Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding evidence evaluation and legal basis sufficiency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two appellants against a final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate evidence and lacked a legal basis for its findings regarding a debt settlement. The court rejected these claims, stating that the lower court's reasoning was logically sound, complete, and free from contradictions without needing further assumptions. Consequently, the appeal was found baseless, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338-341 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(c) and 561(1) of the Code of Civil Procedure: The court of first instance must consider all evidence presented without requiring separate evaluation, and an appeal based on lack of legal basis or insufficient reasoning is inadmissible if the reasoning is logically sound and covers the essential facts without gaps.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1064 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1064/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 και 2. Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Χαμαλέλη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σιάρκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Σεπτεμβρίου 1995 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε οι αποφάσεις: 7478/1996 προδικαστική, 4770/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4566/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 23 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί όμως να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηριου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της δεύτερης ότι έχει καταβάλλει αυτή επί πλέον προς τον αναιρεσίβλητο ως προϊόν τοκογλυφικών τόκων, 8.051.796 δρχ.
και όχι το ποσό των 2.531.796 ή των 7.430,06 ευρώ που δέχθηκε η προσβαλλόμενη και της επιδίκασε: α) τις υπ' 9633/1996, 22263/1997 και 37891/1997 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημ/δικείου Αθηνών, β) τις υπ' αριθ. 584 -585/1999 και 9849-9650/2000 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και γ) τις περιλαμβανόμενες σ' αυτές μαρτυρικές καταθέσεις, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην επόμενη παράγραφο της παρούσας, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός της δεύτερης αναιρεσείουσας για καταβολή τοκογλυφικών τόκων πέραν των 2.531,796 δρχ ή το ισότιμο των 7.430,06 ευρώ, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1 /1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 41 3/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988) .
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων που αφορούν τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο: "Ο πρώτος των εφεσίβλητων - εναγόντων (ήδη αναιρεσείων Χ1) ασχολείται με το εμπόριο των οικοδομικών υλικών, ενώ από το έτος 1990, δυνάμει του ...
συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Κων/νου Μητρέλη, συνέστησε με την πρώην σύζυγο του ... τη δεύτερη των εφεσίβλητων - εναγόντων (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", με έδρα το ..., στην οδό ..., η οποία έχει ομοίως ως αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την εμπορία οικοδομικών υλικών με νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή τον ίδιο.
Από την πλευρά του ο εκκαλών - εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος Ψ) διατηρεί με τον αδελφό του σχολή οδηγών δίπλα στην μάντρα των οικοδομικών υλικών των εφεσίβλητων, και για το λόγο αυτό οι διάδικοι, έχοντας γνωρισθεί από το έτος 1983, ανέπτυξαν βαθμιαία ιδιαίτερη φιλική σχέση, κυρίως από το έτος 1990. Κατά το έτος αυτό ο πρώτος των εφεσίβλητων Χ1, λόγω του ότι δεχόταν εξακολουθητικά από τους πελάτες του επιταγές που ήσαν μεταχρονολογημένες, αντιμετώπισε έντονο πρόβλημα ρευστότητας χρημάτων προς λειτουργία της επιχειρήσεως του, γεγονός το οποίο γνώριζε ο εκκαλών-εναγόμενος και προσφέρθηκε να του δανείσει κάποια χρηματικά ποσά.
Έτσι, ο εκκαλών - εναγόμενος χορήγησε στον πρώτο των εφεσίβλητων ατομικά δύο διαδοχικά δάνεια, το πρώτο στις 27-10-1991 ποσού 13.000.000 δρχ και το δεύτερο στις 5-11-1991 ποσού 2.000.000δρχ, και συνολικά τον δάνεισε με το ποσόν των 15.000.000δρχ. Εξάλλου, και στην δεύτερη των εφεσίβλητων ο εκκαλών χορήγησε δύο διαδοχικά δάνεια, το πρώτο στις 8-1-1991 ποσού 10.000.000δρχ και το δεύτερο στις 9-12-1991 ποσού 2.000.000δρχ, και συνολικά τη δάνεισε με το ποσόν των 12.000.000δρχ.
