Legislator Case Law & Legislation
1064/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on employee's right to withhold work due to unpaid wages.

Case Number 1064/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court of Athens regarding a labor dispute. The appellants argued that the lower court contradicted itself by finding the employer had fully paid wages while simultaneously deeming the employees' right to withhold work abusive. The court ruled that the lower court's reasoning was consistent, noting the employer's inability to collect debts due to the economic crisis justified the rejection of the withholding claim. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondents' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; The court may examine an appeal ex officio if a summoned party fails to appear, and a lower court's finding that an employer's inability to collect debts justifies rejecting a worker's right to withhold work is not contradictory to a finding of partial payment.

Keywords

AI generated
right to withhold work labor dispute abuse of rights economic crisis appeal dismissal legal costs contradiction in reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1102/2003 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1064 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1064/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: 1) Φ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., 2) Κ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., 3) Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., ενεργούντος ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου τής 4) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., εκ των οποίων παραστάθηκαν ο πρώτος διά και οι υπόλοιποι μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευθυμίου Μικρού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Τ. του Π., κατοίκου ..., 2) Κ. Τ. του Π., κατοίκου ..., 3) Ε. Τ. του Π., συζύγου Σ. Ν., κατοίκου ... και 4) Φ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ως καθολικών διαδόχων του Σ. Τ. του Π., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. 5) R. P. του K., κατοίκου ..., 6) R. S. του S., κατοίκου ..., αμφότεροι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μελισσάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 7) Δ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. 8) B. D. του B., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. 9) T. S. του D., κατοίκου ..., 10) Π. Τ. του Α., κατοίκου ..., 11) Χ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 12) Ά. Μ. του Κ., κατοίκου ... και 13) Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μελισσάνη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 3377/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η 1426/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-3-2017 αίτησή τους, που κατατέθηκε αρμοδίως την 10-4-2017.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις .../27-9-2017, .../28-9-2017, .../27-9-2017, .../27-9-2017, .../27-9-2017, .../28-9-2017 εκθέσεις επίδοσης των Φ. Π., Κ. Β. και Α. Γ., δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση των αναιρεσειόντων προς τους 1ο, 2ο, 3η, 4ο, 7ο και 8ο από τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ’ αυτούς. Οι αναιρεσίβλητοι αυτοί, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσαν κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ’ αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία των ανωτέρω αναιρεσίβλητων (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).

2. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2) προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη, από 17-3-2013 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι (στη θέση του πρώτου εκ των οποίων, Σ. Τ., που αποβίωσε, έχουν υπεισέλθει οι κληρονόμοι του, ήδη 1ος, 2ος, 3η και 4ος από αυτούς) ως εργαζόμενοι στην τότε πρώτη από τους εναγομένους, ομόρρυθμη εταιρία της οποίας εταίροι ήσαν οι 2ος, 3ος και 4ος από αυτούς (ήδη 1ος, 2ος και 3ος από τους αναιρεσείοντες) και η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε στην πέμπτη από τους εναγομένους, ανώνυμη εταιρία (ήδη τέταρτη από τους αναιρεσείοντες), μεταξύ άλλων αιτημάτων που δεν αποτελούν αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον καθένα από αυτούς διαφορετικά χρηματικά ποσά ως α) διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο μέχρι Αύγουστο 2010, β) δεδουλευμένες, αλλά μη καταβληθείσες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από Αύγουστο μέχρι 19-12-2011, γ) αμοιβές για παρασχεθείσα εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου, αν και κατά τη σύμβαση είχαν υποχρέωση να εργάζονται με το σύστημα του πενθημέρου, δ) αποδοχές για μη χορηγηθείσα άδεια αναψυχής κατά το έτος 2011, ε) επίδομα αδείας για το έτος 2011 και στ) προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας, λόγω υπαίτιας μη χορήγησης αυτούσιας άδειας.

Κατά τη συζήτηση της αγωγής, οι εναγόμενοι, πέραν των λοιπών αμυντικών ισχυρισμών, με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκε στις προτάσεις τους, προέβαλαν ένσταση μερικής καταβολής των επίδικων κονδυλίων. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκαν ότι η εξόφληση των οφειλομένων απαιτήσεων για ένα έκαστο των εναγόντων έγινε εκ μέρους των εναγομένων σύμφωνα με τα ποσά που είχαν εγγράφως μεταξύ τους εκκαθαρισθεί κατά τη συζήτηση της προσφυγής τους στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, τον Οκτώβριο 2011, όπου και είχε συμφωνηθεί να καταβληθούν μέχρι τέλος Μαρτίου 2012.

