφος τους εκτελωνιστής απέστειλαν επιστολή συνεργασίας προς την Ελληνική Εταιρία Εκτελωνιστών Πειραιώς - Αθηνών (Ε.Ε.Π.Α.), αναφέροντας ότι 'συνεργάζονται, χωρίς επίσημο εταιρικό' και ζητώντας την τήρηση ενιαίας μερίδας στην Ε.Ε.Π.Α., με τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσοστά (βλ.
επιστολή συνεργασίας με αριθμ. πρωτ. εισαγ. εγγρ. … 30.12.2004). Η συνεργασία της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου έληξε, τον Δεκέμβριο του 2009, εν όψει της συνταξιοδοτήσεως του τελευταίου και εντεύθεν της παύσεως ασκήσεως του επαγγέλματος του εκτελωνιστή και του κλεισίματος του εκτελωνιστικού του γραφείου, μάλιστα δε, το τελευταίο τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών εκ μέρους της ενάγουσας προς τον εναγόμενο αυτόν εκδόθηκε, την 16.12.2009, με αριθμό …..
Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η σχέση, που συνέδεε την ενάγουσα (εκτελωνίστρια) με τον (εκτελωνιστή) πρώτο εναγόμενο, δεν ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας (έστω άκυρης), αλλά της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών εκ μέρους της ενάγουσας, ως ελεύθερης επαγγελματία, όπως, άλλωστε, επιβάλλει ρητώς στους εκτελωνιστές και το άρθρο 13 παρ.1 περίπτωση (ζ) του ν. 718/1977 (όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο), στην οποία, όμως (σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών) ...
δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος Χ. Μ., υιός του πρώτου εναγομένου, εκτελωνιστής επίσης, διατηρούσε, από το έτος 2010 και μετά, στην ..., εκτελωνιστικό γραφείο, δραστηριοποιούμενος ανεξάρτητα από τον ήδη, εξ άλλου, συνταξιοδοτηθέντα πρώτο εναγόμενο.
Και ο εναγόμενος αυτός συνεργάσθηκε με την ενάγουσα, από τις αρχές του έτους 2010 έως και την 30.9.2010, με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, προκειμένου η τελευταία να εκτελέσει κατ7 αποκοπή εκτελωνισμούς για λογαριασμό πελατών αυτού και εξέδωσε, προς τούτο, τέσσερα συνολικά (τα με αριθμούς ....3.2010, ....6.2010, ....6.2010 και ....9.2010) συγκεντρωτικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών προς τον εναγόμενο αυτόν, τα οποία ήταν θεωρημένα νομίμως από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
και ανέγραφαν, ως αντικείμενο εργασιών 'παροχή υπηρεσιών' τους εκτελωνισμούς αυτούς, η ενάγουσα διεκπεραίωνε, επίσης, κατά τον τρόπο και κατά το χρόνο, που αυτή έκρινε και χωρίς να υπόκειται στην εποπτεία και τον έλεγχο του ανωτέρω εναγομένου, ... ενώ ήταν ελεύθερη να αναλαμβάνει, συγχρόνως, εκτελωνιστικές εργασίες και για λογαριασμό προσωπικών της πελατών (βλ.
από ...1.2010 - ....9.2010 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών -πλην των προαναφερομένων που αφορούν τον δεύτερο εναγόμενο- σε δικούς της προσωπικούς πελάτες, όπως ...., ... Α.Ε. κ.λπ.). Και εν προκειμένω, η ενάγουσα δεν εργαζόταν, με βάση καθημερινό ωράριο, που είχε καθορισθεί είτε με συμφωνία των διαδίκων είτε από τον δεύτερο εναγόμενο, αλλά, ανάλογα με τον χρόνο, που απαιτούσε η κάθε εργασία εκτελωνισμού, που αναλάμβανε να διεκπεραιώσει στις τελωνειακές υπηρεσίες (εντός, βέβαια, του ωραρίου λειτουργίας των εν λόγω υπηρεσιών) και μετά ήταν ελεύθερη να χρησιμοποιήσει τον χρόνο της, όπως αυτή ήθελε.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν υποχρεωμένη να παραμένει σε κατάσταση ετοιμότητας για εργασία, σε όλο το καθημερινό ωράριο λειτουργίας των διαφόρων υπηρεσιών, αλλά μετά την διεκπεραίωση των εργασιών, που της ανέθετε ο δεύτερος εναγόμενος, ήταν ελεύθερη να ασχοληθεί και με τις προσωπικές της εργασίες.
Η συνεργασία της ενάγουσας και του δευτέρου εναγομένου διεκόπη, την 30.9.2010, οπότε και εκδόθηκε το τελευταίο τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών εκ μέρους της ενάγουσας προς τον εναγόμενο αυτόν. Επομένως και, εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε, η σχέση, που συνέδεε την ενάγουσα με τον δεύτερο εναγόμενο ήταν εκείνη της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως, άλλωστε, επιβάλλει, ρητώς, στους εκτελωνιστές και το άρθρο 13 παρ.1 περίπτωση (ζ) του ν. 718/1977 (όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο), στην οποία, όμως, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου.
Κατόπιν των ανωτέρω, εφ' όσον η σχέση, που συνέδεε την ενάγουσα μ£ τους εναγομένους, αντιστοίχως, ήταν εκείνη της σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση επιδομάτων εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα), αποδοχών και επιδόματος αδείας ως και αποζημίωσης απόλυσης, έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή (ως προς την κυρία της βάση), ως ουσιαστικά αβάσιμη ...
Η επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, από την εκκαλούμενη απόφαση και, κατά τούτο, η τελευταία δεν εκκαλείται".
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο και κατά τα εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις, διέλαβε στην 5426/2018 απόφασή του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της μεταξύ των διαδίκων έννομης σχέσεως, στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από 30.8.1996 μέχρι 30.9.2010. Επομένως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την εφαρμογή των άρθρων 648 ΑΚ, 6 α.ν. 765/1943, 2 α.ν. 539/1945, 1 ν. 1346/1983 και 3 παρ.16 ν. 4504/1966, 1 παρ.1 ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 1 της 12921/1981 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως η αναιρεσείουσα επικαλείται. Ειδικότερα, κατά τις προηγούμενες ουσιαστικές παραδοχές, πράγματι, η αναιρεσείουσα δεν τελούσε υπό την εξάρτηση των αναιρεσιβλήτων, η μεταξύ των διαδίκων έννομη σχέση, στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από 30.8.1996 μέχρι 30.9.2010, είχε τον χαρακτήρα της συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας δεν εφαρμόζονται στη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών και, συνεπώς, δεν οφείλονται αποζημίωση καταγγελίας, αποδοχές αδείας καθώς και επιδόματα αδείας και εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους και Πάσχα. Μετά ταύτα, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθία, εφ' όσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν η από 3.12.2018 αίτηση αναιρέσεως (κύριο δικόγραφο) και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, που ασκήθηκε, με το από 16.10.2019 ίδιο δικόγραφο κατά της 5426/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζονται στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ [άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 ΚΠολΔ, 480 ΑΚ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3.12.2018 αίτηση αναιρέσεως και τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, που ασκήθηκε με το από 16.10.2019 ίδιο δικόγραφο, κατά της 5426/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε, στην Αθήνα την 10 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 12 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