Για τις χορηγήσεις των δανείων αυτών και το ύψος τους κατέθεσε απερίφραστα η Ζ, αδελφή του πρώτου των εκκαλούντων, η οποία εργαζόταν στην επιχείρηση του αδελφού της και είχε άμεση αντίληψη των όσων κατέθετε. Τα εν λόγω δάνεια είχαν την ακόλουθη εξελικτική πορεία από απόψεως χρονικής διάρκειας και διαδοχικών ανανεώσεων αυτών, με βάση το εκάστοτε συμφωνούμενο επιτόκιο και τις διαδοχικές καταβολές χρηματικών ποσών εκ μέρους των εφεσίβλητων στον εκκαλούντα και σε σύγκριση αυτών με τα πράγματι οφειλόμενα ποσά με βάση το εκάστοτε ισχύον ανώτατο κατά νόμο συμβατικό επιτόκιο.
Ειδικότερα: Α. ΔΑΝΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟ. Το πρώτο δάνειο που έλαβε ο Χ1 στις 27-10-1991 ποσού 13.000.000δρχ συμφωνήθηκε εξάμηνης διάρκειας με χρόνο αποδόσεως την 27-4-1992 και μηνιαίο επιτόκιο 8,33%. Κεφάλαιο και τόκοι κατά τη λήξη του εξάμηνου έφθασαν στο ποσό των 19.500.000δρχ, από το οποίο το σύνολο των τόκων ανερχόταν στο ποσόν των 6.500.000δρχ, αντί των νομίμων τόκων, οι οποίοι υπολογιζόμενοι σύμφωνα με το νόμιμο συμβατικό επιτόκιο 32% (13.000.000δρχ Χ 6 μήνες Χ 32%) ανερχόταν στο ποσό των 2.080.000δρχ.
Δηλαδή μέχρι την 27-4-1992 το σύνολο των παράνομων τόκων ανήλθε στο ποσόν των (6.500.000 - 2.080.000) 4.420.000δρχ. Λόγω μη εξόφλησης του δανείου υπήρξε ανανέωση αυτού στις 27-4-1992 για ένα τρίμηνο με κεφαλαιοποίηση των τόκων, δηλαδή για ποσόν 19.500.000δρχ με χρόνο αποδόσεως την 27-7-1992 και με μηνιαίο επιτόκιο 13%. Κατά τη λήξη του τριμήνου το σύνολο της οφειλής ανήλθε στο ποσόν των 27.300.000δρχ, από το οποίο το σύνολο των τόκων ανερχόταν κατά στρογγυλοποίηση στο ποσόν των 7.800.000δρχ, αντί των νόμιμων τόκων, οι οποίοι, υπολογιζόμενοι σύμφωνα με το νόμιμο συμβατικό επιτόκιο 32% και μόνο στο κεφάλαιο (13.000.000 Χ 3 μήνες Χ 32%) ανερχόταν στο ποσόν των 1.040.000δρχ.
Δηλαδή μέχρι την 27-7-1992 το σύνολο των παράνομων τόκων ανήλθε στο ποσόν των (7.800.000-1.040.000) 6.760.000δρχ. Ωστόσο, μετά την πάροδο και αυτού του τριμήνου το δάνειο δεν εξοφλήθηκε και υπήρξε νέα ανανέωση για ένα τρίμηνο με κεφαλαιοποίηση των τόκων, δηλαδή για το ποσόν 27.300.000δρχ., με χρόνο αποδόσεως την 27-10-1992 και με μηνιαίο επιτόκιο 9,3%.