Ότι αυτό συνέβη με καταβολή στους τραπεζικούς λογαριασμούς των 5ου, 9ου, 10ου, 11ου και 13ου και με δημόσια κατάθεση υπέρ των 1ου, 2ου, 4ου, 6ου, 7ου και 8ου. Και ότι τα οφειλόμενα ποσά σε κάθε ενάγοντα αναφέρονται στον προσκομιζόμενο και επικαλούμενο εκ μέρους τους πίνακα για το διάστημα από Μάιο 2011 έως και την 16-12-2011, ημερομηνία έως την οποία παρείχαν την εργασία τους και συνοδεύονται από τις σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 3377/2013 απόφασή του, έκρινε απαράδεκτη, ως αόριστη, την ένσταση ως προς τα λοιπά κονδύλια της αγωγής, πλην αυτών για αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, ως προς τα οποία την έκανε εν μέρει δεκτή και καταλόγισε αναλόγως τα καταβληθέντα. Οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις.

Με την ήδη προσβαλλόμενη 1426/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφτηκε η έφεση των εναγομένων και έγινε δεκτή η έφεση των εναγόντων. Το εφετείο, ύστερα από μερική εξαφάνιση της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως, επιδίκασε στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην απόφασή του ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές, για αποδοχές εργασίας κατά τα Σάββατα, για αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας.

Κατόπιν, οι εναγόμενοι άσκησαν την ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

3. Κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα μόνο από το δικονομικό δίκαιο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 262 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι αόριστη.

Η αοριστία αυτή εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, που ορίζει ότι "η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή", συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής.

Επομένως, για να είναι ορισμένη η από τον εναγόμενο εργοδότη υποβαλλόμενη ένσταση ολικής ή μερικής εξόφλησης ενδίκων οικονομικών αξιώσεων του εργαζόμενου από σχέση εργασίας, με την επίκληση και απόδειξη μιας ή περισσότερων καταβολών, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον εναγόμενο, εκτός εάν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία, καθώς και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων, που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (ΑΚ 3, 174 και 679, 8 του ν. 2112/1920, 8 παρ.4 του ν. 4020/1959).

Για το λόγο αυτό, άλλωστε, με το άρθρο 18 παρ.1 του ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας που θα απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ’ αυτών κρατήσεις (ΑΠ 176/2010).

4. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού ανέπτυξε ορθή νομική σκέψη ανάλογη προς αυτήν που ήδη αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.3) και παρέθεσε συνοπτικώς το περιεχόμενο του περί καταβολής ισχυρισμού, έκρινε σχετικώς ότι σ’ αυτόν δεν προσδιορίζεται ούτε ο ακριβής χρόνος καταβολής των οφειλομένων σε κάθε ενάγοντα, ούτε τα σε έκαστο εξ αυτών καταβληθέντα ποσά, καθώς και η αιτία καταβολής του κάθε ποσού.

Ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ ασκούνται με την αγωγή περισσότερες από μία αξιώσεις από σύμβαση εργασίας, ήτοι για δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές αδείας έτους 2011 με προσαύξηση 100% και επίδομα αδείας (αληθώς: και διαφορές αποδοχών και αμοιβές Σαββάτου) και προβάλλεται από τον εργοδότη ισχυρισμός περί καταβολής σε κάθε εργαζόμενο κάποιων ποσών, που καλύπτουν κατά ένα μέρος τις ένδικες αξιώσεις, δεν γίνεται αναφορά στην κάθε αιτία και το επί μέρους ποσό, που καταβλήθηκε γι’ αυτή.

Κατόπιν αυτού, το εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, έκανε δεκτή την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε μερικώς την τότε εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε ως αόριστο και απαράδεκτο τον περί μερικής εξοφλήσεως αμυντικό ισχυρισμό των εναγομένων, στο σύνολό του. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, διότι ο περί εξοφλήσεως ισχυρισμός με το προδιαληφθέν περιεχόμενο (βλ.

