Legislator Case Law & Legislation
1064/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the argument is merely a party's substantive claim, not a procedural error under Article 559.8. Civil Procedure Code.

Case Number 1064/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by five plaintiffs against a Thessaloniki Court of Appeal judgment regarding a traffic accident. The plaintiffs argued the lower court failed to consider a specific factual claim that the truck driver could have avoided the fatal collision by braking early. The court ruled this argument was not a procedural defect but a substantive claim supporting the plaintiffs' liability theory. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the plaintiffs were ordered to pay the defendants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 94(1), 96(1), 104, 568(4), 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that arguments constituting the factual basis of a claim or supporting its validity are not 'things' under Article 559(8) and thus do not constitute grounds for appeal if the lower court did not consider them.

Keywords

AI generated
Article 559(8) Code of Civil Procedure inadmissible appeal substantive claim vs procedural error traffic accident liability failure to consider facts

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(1) of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1064 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1064/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Κ. Ε. του Α., 2Σ. Κ. Ε., αμφοτέρων κατοίκων ... 3. Α. Μ. χήρας Α. Ε. κατοίκου ... ενεργούσα αφενός μεν ατομικώς αφετέρου δε για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Κων/νου Ανέστη, ως ασκούσας την γονική μέριμνα αυτού, 4. Α. Μ. του Ι., 5 Γ. Μ. Α., κατοίκων ... όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευάγγελο Μπέη και κατέθεσαν προτάσεις και 6. Σ. Ε. χήρας Α., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Κ. Κ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2. Ε. Π. του Δ., 3 Σ. Κ. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Αναστασίας Ασπρίδη και κατέθεσαν προτάσεις και 4.Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αργυρώς Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 19159/2003 και 31728/2003 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων καθώς και οι 10763/2004, 10764/2004, 45940/2003 και 45941/2003 παρεμπίπτουσες αγωγές, ανακοινώσεις δίκης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:31845/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2672/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν αναιρεσείοντες με την από 15-11-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 4-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και των λόγων της ως προς τους λοιπούς των αναιρεσιβλήτων.

Ο πληρεξούσιος των 1,2,3,4,5 των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου, που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.

γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου, που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους. ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επεύσπευσε και ο ίδιος της συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποία ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παρισταμένους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Εάν δε η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με κλήση δεν αρκεί η επίδοση σαυτόν μόνο της κλήσης, αλλά απαιτείται επίδοση και αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, εφ' όσον και πάλι δεν αποδεικνύεται η χορήγηση από αυτόν πληρεξουσιότητας στο δικηγόρο που υπογράφει το αναιρετήριο και ως πληρεξούσιος δικηγόρος του.

Διαφορετικά, η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται και αυτός ως επιμελούμενος τη συζήτηση είναι άκυρη και η συζήτηση της αναίρεσης κηρύσσεται ως προς αυτόν απαράδεκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι με την από 18.3.2011 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου ορίστηκε ως αρμόδιο Τμήμα για την εκδίκαση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως το Δ' Πολιτικό Τμήμα αυτού και με την υπό ίδια χρονολογία πράξη του Προέδρου του εν λόγω Τμήματος ορίστηκε δικάσιμος για την εκδίκαση αυτής η 13.1.2012 κατά την οποία η συζήτησή της ματαιώθηκε.

Ήδη με την από 15.2.2012 κλήση των αναιρεσειόντων ορίστηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και με δήλωση του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ, η έκτη των αναιρεσειόντων Σ.

Ε. χα Α. και ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Κ. Κ. του Α. Η συζήτηση της υποθέσεως επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες. Από τα υπάρχοντα όμως στη δικογραφία στοιχεία δεν προκύπτει ότι η απολειπόμενη ως ανωτέρω αναιρεσείουσα είχε επισπεύσει και η ίδια εγκύρως τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχε παράσχει στους φερόμενους ως πληρεξούσιους δικηγόρους Ευάγγελο Μπέη και Ιορδάνη Νεστορίδη και περαιτέρω, στον εκ τούτων πρώτο, την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα προς άσκηση αντίστοιχα της ένδικης αίτησης αναίρεσης και επαναφοράς της προς συζήτηση με την από 15.2.2012 κλήση, ή ότι είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση λοιπούς ομοδίκους της ή από τους νόμιμα παριστάμενους αναιρεσίβλητους.