Κατά τη λήξη του τριμήνου το σύνολο της οφειλής ανήλθε στο ποσόν των 35.000.000δρχ, από το οποίο το σύνολο των τόκων ανερχόταν κατά στρογγυλοποίηση στο ποσόν των 7.700.000δρχ., αντί των νόμιμων τόκων, οι οποίοι υπολογιζόμενοι μόνο στο κεφάλαιο των 13.000.000δρχ. και σύμφωνα με το νόμιμο συμβατικό επιτόκιο και ειδικότερα 32% για το χρονικό διάστημα από 28-7-1992 έως 17-9-1992, δηλαδή για (1) ένα μήνα και 21 ημέρες, 42% για το χρονικό διάστημα από 18-9-1992 έως 20-10-1992, δηλαδή για τριάντα δύο (32) ημέρες και 37% για το χρονικό διάστημα από 21-10-1992 έως 27-10-1992, δηλαδή για επτά (7) ημέρες και κατ' αντιστοιχία 589.340δρχ, 485.633δρχ και 93.527δρχ ανήλθαν συνολικά στο ποσόν των 1.168.500 δρχ.
Δηλαδή μέχρι την 27-10-1992 το σύνολο των παράνομων τόκων ανήλθε στο ποσόν των (7.700.000-1.168.500) 6.531.500δρχ. Έτσι, σύμφωνα με τις ανανεώσεις και τους υπολογισμούς υπέρμετρων τόκων που αναφέρθηκαν παραπάνω, το εν λόγω δάνειο ανήλθε στο συνολικό ποσόν των 35.000.000δρχ, από το οποίο το αρχικό κεφάλαιο ήταν 13.000.000 δρχ και το ποσόν των (6.500.000 + 7.800.000 + 7. 700.000) 22.000.000 δρχ.
αφορά τόκους, από τους οποίους οι νόμιμοι ανέρχονταν στο ποσόν των (2.080.000 + 1.040.000 +1.168.500) 4.288.500 δρχ. Κατά συνέπεια οι νόμιμοι τόκοι με το κεφάλαιο ανήλθαν στο ποσόν (13.000.000 + 4.288.500) 17.288.500 δρχ., ενώ οι παράνομοι τόκοι ανήλθαν στο ποσόν των (22.000.000 - 4.288.500) 17. 711.500 δρχ. Το δεύτερο δάνειο που έλαβε ο ίδιος εφεσίβλητος στις 5-11-1991 ποσού 2.000.000δρχ.
συμφωνήθηκε πεντάμηνης διάρκειας με χρόνο αποδόσεως την 5-4-1992 και μηνιαίο επιτόκιο 10%. Κεφάλαιο και τόκοι κατά τη λήξη του πεντάμηνου έφθασαν στο ποσόν των 3.000.000δρχ, από το οποίο το σύνολο των τόκων ανερχόταν στο ποσόν των 1.000.000δρχ, αντί των νόμιμων τόκων, οι οποίοι υπολογιζόμενοι σύμφωνα με το νόμιμο συμβατικό επιτόκιο 32% (2.000.000 Χ 5 μήνες Χ 32%) ανέρχονταν στο ποσόν των 266.670δρχ.
Δηλαδή μέχρι την 5-4-1992 το σύνολο των παράνομων τόκων ανήλθε στο ποσόν των (1.000.000 - 266.670) 733.330δρχ. Λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου υπήρξε ανανέωση αυτού στις 5-4-1992 για ένα τετράμηνο με κεφαλαιοποίηση των τόκων, δηλαδή για ποσόν 3.000.000δρχ., με χρόνο αποδόσεως την 5-8-1992 και με μηνιαίο επιτόκιο 10%. Κατά τη λήξη του τετραμήνου το σύνολο της οφειλής ανήλθε στο ποσό των 4.200.000δρχ., από το οποίο το σύνολο των τόκων ανερχόταν στο ποσόν των 1.200.000δρχ., αντί των νόμιμων τόκων, οι οποίοι υπολογιζόμενοι σύμφωνα με το νόμιμο συμβατικό επιτόκιο 32% και μόνο στο κεφάλαιο (2.000.000 δρχ.
