1064/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1064/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σ. Μ. συζ. Κ., κατοίκου ..., για τμήμα 109,58 τ.μ. του ...1, 53. Ψ. Μ. συζ. Θ., κατοίκου ..., για ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο ..., 54. Κ. Μ. συζ. Ε., κατοίκου ..., για τμήμα 110,70 τ.μ. του ..., 55. Γ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., για τμήμα 188,78 τ.μ. του ..., 56. Ρ. Β. του Θ., κατοίκου ..., ..., 48 και 57. Π. Κ., κατοίκου ..., ...8, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Full text
Απόφαση 1064 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1064/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Ε. του Α., κατοίκου ..., ..., 2. Κ. Κ. Δ., κατοίκων ..., ..., 3. Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ..., 4. Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ..., 5. Κ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ..., 6. Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ..., 7. Τ. Ε. του Δ., ..., 8. Φ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., ..., 9. Α. Ε. του Ν., κατοίκου ..., ..., 10. Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ..., 11. Α. Ε. του Ι., κατοίκου ..., ..., 12.
Β. Ν. του Ε., κατοίκου ..., ..., 13. Β. Ν. του Ε., κατοίκου ..., ..., 14. Β. Β., κατοίκου ..., ..., 15. Γ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ..., 16. Δήμου …, που εδρεύει στον ..., ..., 23, 17. Ιεράς Μονής ..., που εδρεύει στο ..., ..., 18. Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ..., 19. Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ..., 20. Κ. Ν. του Γ., ...1, 21. Κ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ...3, 22. Κ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ...9, 23.
Κ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ...6, 24. Μ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ...5, 25. Μ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ...8, 26. Μ. Δ., κατοίκου ..., ...7, 27. Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ..., 28. Π. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ..., 29. Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ..., 30. Π. Ι. του Γ., κατοίκου ..., ...8, 31. Π. Δ. του Μ., κατοίκου ..., ...7, 32. Κ. Π. Ι., κατοίκων ..., ...7, 33. Σ. Ε. του Ζ., κατοίκου ..., ..., 34. Σ.
Σ. του Ζ., κατοίκου ..., ...1, 35. Σ. Κ., κατοίκου ..., ...1, 36. Σ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ..., 37. Φ. Μ. του Η., κατοίκου ..., ...0, 38. Χ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ...6, 39. Χ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., ...4, 40. Χ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ..., 41. Μ. Μ. συζ. Δ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., ...0 και κατά ποσοστό 1/2 στο ...9, 42. Κ. Χ., κατοίκου ..., για ποσοστό 1/2 στο ...9, 43. Μ. Σ.
του Δ., κατοίκου ..., ..., 44. Κ. Α. συζ. Χ., το γένος Γ. Π., ..., 33, 39, 36, 45. Β. Α. του Ν., κατοίκου ..., ..., 4, 46. Μ. Ξ. χας Α., το γένος Γ. Φ., κατοίκου ..., ..., 47. Χ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ..., 48. Α. Ε. του Α., κατοίκου ..., για τμήμα έκτασης 26,56 τ.μ. του ..., 49. Β. Ε. του Κ., ..., 50. Δ. Μ. συζ. Μ., κατοίκου ..., για τμήμα 119,38 τ.μ. του ..., 51. Γ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., ..., 52.
Σ. Μ. συζ. Κ., κατοίκου ..., για τμήμα 109,58 τ.μ. του ...1, 53. Ψ. Μ. συζ. Θ., κατοίκου ..., για ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο ..., 54. Κ. Μ. συζ. Ε., κατοίκου ..., για τμήμα 110,70 τ.μ. του ..., 55. Γ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., για τμήμα 188,78 τ.μ. του ..., 56. Ρ. Β. του Θ., κατοίκου ..., ..., 48 και 57. Π. Κ., κατοίκου ..., ...8, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-12-2005 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 605/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης και συνεκδικάστηκε με τις από 6-2-2006, 28-8-2006 και 1-2-2008 αιτήσεις των ήδη 1ου, 49ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, καθώς και με τις (διά των προτάσεων) ανταιτήσεις και παρεμβάσεις oρισμένων εκ των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 147/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-1-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 7-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε 1) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τους 2 και 32 των αναιρεσιβλήτων, 2) να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, εκτός από τους 1ο και 48ο, 4η και 49η απ’ αυτούς και 3) να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αίτησης αναιρέσεως πρέπει να περιέχει, για την πληρότητα και το παραδεκτό της, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, άρα και το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο και την κατοικία όλων των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων τους (άρθρ. 118 αριθμ. 3 - βλ.