Εξ άλλου, από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία δεν προκύπτει ότι ο απολειπόμενος ως ανωτέρω αναιρεσίβλητος είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση λοιπούς αναιρεσείοντες, πλην της ως ανωτέρω έκτης, Σ. Ε. χας Α., ενόσω οι τελευταίοι δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν σχετικό αποδεικτικό επίδοσης, καθώς και από τους λοιπούς νόμιμα παριστάμενους αναιρεσιβλήτους.

Επομένως, πρέπει, όπως, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576§3 εδ. β ΚΠολΔ όπως το εδ. β προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους ανωτέρω διαδίκους (έκτη αναιρεσείουσα - πρώτο αναιρεσίβλητο) και να διαταχθεί ως προς αυτούς ο χωρισμός συζήτησης της υπόθεσης.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ. β, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην εκτέλεση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

α' και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδέχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονταν.

Τέλος, έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ υπάρχει και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως και όταν πρόκειται για αντιφάσεις ή ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται με σαφήνεια στην απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τ' ακόλουθα περιστατικά: Στις 11.4.2002 και περί ώρα 10.30, ο Α. Ε. οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με συνεπιβαίνουσα στη θέση του συνοδηγού, την αδελφή του Ε. Ε., ιδιοκτησίας του πατέρα τους, πρώτου ενάγοντα, κινούνταν στην Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Καβάλας, με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη, ενώ ο τρίτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ. ...

ΔΧΦ αυτοκίνητο [ρυμουλκό με επικαθήμενη καρότσα] προστηθείς στην οδήγηση, ιδιοκτησίας του τέταρτου [εναγομένου] και ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στην Πέμπτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΝΩΣΙΣ" κινούνταν στην ίδια, ως άνω οδό και με αντίθετη κατεύθυνση προς Καβάλα.

Η εν λόγω οδός έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,30 μέτρα και ασφάλτινο έρεισμα εκατέρωθεν 1,5 μέτρο, είναι ευθεία και διπλής κατεύθυνσης, με δύο ρεύματα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 3,65 μέτρα το καθένα, η ορατότητα δεν περιορίζεται, η κατάσταση της οδού ήταν καλή [οδόστρωμα ξηρό], επικρατούσε φυσικό φως ημέρας και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, ανέρχονταν σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής [βλ.

έκθεση αυτοψίας]. Την ίδια χρονική στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το χωρίς αριθμό κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, με συνεπιβάτες τον πατέρα του και τον ανήλικο υιό του, κινούνταν σε ανώνυμη κοινοτική οδό, η οποία τέμνει κάθετα την ανωτέρω Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Καβάλας. Ο τελευταίος [πρώτος εναγόμενος] πλησιάζοντας στην άνω διασταύρωση, δεν ακινητοποίησε, όπως όφειλε το όχημα, που οδηγούσε, αφού στην πορεία του, πριν από τον κόμβο, υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα STOP [Ρ-2], που σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος, πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα, τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζει [άρθρ. 4 παρ. 3 του ΚΟΚ] και στην προκειμένη περίπτωση, στο όχημα που οδηγούσε ο Α.

