1064/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1064/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Η αρχική ενάγουσα Ε. χήρα Ι. Μ., που είχε γεννηθεί το έτος 1916 και απεβίωσε, στις 6/9/99, από το έτος 1968, οπότε απεβίωσε ο σύζυγος της, ζούσε μόνη της, σε διαμέρισμα τριώροφης οικοδομής, στο Παγκράτι Αθηνών, επί της οδού ....
Full text
Απόφαση 1064 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1064/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, αλλοδαπού νομικού προσώπου, εδρεύοντος στην Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας (Συνοικία Φαναρίου) νομίμως εκπροσωπουμένου υπό της Α.Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου και της περί αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλλιούρη, 2. Νικολάου Καλλιούρη του Δημητρίου, δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως και 3. Γ. Κ. του Λ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε με τον αυτό ως ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Β. Τ. του Α. και 2.Δ. συζ. Β. Τ., το γένος Ι. Κ., κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Νικολακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Δεκεμβρίου 1998 αγωγή της Ε. χήρας Ι. Μ., το γένος Γ. Λ. η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:8717/200 μη οριστική, 6331/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1943/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Ιουλίου 2009 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 171/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 14 Μαρτίου 2012 κλήση των ήδη αναιρεσιβλήτων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 21 Δεκεμβρίου 2010 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1943/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Επί της από 15-12-1998 αγωγής της Ε. χήρας Ι. Μ. κατά των αναιρεσιβλήτων και άλλων φυσικών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8717/2000 απόφαση, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διεξαγωγή αποδείξεων. Μετά τη συζήτηση της αγωγής, απεβίωσε η άνω ενάγουσα και η δίκη συνεχίστηκε από τους εκ διαθήκης κληρονόμους της και αναιρεσείοντες. Επακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμ. 6331/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας η αγωγή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε έφεση από τους ηττηθέντες διαδίκους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1943/2009 πληττόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Η αρχική ενάγουσα Ε. χήρα Ι. Μ., που είχε γεννηθεί το έτος 1916 και απεβίωσε, στις 6/9/99, από το έτος 1968, οπότε απεβίωσε ο σύζυγος της, ζούσε μόνη της, σε διαμέρισμα τριώροφης οικοδομής, στο Παγκράτι Αθηνών, επί της οδού ....
Η εν λόγω οικοδομή, όπως και το οικόπεδο, στο οποίο είναι χτισμένη, ανήκε στην πλήρη κυριότητά της, που είχε περιέλθει σ' αυτήν κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου, με βάση το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευάγγελου Ζώγγου, που μεταγράφηκε νόμιμα και κατά το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά, του συζύγου της Ι.
Μ., με βάση την ... δημόσια διαθήκη του στο συμβολαιογράφο Αθηνών Κωνσταντίνο Μανωλόπουλο, η οποία δημοσιεύτηκε με το 3844/68 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Αθηνών και την οποία εκείνη αποδέχτηκε με την ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίου - Σταματίου Παπαδοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Για την παραπάνω οικοδομή δεν είχε γίνει σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, η δε αρχική ενάγουσα συμπλήρωνε τα εισοδήματά της από τη σύνταξη χηρείας, που λάμβανε από το Δημόσιο των ΗΠΑ, με τα μισθώματα από την εκμίσθωση των λοιπών διαμερισμάτων και χώρων της εν λόγω οικοδομής. Η αρχική ενάγουσα δεν είχε αποκτήσει τέκνα από το γάμο της, οι δε συγγενείς της δεν έδειχναν ενδιαφέρον να της συμπαρασταθούν, ενόψει και του ότι το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας της το είχε διαθέσει σε φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Έτσι για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών της (είσπραξη συντάξεων, εξόφληση λογαριασμών, επαφές με τραπεζικά ιδρύματα κλπ) είχε την ανάγκη από τη συνδρομή τρίτων προσώπων. Στα πλαίσια αυτά, τα έτη 1992-1993, εμφανίστηκε, ως αρωγός της και κέρδισε την εμπιστοσύνη της ο δικηγόρος Π. Χ., νομικός σύμβουλος του Πανάγιου Τάφου, ο οποίος της είχε αποσπάσει την αστυνομική της ταυτότητα, προκειμένου να εισπράττει, για λογαριασμό της, τις συντάξεις της και για άλλες συναφείς εργασίες και ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν της απέδιδε τα ποσά των συντάξεων της, ενώ παρακρατούσε και αρνιόταν να της αποδώσει την αστυνομική της ταυτότητα.