παραπάνω, αρ.2) δεν ήταν ορισμένος Πράγματι, ο ισχυρισμός δεν περιλάμβανε αναφορά σε ποιες από τις ένδικες αξιώσεις και σε ποια έκταση για την καθεμιά αντιστοιχούσε το συνολικώς σε κάθε ενάγοντα καταβληθέν ποσό. Και είναι μεν αληθές ότι στο αναιρετήριο, τώρα, διευκρινίζεται ότι το ποσό που καταβλήθηκε στον καθένα αντιστοιχούσε στις κατά το χρόνο καταβολής δεδουλευμένες και εισέτι οφειλόμενες αποδοχές, το ύψος των οποίων συναγόταν από το περιεχόμενο της αγωγής.

Παρατηρείται, όμως, ότι τέτοια αναφορά δεν υπήρχε στις προτάσεις των εναγομένων όπου και έπρεπε να έχει αναπτυχθεί επαρκώς ο σχετικός ισχυρισμός, ενόψει του ότι με την αγωγή ζητούνταν όχι μόνο τα δεδουλευμένα, αλλά και διαφορές αποδοχών, ως και πρόσθετες αμοιβές, ήτοι για διαφορετικές αιτίες. Επομένως, ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 1102/2003).

6. Στην προκείμενη περίπτωση, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια ισχυριζόμενοι ότι, ενώ το εφετείο δέχεται ότι υπήρξαν απολύτως συνεπείς στις εκ των συμβάσεων εργασίας έναντι των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων υποχρεώσεις και ότι, μάλιστα, συμφώνησαν ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας να καταβάλουν πλήρως στους ενάγοντες τα οφειλόμενα και το επίδομα Χριστουγέννων 2011, σταδιακά σε δόσεις έως το Μάρτιο 2012 και ότι, πράγματι, τα κατέβαλαν, όπως είχαν συμφωνήσει, με συνέπεια να είναι ανίσχυρο το ασκηθέν από τους ενάγοντες δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας τους, εν τούτοις αντιφατικά προς τα άνω δέχεται ότι οφείλουν τις ένδικες απαιτήσεις αυτών, διότι [δήθεν] η επικαλούμενη ένστασή τους για εξόφληση αυτών είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Σύμφωνα, όμως, με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας εκ μέρους των εναγόντων κρίθηκε καταχρηστική όχι επειδή οι εναγόμενοι κατέβαλαν πλήρως τα οφειλόμενα, περί των οποίων υπάρχει σαφής παραδοχή ότι δεν καταβλήθηκαν γι’ αυτό και επιδικάσθηκαν από το εφετείο, αλλά διότι η επίσχεση έγινε και διατηρήθηκε σε χρόνο που η εργοδότρια εταιρία, λόγω της οικονομικής κρίσης, βρέθηκε σε αδυναμία εισπράξεως των δικών της απαιτήσεων και, παρά την επίδειξη καλής διάθεσης έναντι των εναγόντων με την καταβολή του δώρου Χριστουγέννων 2011 και την υπόσχεση ότι θα καταβάλει σε δόσεις τα οφειλόμενα μέχρι το Μάρτιο 2012 αν οι ενάγοντες επιστρέψουν στην εργασία τους.

Και διότι αυτοί αρνήθηκαν να επιστρέψουν και με τον τρόπο αυτό να τη συνδράμουν στην εκπλήρωση των προς τρίτους ανειλημμένων υποχρεώσεων (έγκαιρη εκτέλεση παραγγελιών), η οποία θα εξασφάλιζε πόρους (είσπραξη των αντίστοιχων αμοιβών) που θα της επέτρεπαν να φανεί συνεπής έναντι αυτών. Οι παραδοχές αυτές ουδόλως τελούν σε αντίφαση μεταξύ τους.

Πράγματι, η προσβαλλόμενη τότε μόνο θα είχε αντιφατικές αιτιολογίες, αν από τη μία απέρριπτε ως αόριστη την ένσταση ολοσχερούς εξόφλησης και από την άλλη δεχόταν ότι οι απαιτήσεις είχαν εξοφληθεί πλήρως και ολοσχερώς, κρίνοντας γι’ αυτό το λόγο την επίσχεση των εναγόντων καταχρηστική. Τέτοια παραδοχή, όμως, δεν υπήρξε.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-3-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 1426/ 2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19η Απριλίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