Ε., αλλά αντίθετα συνέχισε ευθεία την πορεία του και διέσχισε κάθετα την άνω επαρχιακή οδό με αποτέλεσμα, να συγκρουσθεί με το όχημα του οδηγού Α. Ε., στο ρεύμα πορείας του τελευταίου, ο οποίος κινούνταν με αυξημένη ταχύτητα, άνω των 50 χιλιομέτρων την ώρα, το οποίον όχημα εξαιτίας της πρόσκρουσης εξετράπη της πορείας του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και αφού διήνυσε απόσταση 56 μέτρων πλαγιολισθαίνοντας, συγκρούστηκε με το φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε, ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος κινούνταν κανονικά στην πορεία του, ενώ στη συνέχεια, αφού περιστράφηκε περί τον άξονα του, συγκρούστηκε εκ νέου με το ίδιο όχημα [φορτηγό] και κατόπιν, αφού εκτινάχθηκε, σε απόσταση 5 μέτρων, στο ρεύμα πορείας, που αρχικά κινούνταν, προσέκρουσε στα προστατευτικά κιγκλιδώματα, της εκεί υπάρχουσας γέφυρας, όπου και τελικά ακινητοποιήθηκε, επί του ασφάλτινου ερείσματος, με κατεύθυνση προς Καβάλα.

Εξαιτίας του προαναφερθέντος ατυχήματος προκλήθηκαν υλικές ζημίες στα εμπλακέντα σ' αυτό οχήματα και τραυματίσθηκαν θανάσιμα οι επιβαίνοντες στο υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, και συγκεκριμένα, ο οδηγός αυτού Α. Ε. και η συνοδηγός αδελφή του Ε. Ε., οι οποίοι υπέστησαν ο μεν πρώτος βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και η δεύτερη βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και διατομή αορτής, από τα τραύματα τους δε αυτά ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος τους [βλ.

τις από 14.4.2002 [δυο] ιατροδικαστικές εκθέσεις του τμήματος Ιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης]. Το ως άνω ατύχημα, οφείλεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και του θανόντα οδηγού Α. Ε. και μάλιστα, κατά ποσοστό 70% και 30% για τον καθένα, αντίστοιχα, οι οποίοι από αμέλεια τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν δεν επέδειξαν την επιμέλεια, κάθε συνετού και ευσυνείδητου οδηγού, που απαιτείται από τις συναλλαγές, προκειμένου να αποφύγουν το επελθόν αποτέλεσμα και συγκεκριμένα την επίδικη σύγκρουση.

Ειδικότερα, η αμέλεια του πρώτου εναγομένου, οφείλεται στο γεγονός ότι αυτός, παρά την ύπαρξη της ρυθμιστικής πινακίδας STOP, δεν διέκοψε την πορεία του οχήματος που οδηγούσε, προ αυτής και της διασταυρώσεως, προκειμένου να ελέγξει, αν ήταν ελεύθερο το οδόστρωμα στο οποίο επρόκειτο να εισέλθει, οπότε και όφειλε να αναμένει τη διέλευση του, εκ δεξιών, εισερχομένου στην διασταύρωση υπ' αριθμ. ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο θανών Α. Ε., ο οποίος είχε προτεραιότητα εισόδου και διελεύσεως, ώστε μετά την έξοδο εκείνου να εισέλθει και αυτός ασφαλώς στη διασταύρωση. Αντίθετα αυτός, [πρώτος εναγόμενος] χωρίς προηγουμένως να διακόψει την πορεία του και κυρίως να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην επαρχιακή οδό Θεσσαλονίκης Καβάλας την οποία επρόκειτο να διασχίσει κάθετα, προκειμένου να συνεχίσει ευθεία την πορεία του, εισήλθε στην άνω διασταύρωση, με εσφαλμένη εκτίμηση της αποστάσεως του επερχομένου αυτοκινήτου, του οδηγού Α.

Ε., με αποτέλεσμα, παρά τον αποφευκτικό ελιγμό, που πραγματοποίησαν και οι δύο οδηγοί, προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία τους, δεν κατόρθωσαν να αποτρέψουν την πρόσκρουση του αυτοκινήτου του πρώτου, επί του αυτοκινήτου του τελευταίου [θανόντα], ο οποίος βέβαια κινούνταν με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, τουλάχιστον 100 χιλιόμετρα την ώρα.