Χ 4 μήνες Χ 325) ανέρχονταν στο ποσόν των 213.340δρχ. Δηλαδή μέχρι την 5-8-1992 το σύνολο των παράνομων τόκων ανήλθε στο ποσόν των (1 200.000-213.340) 986.660 δρχ. Ωστόσο, μετά την πάροδο του τετραμήνου το δάνειο δεν εξοφλήθηκε και υπήρξε νέα ανανέωση για ένα δίμηνο με κεφαλαιοποίηση των τόκων, δηλαδή για ποσόν 4.200.000δρχ., με χρόνο αποδόσεως την 5-10-1992 και με μηνιαίο επιτόκιο 10%.
Κατά τη λήξη του διμήνου το σύνολο της οφειλής ανήλθε στο ποσό των 5.000.000δρχ., από το οποίο το σύνολο των τόκων ανερχόταν κατά στρογγυλοποίηση στο ποσόν των 800.000 δρχ., αντί των νόμιμων τόκων, οι οποίοι υπολογιζόμενοι μόνο στο κεφάλαιο των 2.000.000δρχ. και σύμφωνα με το νόμιμο συμβατικό επιτόκιο και ειδικότερα 32% για το χρονικό διάστημα από 5-8-1992 έως 17-9-1992, δηλαδή για 42 ημέρες, και 42% για το χρονικό διάστημα από 18-9-1992 έως 5-10-1992, δηλαδή για 18 ημέρες και κατ' αντιστοιχία 74.670δρχ και 42.000δρχ ανήλθαν συνολικά στο ποσόν των 116.670δρχ.
Δηλαδή μέχρι την 5-10-1992 το σύνολο των παράνομων τόκων ανήλθε στο ποσόν των (800.000 -116.670) 683.330 δρχ. Έτσι, σύμφωνα με τις ανανεώσεις και τους υπολογισμούς υπέρμετρων τόκων που αναφέρθηκαν παραπάνω, το εν λόγω δάνειο ανήλθε στο συνολικό ποσόν των 5.000.000δρχ., από το οποίο το αρχικό κεφάλαιο ήταν 2.000.000δρχ και το ποσόν των (1.000.000 + 1.200.000 + 800.000) 3.000.000δρχ αφορά τόκους, από τους οποίους οι νόμιμοι ανέρχονταν στο ποσόν των (266.670 + 213.340 + 116.670) 596.680 δρχ.
Κατά συνέπεια οι νόμιμοι τόκοι με το κεφάλαιο ανήλθαν στο ποσόν των (2.000.000 +596.680) 2.596.680δρχ., ενώ οι παράνομοι τόκοι ανήλθαν στο ποσόν των (3.000.000 - 596.680) 2.403.320δρχ. Συνακόλουθα τούτων, για τα δύο αυτά δάνεια συνολικού ποσού (13.000.000 + 2.000.000) 15.000.000δρχ., τα οποία είχαν ανέλθει, συμφωνάμε τους υπέρμετρους τόκους που αναφέρθηκαν παραπάνω, στο ποσόν των 40.000.000δρχ., ο πρώτος των εφεσίβλητων όφειλε να καταβάλει στον εκκαλούντα μαζί με τους νόμιμους συμβατικούς τόκους ποσού (4.288.500 + 596.680) 4.885.180δρχ.
το ποσόν των (15.000.000 + 4.885.180) 19.885.180δρχ. Για τα παραπάνω δύο ατομικά δάνεια που έλαβε ο πρώτος των εφεσίβλητων από τον εκκαλούντα κατέβαλε σ' αυτόν: 1) 15.500.000δρχ με επιταγές πελατείας του, ως μέρος από το συνομολογούμενο ποσό των 21.000.000 στο ιδιωτικό συμφωνητικό της 18-11-1992, για το οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω και τις οποίες εισέπραξε ο εκκαλών και 2) 5.500.000δρχ.