Για το λόγο αυτό η αρχική ενάγουσα προσέφυγε στο Αστυνομικό Τμήμα Παγκρατίου Αθηνών. Εκεί, γνωρίστηκε με τον 1ο εφεσίβλητο, ο οποίος υπηρετούσε στο παραπάνω Τμήμα, ως Ανθυπαστυνόμος. Με τη βοήθεια του τελευταίου βρέθηκε ο Π. Χ. και αποδόθηκε στην αρχική ενάγουσα η αστυνομική της ταυτότητα και μάλιστα ο 1ος εφεσίβλητος συνέβαλε, ώστε αυτή να εισπράξει τις ανείσπρακτες συντάξεις της από την εδώ πρεσβεία των ΗΠΑ.
Έκτοτε, μεταξύ της αρχικής ενάγουσας και του 1ου εφεσίβλητου, αλλά και της συζύγου του, 2ης εφεσίβλητης, δημιουργήθηκε φιλικός και οικογενειακός δεσμός, ο δε 1ος εφεσίβλητος εξυπηρετούσε την αρχική ενάγουσα στις διάφορες ανάγκες της και της συμπαραστεκόταν. Μάλιστα, με πρωτοβουλία αυτής, στις αρχές του 1997, η αρμόδια υπηρεσία της εδώ πρεσβείας των ΗΠΑ τον όρισε αντιπρόσωπο της, για την είσπραξη της συντάξεώς της, τα ποσά της οποίας εκείνος κατέθετε σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα της ίδιας και το δικό του.
Έτσι, λόγω της συνεχούς συμπαράστασης των εφεσιβλήτων προς την αρχική ενάγουσα, αυτή τους αντιμετώπιζε, ως στενά συγγενικά της πρόσωπα και σε ανταπόδοση της αρωγής και των εξυπηρετήσεων προς αυτήν, η τελευταία τους αποκάλυψε την επιθυμία της, να τους μεταβιβάσει δύο διαμερίσματα από την παραπάνω οικοδομή της.
Μάλιστα, αρχικά και ενόψει της ηλικίας της, την ανωτέρω επιθυμία και βούληση της την είχε αποτυπώσει στην από 12/12/97 ιδιόγραφη διαθήκη της, την οποία είχε παραδώσει προς φύλαξη στους εφεσίβλητους, στην οποία, μεταξύ άλλων, όριζε, ότι αφήνει στους εφεσιβλήτους τον πρώτο όροφο (της ανωτέρω οικοδομής) με δύο διαμερίσματα, το ισόγειο μαγαζί και τον αέρα της πολυκατοικίας.
Στη συνέχεια, στις 11/2/98, η αρχική ενάγουσα, προκειμένου να κατοχυρώσει τους εφεσίβλητους από τον κίνδυνο ανατροπής της διαθήκης της από τους εξ αίματος συγγενείς της, στους οποίους δεν ήθελε να περιέλθει η περιουσία της, μετέβη, μαζί με τους εφεσιβλήτους και κατόπιν μεταξύ τους συνεννοήσεως, στο συμβολαιογραφείο της Λαμπρινής Καλλία, όπου, σε εκπλήρωση των προγενέστερων υποσχέσεών της προς αυτούς, με βάση το ...