και άρθρα 217-216 του πιο πάνω Κώδικα). Η παράλειψη ή ακόμη και η εσφαλμένη αναγραφή των στοιχείων αυτών συνεπάγεται ακυρότητα του δικογράφου, εφόσον δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου που τα στοιχεία του δεν είναι πλήρη. Στην παρούσα περίπτωση, η υπό κρίση, από 25-1-2010 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-1-2010, αίτηση για αναίρεση της 147/2009 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Κρήτης, με την οποία καθορίστηκε οριστικά τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα αναφερόμενα ακίνητα (εδαφικές εκτάσεις, επικείμενά τους, μείωση αξίας εδαφικών τμημάτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση) που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στρέφεται και κατά α) των "...
Δ. Κ., κατοίκων ..., οδός ... (με αύξοντα αριθμό… στην αίτηση) και β) των "... Ι. Π., κατοίκων ..." (με αύξοντα ... στην αίτηση). Έτσι όμως η παράλειψη των στοιχείων ταυτότητας των αναιρεσιβλήτων αυτών δημιουργεί αναμφισβήτητα αδυναμία προσδιορισμού των εν λόγω προσώπων, καθόσον παραμένει άγνωστος ο αριθμός τους και το όνομά τους, καθώς και αμφίβολο το πατρώνυμο και το επώνυμό τους, γιατί όταν πρόκειται για κληρονόμους εξ αδιαθέτου και πολύ περισσότερο από διαθήκη δεν είναι δεδομένο ότι θα έχουν ως πατρώνυμο το όνομα του κληρονομουμένου, ούτε ως επώνυμο το δικό του, αφού μπορεί κληρονόμοι του να είναι και φυσικά πρόσωπα, έστω και συγγενείς, με διαφορετικά όμως στοιχεία ταυτότητας είτε ακόμη και νομικά πρόσωπα (σε περίπτωση διαθήκης).
Επομένως, η παράλειψη των στοιχείων αυτών (που καθιστά ακόμη και αδύνατο τον έλεγχο της νόμιμης κλήτευσής τους, αν δεν παρασταθούν στη δίκη) έχει ως αποτέλεσμα την ακυρότητα του δικογράφου, το οποίο και πρέπει να απορριφθεί ως προς τους παραπάνω αναιρεσιβλήτους.
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ’ και δ’ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδάφ.
β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "στις περιπτώσεις που η προφορική συζήτηση δεν είναι υποχρεωτική, οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν με κοινή δήλωση, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση.
Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους μόνο πληρεξουσίους. Η δήλωση αυτή παραδίνεται στην περίπτωση κοινής δήλωσης από έναν τουλάχιστον πληρεξούσιο δικηγόρο και στην περίπτωση μονομερούς δήλωσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο.
Στις παραπάνω περιπτώσεις, η συζήτηση περατώνεται με μόνη την εκφώνηση της υπόθεσης. Μόνο δήλωση βίαιης διακοπής της δίκης είναι παραδεκτή. Μπορεί όμως το δικαστήριο, αν προβάλλονται άλλοι διαδικαστικοί ισχυρισμοί, να αναβάλει την υπόθεση σε σύντομη δικάσιμο με πρακτικό στο οποίο καταχωρίζονται και οι ισχυρισμοί αυτοί.
Στη δικάσιμο αυτή καλούνται όσοι διάδικοι δεν ήταν παρόντες κατά την αναβολή, ενώ οι παρόντες οφείλουν να εμφανιστούν χωρίς κλήτευση και αν δεν παραστούν κατά τη νέα δικάσιμο δικάζονται εξαρχής ερήμην". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 110 παρ. 2, 498, 226 και 573 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά την προσδιοριζόμενη για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο, αρχική (ή και μεταγενέστερη), αναβληθεί αυτή για νέα δικάσιμο, η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο προς συζήτηση, κατά τη νέα αυτή δικάσιμο, δεν ισχύει, κατ’ εξαίρεση όσων αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ.