με τρεις επιταγές εκδόσεως της δεύτερης των εφεσίβλητων "... ΕΠΕ" και ειδικότερα : α) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, ποσού 2.000.000δρχ., εκδόσεως την 26-3-1992, πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, β) την υπ' αριθμ. .. επιταγή, ποσού 2.500.000δρχ., εκδόσεως την 7-4-1992, πληρωτέα στη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος και γ) την υπ' αρ. ...
επιταγή, ποσού 1.000.000δρχ., εκδόσεως την 15-4-1992, πληρωτέα στην Γενική Τράπεζα της Ελλάδος. Δηλαδή κατέβαλε στον εκκαλούντα το συνολικό ποσόν των (15.500.000 + 5.500.000) 21.000.000δρχ. και εξόφλησε πλήρως αυτόν κατά κεφάλαιο και νόμιμους τόκους, καταβάλλοντας επιπλέον σ' αυτόν το ποσόν των (21.000.000 -19.885.180) 1.114.820 δρχ. Β. ΔΑΝΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗ.
Το πρώτο δάνειο που έλαβε η εταιρεία "... ΕΠΕ" στις 8-1-1991 ποσού 10.000.000δρχ. συμφωνήθηκε τετράμηνης διάρκειας με χρόνο αποδόσεως την 8-5-1991 και μηνιαίο επιτόκιο 6,25%. Κεφάλαιο και τόκοι κατά τη λήξη του τετράμηνου έφθασαν στο ποσόν των 12.500.000δρχ., από το οποίο το σύνολο των τόκων ανερχόταν στο ποσό των 2.500.000δρχ., αντί των νόμιμων τόκων, οι οποίοι υπολογιζόμενοι σύμφωνα με το νόμιμο συμβατικό επιτόκιο 32% (10.000.000δρχ.
Χ 4 μήνες Χ 32%) ανέρχονταν στο ποσό των 1.067.000δρχ. Δηλαδή μέχρι την 8-5-1991 το σύνολο των παράνομων τόκων ανήλθε στο ποσόν των (2.500.000 - 1.067.000) 1.433.000 δρχ. Λόγω της μη εξοφλήσεως του δανείου υπήρξε ανανέωση αυτού στις 8-5-1991 για ένα πεντάμηνο με κεφαλαιοποίηση των τόκων, δηλαδή για ποσόν 12.500.000δρχ., με χρόνο αποδόσεως την 8-10-1991 και με μηνιαίο επιτόκιο 6,25%.
Κατά τη λήξη του πεντάμηνου το σύνολο της οφειλής ανήλθε στο ποσόν των 16.200.000δρχ., από το οποίο το σύνολο των τόκων ανερχόταν κατά στρογγυλοποίηση στο ποσόν των 3.700.000δρχ., αντί των νομίμων τόκων, οι οποίοι υπολογιζόμενοι σύμφωνα με το νόμιμο συμβατικό επιτόκιο 32% και μόνο στο κεφάλαιο (10.000.000 δρχ. Χ 5 μήνες Χ 32%) ανέρχονταν στο ποσόν των 1.333.350δρχ.
Δηλαδή μέχρι την 8-10-1991 το σύνολο των παράνομων τόκων ανήλθε στο ποσόν των (3.700.000 - 1.333.350) 2.366.650δρχ. Ωστόσο, μετά την πάροδο του πεντάμηνου το δάνειο δεν εξοφλήθηκε και υπήρξε νέα ανανέωση για ένα τετράμηνο με κεφαλαιοποίηση των τόκων, δηλαδή για ποσόν 16.200.000δρχ., με χρόνο αποδόσεως την 8-2-1992 και με μηνιαίο επιτόκιο 6,25%.