συμβόλαιο συστάσεως οριζόντιων ιδιοκτησιών και αγοραπωλησίας της ανωτέρω συμβολαιογράφου, αφενός μεν προέβη σε σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών στο ανωτέρω ακίνητο της, αφετέρου δε μεταβίβασε, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στους εφεσιβλήτους την ψιλή κυριότητα του υπογείου, των δύο διαμερισμάτων του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου και του δικαιώματος υψούν της ανωτέρω τριώροφης οικοδομής της.
Στο επίμαχο συμβόλαιο αναφέρεται, ότι το τίμημα καταβλήθηκε από τους αγοραστές στην πωλήτρια, εκτός του συμβολαιογραφείου, σε προηγούμενη συνάντησή τους. Επίσης, με βάση το 1643/11.2.98 πληρεξούσιο της ίδιας συμβολαιογράφου, η αρχική ενάγουσα χορήγησε στον 1ο εφεσίβλητο την εξουσία να την αντιπροσωπεύει και μεταξύ άλλων, να εισπράττει για λογαριασμό της τα μισθώματα των διαμερισμάτων της ανωτέρω οικοδομής της.
Κατά την υπογραφή του ανωτέρω πωλητήριου συμβολαίου παρέστησαν για την αρχική ενάγουσα και τους αντισυμβαλλομένους της οι δικηγόροι Ι. Ν. και Φ. Τ., αντίστοιχα. Η αρχική ενάγουσα είχε εγκύκλιες γνώσεις, μόρφωση, γνώριζε ξένες γλώσσες, είχε ζήσει, μαζί με το σύζυγό της, στις ΗΠΑ, είχε διαθέσει την κινητή περιουσία της σε φιλανθρωπικούς σκοπούς, ενώ ένα ακίνητο που της είχε περιέλθει από την κληρονομιά του συζύγου της, στην Άρτα, το είχε μεταβιβάσει στα ανίψια του, που ζούσαν εκεί και εντεύθεν διέθετε τη συναλλακτική εμπειρία τουλάχιστον του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Πριν την υπογραφή του επίμαχου ... συμβολαίου, αυτό αναγνώστηκε στους συμβαλλομένους και τους παριστάμενους δικηγόρους, σε επήκοο της αρχικής ενάγουσας, από το σύζυγο της συμβολαιογράφου Α. Κ., δικηγόρο, η δε συμβολαιογράφος ανέλυσε διεξοδικά στους συμβαλλομένους το περιεχόμενο και το είδος της συναπτόμενης δικαιοπραξίας.
Αναφορικά με τις συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες καταρτίστηκε το παραπάνω συμβόλαιο, σαφής και πειστική είναι η ένορκη εξέταση ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του μάρτυρα ανταποδείξεως των εφεσιβλήτων Α. Κ., ο οποίος, με βάση την άμεση προσωπική του αντίληψη, μεταξύ άλλων, κατέθεσε, ότι το επίμαχο συμβόλαιο και το πληρεξούσιο αναγνώστηκαν από τον ίδιο στους συμβαλλομένους και μετά το πέρας της αναγνώσεως τόσο η συμβολαιογράφος, σύζυγος του, όσο και ο παριστάμενος για λογαριασμό της αρχικής ενάγουσας δικηγόρος, της ανέλυσαν και προφορικώς και της εξήγησαν το είδος της συβάσεως που καταρτίζεται, καθώς και το αντικείμενο του πληρεξουσίου, ότι οι συμβαλλόμενοι τους βεβαίωσαν ότι συμφωνούν για το περιεχόμενο του συμβολαίου και το υπέγραψαν, ότι η αρχική ενάγουσα ήταν σε άριστη κατάσταση από πνευματικής απόψεως, ομιλητικότατη, ότι αντιλήφθη πλήρως το περιεχόμενο του εν λόγω συμβολαίου και ότι το συμβόλαιο έγινε μέσα σε οικογενειακό πνεύμα, σα να γινόταν μεταξύ συγγενών.