Και ναι μεν ο πρώτος εναγόμενος είχε σχεδόν διανύσει ολόκληρο το οδόστρωμα της άνω επαρχιακής οδού, πριν από την επίδικη σύγκρουση, πλην όμως ο θανών οδηγός Α. Ε., είχε ήδη εισέλθει στη διασταύρωση, όταν προσέκρουσε το όχημα του πρώτου σε εκείνο [όχημα] του δεύτερου, αφού μετά τον αποφευκτικό ελιγμό που πραγματοποίησε αυτός [α' εναγόμενος], όπως προαναφέρθηκε, προς τα δεξιά, προσέκρουσε η εμπρόσθια δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του, στην πίσω αριστερή πλευρά και μάλιστα στον πίσω αριστερό τροχό [ζάντα] του αυτοκινήτου του θανόντα οδηγού [βλ.

έκθεση αυτοψίας] γεγονός που καταδεικνύει και υποδηλώνει ότι ο πρώτος εναγόμενος επέπεσε και εμβόλισε το αυτοκίνητο του άνω θανόντα οδηγού, αφού το τελευταίο είχε ήδη εισέλθει στην παραπάνω διασταύρωση. Για το ίδιο ατύχημα όμως συνέτρεξε και υπαιτιότητα του θανόντα οδηγού Α. Ε., ο οποίος έβαινε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, 100 χιλιομέτρων περίπου την ώρα, μολονότι κινούνταν σε κατοικημένη περιοχή, με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας 50 χιλιόμετρα την ώρα και πλησιάζοντας στη διασταύρωση, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του, κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ [άρθρ. 4 [Ρ-32] και 19 παρ. 2], ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του, εντός του ορατού έμπροσθεν αυτού τμήματος της οδού και προ οιουδήποτε δυναμένου να προβλεφθεί εμποδίου και μάλιστα προ του κινουμένου, κατά παράβαση της ρυθμιστικής πινακίδος του ΚΟΚ [Ρ-2] και εισελθόντος στη διασταύρωση, από την ανώνυμη κοινοτική οδό πρώτου εναγομένου, αλλά απερίσκεπτα εξακολούθησε και αυτός [θανών] την πορεία του, με ανεπίτρεπτα αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα και εισήλθε χωρίς να ελέγξει στη διασταύρωση, με αποτέλεσμα, την επίδικη σύγκρουση.

Άλλωστε, η κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο θανών οδηγός κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα, ενισχύεται αφενός από το γεγονός ότι μετά την πρώτη σύγκρουση, το όχημα που αυτός [θανών] οδηγούσε δεν ακινητοποιήθηκε, αλλά αφού διήνυσε διολισθαίνοντας απόσταση 56 μέτρων, στη συνέχεια κατά τα προεκτεθέντα συγκρούσθηκε διαδοχικά δύο φορές με το φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος και κατόπιν προσέκρουσε στα προστατευτικά κιγκλιδώματα της εκεί υπάρχουσας γέφυρας, αλλά και από τη σφοδρότητα των αλλεπάλληλων συγκρούσεων, εξαιτίας των οποίων και καταστράφηκε ολοσχερώς το όχημα, που οδηγούσε, ενώ εάν αυτός [θανών] έβαινε με κανονική ταχύτητα, οπωσδήποτε θα είχε μετριάσει τις συνέπειες του ατυχήματος.

Αντίθετα για την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, καμία αμέλεια δεν βαρύνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος κινούνταν κανονικά στην πορεία του και δεν είχε τη δυνατότητα οποιουδήποτε αποφευκτικού, ελιγμού αφού το ατύχημα έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας του και μάλιστα σε απόσταση 1,10 μέτρων από την οριογραμμή του δεξιού ερείσματος και συγκρούσθηκε η εμπρόσθια αριστερή πλευρά του με την αριστερή πλευρά του αυτοκίνητου που οδηγούσε ο Α.