Κατά τη λήξη του τετραμήνου το σύνολο της οφειλής ανήλθε στο ποσόν των 20.000.000δρχ., από το οποίο το σύνολο των τόκων ανερχόταν κατά στρογγυλοποίηση στο ποσόν των 3.800.000δρχ., αντί των νόμιμων τόκων, οι οποίοι υπολογιζόμενοι μόνο στο κεφάλαιο των 10.000.000δρχ. και σύμφωνα με το νόμιμο συμβατικό επιτόκιο, και ειδικότερα 32% για το χρονικό διάστημα τριών μηνών και είκοσι οκτώ ημερών, ανέρχονταν στο ποσόν των 1.048.900δρχ.
Δηλαδή μέχρι την 8-2-1992 το σύνολο των παράνομων τόκων ανήλθε στο ποσόν των (3.800.000 -1.048.900) 2.751.100δρχ. Ωστόσο, μετά την πάροδο του τετραμήνου αυτού το δάνειο δεν εξοφλήθηκε και υπήρξε νέα ανανέωση για ένα εννιάμηνο με κεφαλαιοποίηση των τόκων, δηλαδή για ποσόν 20.000.000δρχ., με χρόνο αποδόσεως την 8-11-1992 και με μηνιαίο επιτόκιο 6,25%.
Κατά τη λήξη του εννιάμηνου το σύνολο της οφειλής ανήλθε στο ποσόν των 30.000.000δρχ., από το οποίο το σύνολο των τόκων ανερχόταν στο ποσόν των 10.000.000δρχ., αντί των νόμιμων τόκων, οι οποίοι υπολογιζόμενοι μόνο στο κεφάλαιο των 10.000.000δρχ. και σύμφωνα με το νόμιμο συμβατικό επιτόκιο και ειδικότερα 32% για το χρονικό διάστημα από 9-2-1992 έως 17-9-1992, δηλαδή για επτά (7) μήνες και 10 ημέρες, 42% για το χρονικό διάστημα από 18-9-1992 έως 20-10-1992, δηλαδή για τριάντα δύο (32) ημέρες και 37% για το χρονικό διάστημα από 21-10-1992 έως 9-11-1992, δηλαδή για είκοσι (20) ημέρες, και κατ' αντιστοιχία 1.955.555δρχ., 373.333δρχ.
και 205.555δρχ., ανήλθαν συνολικά στο ποσόν των 2.534.443δρχ., πλην όμως κατά τα συνομολογούμενα στην αγωγή οι νόμιμοι τόκοι ανήλθαν στο ποσόν των 5.000.000δρχ. Δηλαδή μέχρι την 27-10-1992το σύνολο των παράνομων τόκων ανήλθε στο ποσόν των (10.000.000 - 5.000.000) 5.000.000δρχ. Έτσι, σύμφωνα με τις ανανεώσεις και τους υπολογισμούς υπέρμετρων τόκων που αναφέρθηκαν παραπάνω, το εν λόγω δάνειο ανήλθε στο συνολικό ποσόν των 30.000.000δρχ., από το οποίο το αρχικό κεφάλαιο ήταν 10.000.000δρχ.
και το ποσόν των (2.500.000 + 3.700.000 +3.800.000 + 10.000.000) 20.000.000δρχ. αφορά τόκους, από τους οποίους οι νόμιμοι ανέρχονταν στο ποσόν των (1.067.000 + 1.333.350 + 1.048.900 + 5.000.000) 8.449.250 δρχ. Κατά συνέπεια οι νόμιμοι τόκοι με το κεφάλαιο ανήλθαν στο ποσόν των (10.000.000 + 8.449.250) 18.449.250δρχ., ενώ οι παράνομοι τόκοι ανήλθαν στο ποσόν των (30.000.000 -18.449.250) 11.550.750δρχ.