Τα όσα καταθέτει ο παραπάνω μάρτυρας ενισχύονται και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως των εφεσιβλήτων Ε. Δ., ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατέθεσε, με βάση την άμεση προσωπική του αντίληψη, ότι κατά τη διάρκεια επισκέψεως αυτού και της συζύγου του, στην οικία των εφεσιβλήτων, πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων του 1997, όπου παρευρισκόταν και η αρχική ενάγουσα, η τελευταία αναφέρθηκε στην επιθυμία της να μεταβιβάσει στους εφεσιβλήτους τον 1ο όροφο της παραπάνω οικοδομής της, που αποτελείτο από δύο διαμερίσματα, ένα χώρο αποθήκη στο υπόγειο και τον αέρα της οικοδομής.
Τα όσα κατέθεσαν οι παραπάνω μάρτυρες ενισχύονται, περαιτέρω και από τις παραδοχές του αμετάκλητου ήδη 3752/02 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και εκείνες του επικυρωτικού αυτού 2747/02 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τα οποία έκριναν, ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά των εφεσιβλήτων, για την αξιόποινη πράξη της απάτης, σε βαθμό κακουργήματος, σε βάρος της αρχικής ενάγουσας, αναφορικά με την κατάρτιση του επίμαχου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον τους και διενεργήθηκε τακτική ανάκριση, μετά από μήνυση της αρχικής ενάγουσας και αφού με τα παραπάνω βουλεύματα έγινε δεκτό, ότι η τελευταία δεν οδηγήθηκε με εξαπάτηση στην υπογραφή των πιο πάνω συμβολαιογραφικών πράξεων, ότι τελούσε σε πλήρη πνευματική διαύγεια και μάλιστα είχε την εμπειρία από μεταβιβάσεις και συμβόλαια, ότι πριν την υπογραφή του ...
συμβολαίου, αυτό αναγνώστηκε στους συμβαλλομένους και τους παριστάμενους δικηγόρους, σε επήκοο της αρχικής ενάγουσας, από το σύζυγο της συμβολαιογράφου Α. Κ., η δε συμβολαιογράφος ανέλυσε διεξοδικά στους συμβαλλομένους το περιεχόμενο και το είδος της συναπτόμενης δικαιοπραξίας. Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούνται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως της αρχικής ενάγουσας, ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή (που δεν έχουν άμεση, προσωπική αντίληψη των συνθηκών κατάρτισης και υπογραφής του επίμαχου συμβολαίου) και οι οποίες αντιφάσκουν τόσο μεταξύ τους, όσο και με το περιεχόμενο της αγωγής.
Ειδικότερα, η αρχική ενάγουσα, με την ένδικη αγωγή της, ισχυρίστηκε, ότι είχε συμφωνήσει με τον 1ο εφεσίβλητο, να συνάψει μαζί του δωρεά, με αντικείμενο δύο διαμερίσματα της οικοδομής της, υπό την αναβλητική αίρεση της προαποβιώσεώς της, χωρίς αυτός στο μεταξύ να έχει την απόλαυση τούτων και μάλιστα δωρεά ελεύθερα ανακλητή και προς τούτο, στις 11/2/98, αφού εκείνος της γνώρισε, ότι τα πάντα ήσαν έτοιμα, σύμφωνα με τις επιθυμίες της και έδωσε πίστη στις διαβεβαιώσεις του, την οδήγησε στο γραφείο της παραπάνω συμβολαιογράφου, όπου με συνοπτικές διαδικασίες, εν μέσω άγνωστων προσώπων, υπέγραψε το επίμαχο συμβόλαιο, καταρτίζοντας δικαιοπραξίες, που δεν γνώριζε, ούτε ηθέλησε, ούτε ενέκρινε.