δ’ ΚΠολΔ, ως κλήτευση όλων των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνων που ήταν παρόντες ή δεν εμφανίστηκαν καθόλου, κατά την αρχική (ή τη μεταγενέστερη μετ’ αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ νέου η υπόθεση), εφόσον οι τελευταίοι είχαν κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο. Οι διάδικοι όμως που κατά την αρχική (ή τη μεταγενέστερη μετ’ αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία δόθηκε νέα αναβολή), δεν ήταν παρόντες, αλλά είχαν καταθέσει δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, αντίθετα, να καλούνται στις οριζόμενες σχετικά προθεσμίες, με την επίδοση σ’ αυτούς πρακτικού της αναβολής ή πιστοποιητικού του αρμόδιου γραμματέα για την αναβολή αυτή (ΑΠ 819/2015, ΑΠ 213/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της ένδικης πιο πάνω αίτησης αναιρέσεως ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 21-10-2016, κατά την οποία ο 16ος των αναιρεσιβλήτων Δήμος ... εκπροσωπήθηκε με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του Δ. Σ., σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά τη δικάσιμο αυτή (21-10-2016), η συζήτηση της αναίρεσης αναβλήθηκε με αίτηση ορισμένων αναιρεσιβλήτων για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (19-5-2017).
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την εν λόγω δικάσιμο (19-5-2017), δεν εκπροσωπήθηκε ο παραπάνω 16ος αναιρεσίβλητος, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από τα έγγραφα, όμως, της δικογραφίας, δεν προκύπτει αν ο αναιρεσίβλητος αυτός, που κατά την αρχική δικάσιμο της 21ης-10-2016 δεν ήταν παρών αλλά είχε παραστεί με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, κλήθηκε να παραστεί κατά τη νέα, μετ’ αναβολή, δικάσιμο της 19ης-5-2017.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως ως προς αυτόν, να χωριστεί η υπόθεση και να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης ως προς όσους αναιρεσιβλήτους έχουν κλητευθεί νόμιμα, κατά τη διάταξη της παρ. 4 εδάφ. τελευταίο του άρθρ. 22 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", η οποία προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/ 10-4-2012), όπως θα αναφερθεί στην επόμενη σκέψη της παρούσας.
Όπως έχει προεκτεθεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, σύμφωνα, με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 22 του ν. 2882/2001, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012, "4. Σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19.
Για την προθεσμία κλήτευσης ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 568 ΚΠολΔ του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας... Σε κάθε περίπτωση, επί των υποθέσεων αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 576 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους έχουν κλητευθεί".
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου 146 του ίδιου ν. 4070/2012, η νέα αυτή παράγραφος 4 του άρθρου 22 ν. 2882/2001 εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος αιτήσεις αναιρέσεως (ΑΠ 205/2017, ΑΠ 295/2014). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πιστοποιητικά που με επίκληση προσκομίζει το αναιρεσείον, αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με την πράξη προσδιορισμού συζήτησής για τη δικάσιμο της 21-10-2016 που ορίστηκε αρχικά, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (19-5-2017), τοιχοκολλήθηκαν, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο, στο κατάστημα του Δικαστηρίου τούτου (23-3-2016) και στο δημοτικό κατάστημα του Δήμου ...
Νομού Ηρακλείου Κρήτης (14-4-2016), στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα απαλλοτριωμένα. Επίσης, ειδοποίηση, με το αναγκαίο, κατά νόμο, περιεχόμενο, δημοσιεύτηκε σε τρεις αθηναϊκές εφημερίδες [1) "...", φύλλο ... της 10-5-2016, 2) "...", φύλλο ... της 10-5-2016 και 3) "...", φύλλο ... της 6-5-2016], καθώς και σε μία της Κρήτης ["...", φύλλο ...