Ε. [βλ. έκθεση αυτοψίας], ενώ δεν είχε την ευχέρεια να κατευθύνει το όχημα που οδηγούσε δεξιότερα, διότι ενόψει και του μεγάλου όγκου του, δεν ήταν επαρκώς ελεύθερος ο χώρος του οδοστρώματος, δεδομένου ότι υπήρχε το ασφάλτινο έρεισμα, πλάτους 1,10 μέτρων και στη συνέχεια το προστατευτικό κιγκλίδωμα [βλ. σχεδιάγραμμα].

Ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος, πριν από τη σύγκρουση με το όχημα του θανόντα, Α. Ε., κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα 83 χιλιομέτρων την ώρα [βλ. την από 23.4.2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Ν. Κ.], κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ [άρθρ. 4 Ρ-32 και 19 παρ. 2], πλην όμως το γεγονός αυτό δεν συνδέεται, σε καμμία περίπτωση, αιτιωδώς με το ατύχημα, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων του ΚΟΚ, από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος.

Και τούτο διότι αυτός, μόλις αντιλήφθηκε την πρώτη σύγκρουση, μείωσε την ταχύτητα του, αφού διαγράφηκαν ίχνη τροχοπέδησης στο οδόστρωμα, μήκους μόλις 1,70 μέτρων και μάλιστα 5,50 μέτρα, πριν από την πρόσκρουση του οχήματος του θανόντα, σε εκείνο, που αυτός [γ' εναγόμενος] οδηγούσε, μετά δε τη σύγκρουση ακινητοποίησε το φορτηγό αυτοκίνητο, μόλις σε απόσταση 3 μέτρων [βλ.

σχεδιάγραμμα], γεγονός που κατατείνει στην άποψη, ότι κατά τη σύγκρουση, η ταχύτητα του οχήματος του είχε μειωθεί σχεδόν στο ελάχιστο. Τα παραπάνω τα αναφέρουν στις καταθέσεις τους ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, οι αυτόπτες μάρτυρες Α. Γ. και Γ. Κ., οι οποίοι καταθέτουν ότι ο πρώτος εναγόμενος ανέκοψε την πορεία του θανόντα οδηγού Α.

Ε., ενώ ο τρίτος εναγόμενος κινούνταν κανονικά στην πορεία του [βλ. πρακτικά]. Το Δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, για τις συνθήκες του ατυχήματος, κυρίως από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα, που τη συνοδεύει στο οποίο απεικονίζεται η κίνηση των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, καθώς και η τελική θέση αυτών, όπως και τα πιθανά σημεία των διαδοχικών συγκρούσεων και τα οποία [έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα] ως δημόσια έγγραφα, παρέχουν κατ' άρθρο 440 ΚΠολΔικ, πλήρη απόδειξη, αφού για το περιεχόμενο τους, δεν αντιλέγουν οι διάδικοι, αλλά και από τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Κ.

Γ. και Κ. Α., τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας, στην ένδειξη "μάρτυρες", οι οποίοι ως τρίτοι, ουδεμίαν σχέση έχουν, με τα διάδικα μέρη και γι' αυτό το Δικαστήριο δεν έχει λόγο ν' αμφιβάλλει, για την αξιοπιστία τους και οι οποίοι, μετά από προσωπική αντίληψη και γνώση, περιγράφουν πειστικά και εξιστορούν, ως παρατηρητές, τις συνθήκες του ατυχήματος.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες όσον αφορά την έλλειψη υπαιτιότητάς του οδηγού του υπ. αρ. ... ΔΧ φορτηγού αυτοκινήτου ρυμουλκού μετά επικαθήμενης καρότσας περί την πρόκληση του ένδικου τροχαίο ατυχήματος και τον επελθέντα συνεπεία αυτού θανατηφόρο τραυματισμό του οδηγού του υπ.

αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Α. Ε., καθώς και της συνεπιβαίνουσας αυτού Ε. Ε. και την συγκλίνουσα υπαιτιότητα περί την πρόκλησή του του οδηγού του ως ανωτέρω υπ. αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου καθώς και του οδηγού του άνευ πινακίδων κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και νυν αναιρεσίβλητος οι οποίες καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας.