Αντίθετα, η μάρτυρας αποδείξεων Ό. Τ., αφού επιβεβαιώνει και εκείνη ότι η αρχική ενάγουσα είχε υποσχεθεί στον 1ο εφεσίβλητο, να του δώσει ένα διαμέρισμα πάνω και το υπόγειο της οδού Ιφικράτους, στη συνέχεια, επικαλούμενη, ως πηγή της πληροφόρησης της, την ίδια την αρχική ενάγουσα και υπερακοντίζοντας ακόμη και το περιεχόμενο της αγωγής, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι την πήραν (οι εφεσίβλητοι) να την πάνε μία βόλτα, δεν την πήγαν όμως βόλτα, αλλά σε ένα συμβολαιογραφείο και εκεί υπέγραψε διάφορα έγγραφα, ότι δεν ήξερε τι υπέγραφε, ότι φοβήθηκε και έβαλε την υπογραφή της, γιατί υπήρχαν πολλοί άνθρωποι στο συμβολαιογραφείο και δεν είδε κανένα δικό της και φοβήθηκε (βλ.
ιδίως σελίδες 31,32 εισηγητικής εκθέσεως). Ο δε μάρτυρας Β. Λ., επικαλούμενος και αυτός, ως πηγή γνώσεως του την ίδια την αρχική ενάγουσα, αφού επιβεβαιώνει, ότι η αρχική ενάγουσα ήθελε να αφήσει δύο διαμερίσματα μετά το θάνατο της, στον 1ο εφεσίβλητο, για τις υπηρεσίες που της προσέφερε, από ευγνωμοσύνη και μόνο, στη συνέχεια καταθέτει, μεταξύ άλλων, ότι ο 1ος εφεσίβλητος πρότεινε στην αρχική ενάγουσα, να πάνε μια βόλτα και με την ευκαιρία να τακτοποιήσουν και την εκκρεμότητα της μεταβιβάσεως των διαμερισμάτων, ότι εκείνη φοβήθηκε, όταν βρέθηκε μέσα σε ένα (εννοεί προφανώς συμβολαιογραφείο), που δεν γνώριζε κανένα και μάλιστα φοβήθηκε και του είπε ότι κουράστηκε να υπογράφει και δεν ήξερε τι υπέγραφε και από ότι του είπε, χωρίς να γνωρίζει τι υπέγραφε, έθεσε την υπογραφή της, γιατί ήταν φοβισμένη, πίστευε όμως ενδόμυχα, ότι επρόκειτο για τη δωρεά των δύο διαμερισμάτων.
Πρέπει, να επισημανθεί, ότι ο φόβος που επικαλούνται οι δύο ως άνω μάρτυρες αποδείξεως, υπό το κράτος του οποίου φέρεται, κατά τους ισχυρισμούς τους, να τελούσε η αρχική ενάγουσα κατά την υπογραφή του επίμαχου συμβολαίου, αποτελεί στοιχείο και περιστατικό, που δεν το επικαλέστηκε ούτε η ίδια η αρχική ενάγουσα στην ένδικη αγωγή της, ανεξάρτητα και από το ότι ένας τέτοιος φόβος δεν παρίσταται ούτε δικαιολογημένος, εφόσον κατά τους ισχυρισμούς των εν λόγω μαρτύρων αυτή υπελάμβανε, ότι συνέπραττε στην κατάρτιση δωρεάς αιτία θανάτου, όπως είχε υποσχεθεί στον 1ο εφεσίβλητο και ανταποκρινόταν στην, κατά τους ισχυρισμούς τους, πραγματική επιθυμία.
Επίσης, πρέπει, να επισημανθεί, ότι ο μάρτυρας Β. Λ., παρά το ότι στην από 21/6/01 ένορκη ανακριτική του εξέταση, ως μάρτυρα, στα πλαίσια της αναφερθείσας ποινικής διαδικασίας, παρουσιάζει την αρχική ενάγουσα, ως μορφωμένη, που είχε τη λογική της μέχρι το θάνατο της, στην ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή ένορκη κατάθεση του, την παρουσιάζει, ως μία γυναίκα, που είχε τελειώσει τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού και είχε μία μικρή γνώση της Αγγλικής, περιορισμένη στο τέλος της ζωής της σε τυπικές λέξεις (ευχαριστώ, χαίρετε, καλημέρα) και η οποία συλλάβιζε τις λέξεις (βλ.