της 6-5-2016]. Επομένως, οι αναιρεσίβλητοι (με εξαίρεση τις ομάδες 2 και 32, καθώς και τον 16ο απ’ αυτούς Δήμο ..., για τους οποίους έγινε λόγος στις προηγούμενες σκέψεις), οι οποίοι, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε κατέθεσαν δηλώσεις (άρθρα 242 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), κλητεύθηκαν νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν προπαρατεθεί.
Γι’ αυτό, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι αυτοί, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια, αλλά η εν λόγω διάταξη παρέχει μόνο οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 635/ 2017, ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 844/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Για να είναι ορισμένος ο παρών λόγος, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ. 20/ 2005, ΑΠ Ολομ. 28/1998).
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007). Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων, κυρίως τα αναφερόμενα συγκριτικά στοιχεία (δικαστικές αποφάσεις καθορισμού αποζημίωσης) που όμως δεν είναι πρόσφορα, γιατί αφορούν ακίνητα που δεν είναι παρακείμενα και ομοειδή με τα επίδικα απαλλοτριωμένα, ενώ, αντίθετα, δεν θεώρησε πρόσφορο στοιχείο την αντικειμενική αξία των τελευταίων, όπως αυτή προσδιορίζεται στο ...13-5-2005 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ηρακλείου.
Ο λόγος αυτός, ο οποίος εκτιμάται ότι θεμελιώνεται και στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις πιο πάνω διατάξεις, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), ανεξάρτητα και από το γεγονός ότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται οι σχετικές κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Πάντως, αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, και το έγγραφο αυτό (8ο φύλλο - α’ όψη αυτής) και, συνακόλουθα, το Εφετείο, εν πάση περιπτώσει, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης και που αναφέρονται στα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4, εδάφ. α-γ, του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου με το άρθρο 31 περ. ε’ ν. 3130/2003 και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 130 παρ. 1 και 2 ν. 4070/2012 και 76 παρ. 10 ν. 4146/2013), "Η δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξούσιων δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Προκειμένου περί απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζεται το άρθρο 22 του ν. 3693/1957". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες, εναρμονιζόμενες προς τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 εδάφιο τελευταίο του άρθρου 17 του Συντάγματος, αποσκοπούν στη μη φαλκίδευση της οφειλόμενης στον καθ’ ου η απαλλοτρίωση πλήρους αποζημίωσης μέσω επιβαρύνσεων του τελευταίου, έστω και με μέρος των εξόδων της δίκης για τον καθορισμό της, συνάγεται ότι στη δίκη αυτή (καθορισμού αποζημίωσης αναγκαστικά απαλλοτριωμένων ακινήτων), κατά παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες των άρθρων 173 επ.
του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφενός μεν η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υπόχρεου σε αποζημίωση και αφετέρου αποκλείεται ο ολικός ή μερικός συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων, καθώς και η κατανομή του οικείου ποσού ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός από τους διαδίκους.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του ίδιου πιο πάνω άρθρου (εδάφ. δ’ και ε’ ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20.
Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το εφετείο αποφαίνεται ενιαία τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ίδιου νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και, συνεπώς, μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107, 109, 110, 111 και 114 παρ. 5 του ν.δ. 3026/1954 ("περί του Κώδικος των Δικηγόρων"), που ίσχυε κατά το χρόνο της συζήτησης των ένδικων αιτήσεων, ανταιτήσεων και παρεμβάσεων ενώπιον του Εφετείου.
Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα έξοδα που έγιναν και ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης (άρθρ. 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και συγκεκριμένα α) σε 2% για τη σύνταξη αίτησης ή ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) σε 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή της ανταίτησης και της παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) σε 2% για την άσκηση ανταίτησης ή παρέμβασης με τις προτάσεις ή τη σύνταξη απλών προτάσεων του καθ’ ου (ΑΠ Ολομ. 14/2011, ΑΠ 844/2015, ΑΠ 158/ 2014, ΑΠ 1747/2011).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, σε σχέση με το κεφάλαιο της πληττόμενης απόφασης που αφορά τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε στους αναιρεσιβλήτους και ειδικότερα την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, το αναιρεσείον, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην απόφαση αυτή την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερόμενες διατάξεις, με το να καθορίσει την αμοιβή που επιδικάστηκε στους πληρεξούσιους δικηγόρους εκείνων από τους αναιρεσιβλήτους που άσκησαν ανταιτήσεις και παρεμβάσεις με τις προτάσεις τους, που κατέθεσαν τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου όσο και ενώπιόν του, σε ποσοστό 3% επί της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά, ενώ έπρεπε να καθορίσει την αμοιβή τους αυτή, για τη σύνταξη και την κατάθεση των ανταιτήσεων και παρεμβάσεων που ασκήθηκαν με τις προτάσεις, σε ποσοστό 2% επί της υπόψη αποζημίωσης, με εξαίρεση την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων των αναιρεσιβλήτων α) Ε.
Α., β) Μ. Κ. και γ) Ε. Β. (1ου και 48ου, 4ης και 49ης, αντίστοιχα, στο αναιρετήριο), οι οποίοι άσκησαν αυτοτελείς αιτήσεις (με ιδιαίτερα δικόγραφα) ενώπιον του Εφετείου και κατέθεσαν και προτάσεις. Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης για τα περιγραφόμενα ακίνητα, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας με τη, νόμιμα δημοσιευμένη, 1099661/8997/Δ0010/5-1-2005 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, ασκήθηκαν, ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, από το αναιρεσείον και τους εν λόγω τρεις αναιρεσιβλήτους, τέσσερις αιτήσεις με τα από 26-12-2005, 6-2-2006, 1-2-2008 και 28-8-2006, αντίστοιχα, δικόγραφα (με αύξοντες αριθμούς κατάθεσης ...2006, αντίστοιχα) που συνεκδικάστηκαν με ανταιτήσεις και παρεμβάσεις που άσκησαν όσοι από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους παραστάθηκαν στη δίκη εκείνη.
Εξάλλου, στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, κατά την οποία εκδόθηκε η 605/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ασκήθηκε μόνο η από 9-6-2005 (με στοιχεία κατάθεσης .../10-6-2005) αίτηση του αναιρεσείοντος που συνεκδικάστηκε με ανταιτήσεις και παρεμβάσεις που ασκήθηκαν με τις προτάσεις των ενδιαφερομένων.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο με το να καθορίσει, κατά τις παραδοχές του, την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων και εκείνων από τους αναιρεσιβλήτους -ανταιτούντες - παρεμβάντες που άσκησαν ανταιτήσεις και παρεμβάσεις με τις προτάσεις τους, τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όσο και ενώπιόν του, σε ποσοστό 3% επί της αποζημίωσης, αντί ποσοστού 2% επί της αποζημίωσης αυτής, ενιαία και για τις δύο διαδικασίες, για τη σύνταξη και την κατάθεση των ανταιτήσεων και των παρεμβάσεων με τις προτάσεις, παραβίασε, ευθέως, τις προπαρατιθέμενες διατάξεις που είναι και ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 358/2017, ΑΠ 218/2003).
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, με την εξαίρεση, βέβαια, ως προς τους πιο πάνω τρεις αναιρεσιβλήτους, που άσκησαν αυτοτελείς αιτήσεις για τον οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης και κατέθεσαν προτάσεις επ’ αυτών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012), "Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο".
Κατά τις διατάξεις δε του άρθρου 20 παρ. 2 και 4 του ίδιου Κώδικα, όπως η παράγραφος 2 ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 76 παρ. 13 του ν. 4146/ 2013, "Μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται, και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής.
Εάν η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου δεν επεδόθη, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης... (παρ. 2). Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση" (παρ. 4).