Ειδικότερα στην απόφαση: 1) καθορίζονται σαφώς τα χαρακτηριστικά της οδού στο σημείο του ατυχήματος και συγκεκριμένα, το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος της Ε.Ο. Θεσ/κης - Καβάλας, του ασφάλτινου ερείσματος εκατέρωθεν ότι είναι ευθεία και διπλής κατεύθυνσης με δύο ρεύματα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση καθώς και οι επικρατούσες συνθήκες της οδού (οδόστρωμα ξηρό, φυσικό φως ημέρας, κυκλοφορία οχημάτων αραιή) και το ανώτατο όριο ταχύτητας των 50Χ/Ω. 2) Αναφέρεται σαφώς η αμελής περί την οδήγηση συμπεριφορά του οδηγού του άνευ πινακίδων κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκινήτου, πρώτου εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου, ο οποίος, κινούμενος σε ανώνυμη κοινοτική οδό, η οποία τέμνει κάθετα την Ε.Ο.

Θεσ/κης - Καβάλας δεν διέκοψε την πορεία του οχήματός του πριν την είσοδο στη διασταύρωση των οδών αυτών, όπως όφειλε, συμμορφούμενος προς την υπάρχουσα στο σημείο εκείνο ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα STOP, καθώς και η αμελής περί την οδήγηση συμπεριφορά του οδηγού του υπ. αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Α. Ε., ο οποίος, κινούμενος επί της ανωτέρω επαρχιακής οδού με κατεύθυνση προς Καβάλα και ταχύτητα 100Χ/Ω που υπερέβαινε το ανώτατο όριο των 50Χ/Ω δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του εντός του ορατού έμπροσθεν αυτού τμήματος της οδού και προ οιουδήποτε δυνάμενου να προβλεφθεί εμποδίου, αλλά εισήλθε στη διασταύρωση των ως άνω οδών με την αυξημένη ταχύτητα των 100Χ/Ω με αποτέλεσμα, τη σύγκρουση των ως άνω οχημάτων, η συγκλίνουσα υπαιτιότητα των οποίων περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, όπως κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν πλήττεται, ας σημειωθεί, με σχετικό λόγο αναίρεσης και περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση.

δ) Αιτιολογεί το λόγο για τον οποίο δεν βαρύνει συνυπαιτιότης περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος τον οδηγό του υπ. αρ. ... ΙΧ φορτηγού, καθ' όσον αυτός κινούμενος στο ρεύμα πορείας της ανωτέρω οδού με κατεύθυνση προς Καβάλα δεν είχε τη δυνατότητα διενέργειας αποφευκτικού προς τα δεξιά ελιγμού ενόψει του μεγάλου όγκου του, της κινήσεώς του σε απόσταση 1,10 μέτρων από την οριογραμμή του δεξιού ερείσματος, καθώς και της ύπαρξης στη συνέχεια προστατευτικού κιγκλιδώματος, προς δε και το λόγο για τον οποίο το γεγονός της κινήσεώς του με την υπερβολική ταχύτητα των 83Χ/Ω δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, καθ' όσον, όπως δέχθηκε αυτός, μόλις αντιλήφθηκε την πρώτη σύγκρουση, μείωσε την ταχύτητά του αφού διαγράφηκαν ίχνη τροχοπέδησης στο οδόστρωμα μήκους μόλις 1,70 μέτρων και μάλιστα 5,50 μέτρα πριν από την πρόσκρουση του υπ.

αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου με οδηγό το θανατηφόρο τραυματισθέντα Α. Ε. επί του οχήματος που αυτός οδηγούσε, μετά δε τη σύγκρουση ακινητοποίησε το φορτηγό αυτοκίνητο, μόλις σε απόσταση τριών (3) μέτρων, γεγονός, που κατατείνει στην άποψη, ότι κατά τη σύγκρουση η ταχύτητα του οχήματός του, είχε μειωθεί σχεδόν στο ελάχιστο.