ιδίως 11ο φύλλο εισηγητικής έκθεσης). Με βάση όλα όσα ήδη αναφέρθηκαν, αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι η κατάρτιση και υπογραφή του επίμαχου συμβολαίου αποτέλεσε προϊόν συμπτώσεως της βουλήσεως των συμβαλλομένων σ' αυτό, η δε αρχική ενάγουσα προήλθε σε δήλωση της σχετικής βουλήσεώς της, προς εκπλήρωση και υλοποίηση των προγενέστερων υποσχέσεων της προς τους εφεσιβλήτους, γνωρίζοντας το περιεχόμενο των δικαιοπραξιών, στην κατάρτιση των οποίων συνέπραττε και όχι λόγω πλάνης, εξαιτίας απατηλής συμπεριφοράς εκ μέρους των εφεσιβλήτων, αναφορικά με το πρόσωπο της 2ης εφεσίβλητης, ως αντισυμβαλλόμενης, το είδος της προς σύναψη συμβάσεως, τις νομικές συνέπειες της επίδικης μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, καθώς και τα πράγματα που αφορούσε η σύμβαση.
Η αποδεικνυόμενη μεταγενέστερη αλλαγή στάσης της αρχικής ενάγουσας έναντι των εφεσιβλήτων, που εκδηλώθηκε με την ανάκληση, στις 24/2/98, του παραπάνω πληρεξουσίου προς τον 2ο εφεσίβλητο, τη σύνταξη της από 15/4/98 ιδιόγραφης διαθήκης της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, με την οποία ζητεί από τους εγκαθιστάμενους με αυτήν κληρονόμους της, να κάνουν ότι μπορούν, για να ακυρωθεί η επίμαχη δικαιοπραξία, διότι οι εφεσίβλητοι της φέρθηκαν αχάριστα, αλλά και με την άσκηση της ένδικης αγωγής και την υποβολή της πιο πάνω μηνύσεως, δυνάμενη να οφείλεται τόσο σε ευχερή επηρεασμό της, ως μοναχικού ατόμου, από τρίτα πρόσωπα, όσο και σε μεταγενέστερη τυχόν αχάριστη συμπεριφορά των εφεσίβλητων (θεμελιωτική δικαιωμάτων που δεν ασκήθηκαν με την ένδικη αγωγή), δεν αρκεί, από μόνη της και ενόψει των παραπάνω πλήρως αποδειχθέντων περιστατικών, προς στοιχειοθέτηση κρίσεως, περί του ότι αυτή οδηγήθηκε με εξαπάτηση στην κατάρτιση του επίμαχου συμβολαίου, κατά το χρόνο συνάψεώς του.
Ωσαύτως, η μη αποδεικνυόμενη καταβολή τιμήματος, ως ένδειξη ενδεχόμενης εικονικότητας της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ένδικη περίπτωση, διότι με την αγωγή δεν προσβάλλεται η επίμαχη δικαιοπραξία, ως "εικονική". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, απέρριψε την από 22-5-2008 έφεση των αναιρεσειόντων.