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία που υφίσταται ο ιδιοκτήτης, γιατί το τμήμα, που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του. 2) Στην περίπτωση αυτή (μείωσης αξίας κ.λπ.), ο ιδιοκτήτης της δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης. 3) Αν ο ιδιοκτήτης δεν ζήτησε τον καθορισμό και την παροχή τέτοιας αποζημίωσης κατά τη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της, που οφείλεται για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, μπορεί να ζητήσει τον καθορισμό αυτής απευθείας από το Εφετείο, είτε με την αίτηση, με την οποία ζητεί τον οριστικό καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριωμένο τμήμα, είτε με ιδιαίτερη αίτηση, η οποία πρέπει να υποβληθεί σε τέτοιο χρόνο, ώστε να είναι δυνατός, με την ίδια απόφαση, ο ενιαίος καθορισμός της αποζημίωσης για το απαλλοτριωμένο και για το τμήμα που απέμεινε και 4) Ο καθορισμός της ιδιαίτερης αποζημίωσης μπορεί να επιδιωχθεί και με αίτηση απευθείας στο Εφετείο και μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας, όταν δεν έχει επιδοθεί η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, εφόσον δεν υπήρχε αίτημα καθορισμού και για το τμήμα που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση και, ως εκ τούτου, το αίτημα καθορισμού τιμής μονάδας για το εν λόγω τμήμα δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης εκείνης.
Δεν συντρέχει, όμως, η περίπτωση αυτή, όταν στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου υποβλήθηκε από τον καθ’ ου η αίτηση, εικαζόμενο δικαιούχο της αποζημίωσης, ανταίτηση για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα του ακινήτου που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση μέρους αυτού, αλλά το δικαστήριο εκείνο δεν ασχολήθηκε με την ανταίτηση αυτή και δεν καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση, οπότε θεωρείται ότι την απέρριψε σιωπηρά.
Έτσι, στην περίπτωση αυτή, το αίτημα τούτο αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, οπότε η αίτηση για τον οριστικό καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα του ακινήτου που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, πρέπει να υποβληθεί ενώπιον του Εφετείου, εφόσον η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν έχει επιδοθεί, μέσα στην προθεσμία των έξι (6) μηνών από τη δημοσίευσή της (ΑΠ 522/2007).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4 εδάφιο α’ του ίδιου νόμου 2882/2001, σε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου, όταν στο απαλλοτριούμενο ακίνητο υπάρχουν κτίσματα μόνιμης κατασκευής, δένδρα, φυτείες, όπως συστατικά γενικά του πράγματος, κατά την έννοια των άρθρων 953 επ. του ΑΚ, τα τελευταία απαλλοτριώνονται με το έδαφος του ακινήτου αυτοδίκαια, έστω και αν δεν αναφέρονται στην πράξη της απαλλοτρίωσης.
Επομένως, και γι’ αυτά μπορεί να ζητηθεί ο καθορισμός αποζημίωσης, ακόμη και αν δεν σημειώνεται στον σχετικό κτηματολογικό πίνακα ότι υπάρχουν στο απαλλοτριούμενο ακίνητο (ΑΠ Ολομ. 5/2002, ΑΠ 422/2015, ΑΠ 1902/2009). Η ίδια ρύθμιση που προεκτέθηκε, αναφορικά με τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας κ.λπ.
του εδαφικού τμήματος του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, ισχύει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και για τα επικείμενα του απαλλοτριωμένου ακινήτου, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ιδιαίτερη αποζημίωση και η αξία των επικειμένων (συστατικών) αποτελούν παρεπόμενα αντικείμενα και σύστοιχα αιτήματα της αξίας του απαλλοτριωμένου εδάφους, που πρέπει ενιαία, με μία δικαστική απόφαση, έστω και χωριστά κατ’ είδος (αξία εδάφους, αξία συστατικών, ιδιαίτερη αποζημίωση) να εκτιμηθούν, για να υπάρχει δυνατότητα προσδιορισμού της πλήρους αποζημίωσης, με την οποία συντελείται η απαλλοτρίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, 28 παρ. 1 και 17 παρ. 2 του Συντάγματος.
Στην υπό κρίση περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 (όχι, όμως, και από τον αριθμό 1 που αναγράφεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, εξαιτίας της εκπρόθεσμης άσκησής της, την πιο πάνω, από 1-2-2008 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-2-2008), αίτηση της 4ης των αναιρεσιβλήτων Μ.