Επομένως, ο πρώτος και τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχα η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν βαρύνει αμέλεια περί την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος τον οδηγό του υπ.

αρ. ... ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου, καθόσον ειδικότερα, δεν προσδιορίζει προ πόσης απόστασης αντιλήφθηκε τη σύγκρουση των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα ως άνω οχημάτων στο προς Θεσσαλονίκη ρεύμα πορείας της επαρχιακής οδού Θεσ/κης - Καβάλας, προκειμένου να κριθεί αν τροχοπέδησε και ακινητοποίησε έγκαιρα το όχημά του, ενόψει και της παραδοχής της προσβαλλόμενης της κινήσεως του υπ.

αρ. ... ΙΧ φορτηγού αυτού στο ρεύμα πορείας προς Καβάλα της επαρχιακής αυτής οδού, στο αντίθετο εκείνου, όπου έλαβε χώρα αρχικά η σύγκρουση του οχήματος που οδηγούσε ο θανατηφόρα τραυματισθείς Α. Ε., με το χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκίνητο που εξήλθε από την ανώνυμη κοινοτική οδό, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον πρόκειται για έλλειψη που ανάγεται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς διατυπωμένου αποδεικτικού ως άνω πορίσματος αναφορικά με την έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού του υπ.

αρ. ... ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.

Επειδή, πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους, καθώς και οι λόγοι εφέσεως με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της Πρωτοβάθμιας κρίσεως.

Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή οι πραγματικοί ισχυρισμοί που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε και οι ισχυρισμοί που αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα υπέρ της βασιμότητας της αγωγής ή ενστάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν βαρύνει αμέλεια περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος τον οδηγό του υπ.

αρ. ... ΟΧ φορτηγού αυτοκινήτου, δεν έλαβε υπόψη, τον πρωτοβαθμίως και στην έκκλητη δίκη προταθέντα ισχυρισμό, ότι αν ο οδηγός του οχήματος αυτού είχε αντιληφθεί έγκαιρα τη σύγκρουση των αρχικώς εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων και τροχοπεδήσει και ακινητοποιήσει έγκαιρα το όχημά του, η σύγκρουση του οχήματός του μετά του πλαγιολισθέντος οχήματος του Α.

Ε. (... ΙΧΕ), δεν θα είχε θανατηφόρα αποτελέσματα. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι δεν συνιστά πράγμα υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια, αλλά πραγματικό των αναιρεσειόντων επιχείρημα προς υποστήριξη της βασιμότητας του ισχυρισμού τους κατά τον οποίο, υπαιτιότης περί την πρόκληση του ατυχήματος, βαρύνει και τον οδηγό του υπ.

αρ. ... ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου.

Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 15.11.2010 αίτηση αναιρέσεως της 2672/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης των πέντε πρώτων αναιρεσειόντων (της εκ τούτων τρίτης όπως παρίσταται) ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες αυτοί, ως ηττηθέντες, στη δικαστική δαπάνη των ως ανωτέρω αναιρεσιβλήτων κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15.11.2010 αίτησης αναίρεσης της 2672/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς την έκτη αναιρεσείουσα Σ. Ε. χα Α. και τον πρώτο αναιρεσίβλητο Κ. Κ.

Διατάσσει το χωρισμό της συζήτησης της υπόθεσης ως προς αυτούς.

Απορρίπτει την από 15.11.2010 αίτηση αναίρεσης της 2672/2008 απόφαση τους Εφετείου Θεσσαλονίκης των λοιπών αναιρεσειόντων (πέντε πρώτων και της εκ τούτων τρίτης με την ιδιότητα που παρίσταται) ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Καταδικάζει τους ως ανωτέρω αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσίβλητων που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ καθώς και της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων που ορίζει ωσαύτως στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