Την κρίση αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης 1) ότι η αρχική ενάγουσα Ε. χήρα Ι. Μ. δεν είχε αποκτήσει τέκνα από το γάμο της, οι δε συγγενείς της δεν έδειχναν ενδιαφέρον να της συμπαρασταθούν, ε3νόψει και του ότι το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας της το είχε διαθέσει σε φιλανθρωπικούς σκοπούς, 2) ότι αν και η αρχικώς ενάγουσα είχε πρόθεση να μεταβιβάσει στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι της είχαν συμπαρασταθεί, τα πιο πάνω ακίνητα, βούληση την οποία είχε αποτυπώσει στην από 12-12-1997 ιδιόγραφη διαθήκη της, ακολούθως στις 11-2-98 προκειμένου να κατοχυρώσει τους εφεσίβλητους από τον κίνδυνο ανατροπής της διαθήκης της από τους εξ αίματος συγγενείς της, στους οποίους δεν ήθελε να περιέλθει η περιουσία της, με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο συστάσεως οριζόντιων ιδιοκτησιών και αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Λαμπρινής Καλλία, αφενός μεν προέβη στη σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών στο ανωτέρω ακίνητο της, αφετέρου δε μεταβίβασε, κατά το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στους εφεσιβλήτους την ψιλή κυριότητα του υπογείου, των δύο διαμερισμάτων του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου και του δικαιώματος υψούν της ανωτέρω τριώροφης οικοδομής της, 3) ότι η προαναφερομένη είχε εγκύκλιες γνώσεις, μόρφωση, γνώριζε ξένες γλώσσες, είχε ζήσει, μαζί με το σύζυγο της, στις ΗΠΑ, είχε διαθέσει την κινητή περιουσία της σε φιλανθρωπικούς σκοπούς, ενώ ένα ακίνητο που της είχε περιέλθει από την κληρονομιά του συζύγου της, στην Άρτα, το είχε μεταβιβάσει στα ανίψια του, που ζούσαν εκεί και εντεύθεν διέθετε τη συναλλακτική εμπειρία τουλάχιστον του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και 4) ότι πριν την υπογραφή του επίμαχου υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου, αυτό αναγνώστηκε στους συμβαλλομένους και τους παριστάμενους δικηγόρους, σε επήκοο της αρχικής ενάγουσας, από το σύζυγο της συμβολαιογράφου Α. Κ., δικηγόρο, η δε συμβολαιογράφος ανέλυσε διεξοδικά στους συμβαλλομένους το περιεχόμενο και το είδος της συναπτόμενης δικαιοπραξίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών της πληττόμενης απόφασης η αναφορά των περιουσιακών στοιχείων, που η αρχική ενάγουσα είχε διαθέσει για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ούτε, εξάλλου, η σχετική παραδοχή του Εφετείου έρχεται σε αντίθεση με το γεγονός ότι τελευταία είχε μεταβιβάσει ένα ακίνητο ευρισκόμενο στην Άρτα, που είχε περιέλθει σ' αυτήν από την κληρονομιά του συζύγου της, σε συγγενικά της πρόσωπα, καθόσον, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, είχε διαθέσει για τον προαναφερόμενο σκοπό αυτό την κινητή περιουσία της.
Το γεγονός εξάλλου, ότι η αρχική ενάγουσα δεν είχε αποκτήσει τέκνα, ο δε σύζυγός της είχε προαποβιώσει και ουδείς είχε δικαίωμα νόμιμης μοίρας επί της κληρονομίας της, δεν αποδυναμώνει την κρίση του Εφετείου, ότι ήθελε να κατοχυρώσει τους εφεσίβλητους από τον κίνδυνο ανατροπής της διαθήκης της από τους εξ αίματος συγγενείς της, στους οποίους δεν ήθελε να περιέλθει η περιουσία της και για τι λόγο αυτό οδηγήθηκε στην κατάρτιση και υπογραφή του υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου συστάσεως οριζόντιων ιδιοκτησιών και αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Λαμπρινής Καλλία, αφού θα ήταν δυνατή η προσβολή του για άλλους λόγους (πλάνη, απάτη). Κατόπιν τούτων, ο από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (ΚΠολΔ 116), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (ΚΠολΔ 110), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου η αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά η σιωπηρά, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 543/2013). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, τον ισχυρισμό τους ότι το υπ' αριθμ. 3752/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και το υπ' αρθμ. 2747/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τα οποία έκριναν ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των αναιρεσιβλήτων για την πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, εκδόθηκαν μετά τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, η οποία έλαβε χώρα μετά το θάνατο της αρχικής ενάγουσας, δηλαδή κάτω υπό συνθήκες που δεν επέτρεπαν την υποστήριξη της κατηγορίας από εκείνη ως μηνύτρια και πολιτικώς ενάγουσα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ανεξαρτήτως του ότι, ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά πραγματικό επιχείρημα, το Εφετείο τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, καταλήγοντας σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 2 Δεκεμβρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