Δ. Κ., ως προς το αίτημά της να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το επικείμενο (παλαιό πετρόκτιστο αλώνι περιμετρικά με λαξευτές πέτρες, διαμέτρου 10 μ. και περίμετρο 31,50 μ.) της απαλλοτριωμένης με αριθμό ..., φερόμενης ως δικής της, ιδιοκτησίας, το οποίο δεν αναγράφεται στον σχετικό κτηματολογικό πίνακα και για το οποίο το αναιρεσείον δεν ζήτησε, με τη δική του αίτηση, τον προσδιορισμό οριστικής αποζημίωσης, η οποία, τελικά, καθορίστηκε στο ποσό των 3.000 ευρώ (κατ’ αποκοπή), κατά παραδοχή, εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμης, της αίτησής της, αν και η αίτηση αυτή, με την οποία, επίσης, ζητήθηκε (και έγινε δεκτή) και ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας του εδαφικού τμήματος που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, ασκήθηκε μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 2882/2001 από τη δημοσίευση, στις 19-8-2005, της 605/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον (που πρότεινε το απαράδεκτο αυτό στη δίκη στο Εφετείο) δεν επικαλείται ότι το επίμαχο αίτημα είχε αποτελέσει αντικείμενο της δίκης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, από την παραδεκτή επισκόπηση των κρίσιμων διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι το αίτημα αυτό δεν υποβλήθηκε από το αναιρεσείον, έστω ως αρνητικό αναγνωριστικό (ΑΠ 374/2009, ΑΠ 671/2006), στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, ενώ η ενδιαφερόμενη 4η αναιρεσίβλητη ήταν τότε απούσα.
Συνεπώς, το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δηλαδή με το να μην απορρίψει ως απαράδεκτη την παραπάνω αίτηση, ως προς το αίτημά της αυτό, το οποίο δεν αποτέλεσε αντικείμενο εκείνης της δίκης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ και ο παρών λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 20 παρ. 5 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτή η αντίθετη αίτηση, πρέπει να αναφέρεται στα ίδια ακίνητα που αναφέρεται και η αίτηση προσδιορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και όχι απαραίτητα στα ίδια κεφάλαια της εν λόγω αίτησης. Έτσι, όταν το Ελληνικό Δημόσιο ζητεί με την αίτησή του τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, μπορεί εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση, με αντίθετη αίτηση, που κατατίθεται με τις προτάσεις, μέσα στην παραπάνω προθεσμία των πέντε ημερών πριν από τη συζήτηση, να ζητήσει τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης για συγκεκριμένα επικείμενα του απαλλοτριωμένου ακινήτου, για τα οποία δεν ζητείται καθορισμός αποζημίωσης με την αίτηση του Δημοσίου, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, ζητείται με αυτή ο καθορισμός τιμής μονάδας αποζημίωσης των επικειμένων σ’ αυτό.
Και τούτο, διότι, στην περίπτωση αυτή, οι αντίθετες αιτήσεις αφορούν το ίδιο ακίνητο που αναφέρεται στην κύρια αίτηση του Δημοσίου. Αντίθετη ερμηνεία της διάταξης, που επιβάλλει στον καθ’ ου η απαλλοτρίωση την υποχρέωση να υποβάλει αυτοτελή αίτηση για ένα κεφάλαιο (ιδιαίτερη αποζημίωση, επικείμενα κ.λπ.), παραβιάζει το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι εμποδίζει το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στο δικαστήριο (βλ.
απόφαση της 6-12-2011 ΕΔΔΑ, υπόθεση Α. κατά Ελλάδας - ΑΠ 877/ 2015). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον ίδιο τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση την ίδια πιο πάνω, από τον αριθμό 14 (όχι, όμως, και από τον αριθμό 1 που αναγράφεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο, καθόσον έπρεπε να απορρίψει, ως απαράδεκτο, το αίτημα της 4ης αναιρεσίβλητης Μ.
Δ. Κ. που υπέβαλε ενώπιόν του με την ανταίτησή της που ασκήθηκε εμπρόθεσμα με τις προτάσεις της, ζητώντας να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα μη αναγραφόμενα στον οικείο κτηματολογικό πίνακα επικείμενα της απαλλοτριωμένης παραπάνω ... ιδιοκτησίας, ήτοι τόσο για το προαναφερόμενο αλώνι όσο και για τις στέρνες - υδατοδεξαμενές, πετρόκτιστες ή από μπετόν και πλαστικοποιημένες, όπως και έγινε, κατά ένα μέρος, δεκτή, αφού καθορίστηκε οριστική αποζημίωση α) 3.000 ευρώ, κατ’ αποκοπή και β) 100 ευρώ ανά κυβικό μέτρο χωρητικότητας, αντίστοιχα, μολονότι στη δική του αίτηση, για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, δεν περιεχόταν αίτημα καθορισμού αποζημίωσης για τα συγκεκριμένα επικείμενα (που δεν μνημονεύονταν στον κτηματολογικό πίνακα).
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτο (που το αναιρεσείον είχε προτείνει στη δίκη στο Εφετείο), αφού η κύρια αίτηση αυτού αφορούσε και το ακίνητο της 4ης των αναιρεσιβλήτων με τα επικείμενά του. Ως εκ τούτου, παραδεκτά ασκήθηκε η αντίθετη ανταίτηση της τελευταίας, με την οποία ζήτησε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας, μεταξύ των άλλων, για το ...
ακίνητο και, ειδικά, για όλα τα επικείμενά του (είτε αυτά περιλαμβάνονταν στον κτηματολογικό πίνακα είτε όχι), έστω και αν στην αίτηση του αναιρεσείοντος δεν περιεχόταν αντίστοιχο αίτημα για τα επικείμενα του πιο πάνω ακινήτου που δεν αναγράφονται στον οικείο πίνακα. Άρα, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, κατά το ερευνώμενο δεύτερο σκέλος του, ανεξάρτητα, βέβαια, και από το γεγονός ότι για το παραπάνω αλώνι η 4η αναιρεσίβλητη ζήτησε τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης και με την αυτοτελή αίτησή της.
Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το κεφάλαιο του καθορισμού της αμοιβής των πληρεξούσιων δικηγόρων και εκείνων από τους αναιρεσιβλήτους - ανταιτούντες - παρεμβάντες που άσκησαν ανταιτήσεις και παρεμβάσεις με τις προτάσεις τους, τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όσο και ενώπιον του Εφετείου, σε ποσοστό 3% επί της αποζημίωσης, αντί ποσοστού 2% επί της αποζημίωσης αυτής, ενιαία και για τις δύο διαδικασίες, για τη σύνταξη και την κατάθεση των ανταιτήσεων και των παρεμβάσεων (που ασκήθηκαν με τις προτάσεις).
Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί, κατά το μέρος τούτο, από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδάφ. α’ ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013) και, τελικά, να καθοριστεί η αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, που βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο, στο νόμιμο ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημίωσης.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων, κατ’ άρθρ. 22 παρ. 2 εδάφ. β’ ν. 3693/1957 (ΑΠ 1588/2010).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Ιανουαρίου 2010 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-1-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 147/2009 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Κρήτης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ομάδας 2 (... Δ. Κ.) και της ομάδας 32 (... Ι. Π.) των αναιρεσιβλήτων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης, ως προς τον 16ο των αναιρεσιβλήτων Δήμο ... και χωρίζει την υπόθεση ως προς αυτόν.
Αναιρεί, κατά τα λοιπά, την παραπάνω απόφαση, κατά το κεφάλαιο και ως προς τους διαδίκους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Καθορίζει την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων εκείνων από τους αναιρεσιβλήτους - ανταιτούντες - παρεμβάντες που άσκησαν ανταιτήσεις και παρεμβάσεις με τις προτάσεις τους, τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, όσο και ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, σε ποσοστό 2% επί της αποζημίωσης, ενιαία και για τις δύο διαδικασίες, για τη σύνταξη και την κατάθεση των ανταιτήσεων και των παρεμβάσεων αυτών.
Και
Συμψηφίζει, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