Το δεύτερο δάνειο που έλαβε η ίδια εφεσίβλητη στις 9-12-1991 ποσού 2.000.000δρχ. συμφωνήθηκε πεντάμηνης διάρκειας με χρόνο αποδόσεως την 9-5-1992 και μηνιαίο επιτόκιο 10%. Κεφάλαιο και τόκοι κατά τη λήξη του πεντάμηνου έφθασαν στο ποσόν των 3.000.000δρχ., από το οποίο το σύνολο των τόκων ανερχόταν στο ποσόν των 1.000.000δρχ., αντί των νόμιμων τόκων, οι οποίοι υπολογιζόμενοι σύμφωνα με το νόμιμο συμβατικό επιτόκιο 32% (2.000.000 Χ 5 μήνες Χ 32%) ανέρχονταν στο ποσόν των 266.670δρχ.
Δηλαδή μέχρι την 9-5-1992 το σύνολο των παράνομων τόκων ανήλθε στο ποσόν των (1.000.000 - 266.670) 733.330δρχ. Λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου υπήρξε ανανέωση αυτού στις 9-5-1992 για ένα τετράμηνο με κεφαλαιοποίηση των τόκων, δηλαδή για ποσόν 3.000.000δρχ. με χρόνο αποδόσεως την 9-9-1992 και με μηνιαίο επιτόκιο 10%. Κατά τη λήξη του τετράμηνου το σύνολο της οφειλής ανήλθε στο ποσόν των 4.200.000δρχ., από το οποίο το σύνολο των τόκων ανερχόταν στο ποσόν των 1.200.000δρχ., αντί των νόμιμων τόκων, οι οποίοι υπολογιζόμενοι σύμφωνα με το νόμιμο συμβατικό επιτόκιο 32% και μόνο στο κεφάλαιο (2.000.000 Χ 4 μήνες Χ 32%) ανέρχονταν στο ποσόν των 213.340δρχ.
Δηλαδή μέχρι την 9-9-1992 το σύνολο των παράνομων τόκων ανήλθε στο ποσόν των (1.200.000 -231.340) 986.660δρχ. Ωστόσο, μετά την πάροδο του τετραμήνου το δάνειο δεν εξοφλήθηκε και υπήρξε νέα ανανέωση για ένα δίμηνο με κεφαλαιοποίηση των τόκων, δηλαδή για ποσόν 4.200.000δρχ., με χρόνο αποδόσεως την 9-11-1992 και με μηνιαίο επιτόκιο 10%.
Κατά τη λήξη του διμήνου το σύνολο της οφειλής ανήλθε στο ποσόν των 5.000.000δρχ., από το οποίο το σύνολο των τόκων ανερχόταν κατά στρογγυλοποίηση στο ποσόν των 800.000δρχ., αντί των νόμιμων τόκων σύμφωνα με το νόμιμο συμβατικό επιτόκιο, και ειδικότερα 32% για το χρονικό διάστημα από 9-9-1992 έως 17-9-1992, δηλαδή για οκτώ (8) ημέρες, 42% για το χρονικό διάστημα από 18-9-1992 έως 20-10-1992, δηλαδή για 32 ημέρες, και 37% για το χρονικό διάστημα από 21-10-1992 έως 9-11-1992, δηλαδή για 19 ημέρες και κατ' αντιστοιχία 14.224δρχ., 74.667δρχ., και 30.053δρχ., ανήλθαν συνολικά στο ποσόν των 118.944δρχ.
Δηλαδή μέχρι την 9-11-1992 το σύνολο των παράνομων τόκων ανήλθε στο ποσόν των (800.000 - 118.944) 681.056 δρχ. Έτσι, σύμφωνα με τις ανανεώσεις και τους υπολογισμούς υπέρμετρων τόκων που αναφέρθηκαν παραπάνω, το εν λόγω δάνειο ανήλθε στο συνολικό ποσόν των 5.000.000δρχ., από το οποίο το αρχικό κεφάλαιο ήταν 2.000.000δρχ. και το ποσόν (1.000.000 + 1.200.000 + 800.000) 3.000.000δρχ.
αφορά τόκους, από τους οποίους οι νόμιμοι ανέρχονταν στο ποσόν των κεφάλαιο ανήλθαν στο ποσόν των (2.000.000 + 598.954) 2.598.954 δρχ., ενώ οι παράνομοι τόκοι ανήλθαν στο ποσόν των (3.000.000 - 598.594) 2.401.046δρχ. Συνακόλουθα τούτων, για τα δύο αυτά δάνεια συνολικού ποσού (10.000.000 + 2.000.000) 12.000.000 δρχ., τα οποία είχαν ανέλθει σύμφωνα με τους υπέρμετρους τόκους που αναφέρθηκαν παραπάνω στο ποσόν των 35.000.000 δρχ., η δεύτερη των εφεσίβλητων όφειλε να καταβάλει στον εκκαλούντα μαζί με τους νόμιμους συμβατικούς τόκους ποσού (8.449.250 + 598.954) 9.048.204δρχ.
το ποσόν των (12.000.000 + 9. 048. 204)21.048.204 δρχ. Για τα παραπάνω δύο δάνεια που έλαβε η δεύτερη των εφεσιβλήτων από τον εκκαλούντα κατέβαλε σε αυτόν: 1) 18.000.000 δρχ με επιταγές εκδόσεως του πρώτου των εφεσίβλητων οι δύο πρώτες και της ίδιας της εταιρείας οι υπόλοιπες, και ειδικότερα: α) την υπ' αρ. ... επιταγή, ποσού 2.500.000δρχ., εκδόσεως την 4-3-1991, πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, β) την υπ' αρ. ...
επιταγή, ποσού 3.000.000δρχ., εκδόσεως την 28-4-1991, πληρωτέα στην ίδια Τράπεζα, γ) την υπ' αρ. ... επιταγή , ποσού 3.000.000δρχ., εκδόσεως την 18-2-199, πληρωτέα στην ίδια Τράπεζα, δ) την υπ' αρ.... επιταγή, ποσού 1.000.000 δρχ., εκδόσεως την 27-2-1992 πληρωτέα στην ίδια Τράπεζα, ε) την υπ' αρ. ... επιταγή, ποσού 3.000.000δρχ. εκδόσεως την 20-3-1992, πληρωτέα στην Γενική Τράπεζα της Ελλάδος, στ) την υπ' αρ. ...
επιταγή, ποσού 1.150.000δρχ., εκδόσεως την 21-3-1992, πληρωτέα στην ίδια Τράπεζα, ζ) την υπ' αρ. ... επιταγή, ποσού 2.100.000δρχ., εκδόσεως την 23-3-1992, πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, και η) την υπ' αρ. ... εκδόσεως την 3-4-1992, πληρωτέα στην ίδια Τράπεζα 2) 5.500.000δρχ. με επιταγές πελατείας της, ως μέρος από το συνομολογούμενο ποσό των21.000.000δρχ.
στο ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό της 18-1 1-1992, και στο οποίο ποσόν, κατά μερική παραδοχή του τέταρτου λόγου εφέσεως, περιλαμβάνεται και το ποσόν των 2.320.000δρχ. με τις ακόλουθες επιταγές πελατείας της δεύτερης των εφεσίβλητων, τις οποίες εισέπραξε ο εκκαλών, και ειδικότερα: α) την υπ' αρ. ... επιταγή, εκδόσεως ...
την 30-7-1992, ποσού 2.000.000δρχ. πληρωτέα στην Τράπεζα Επαγγελματικής Πίστεως, β) την υπ' αρ. ... επιταγή, εκδόσεως του ιδίου την 8-6-1992, ποσού 120.000δρχ., πληρωτέα στην Ιονική Τράπεζα, και γ) την υπ ' αρ. ... επιταγή, εκδόσεως του ιδίου 10-6-1992, ποσού 200.000δρχ., πληρωτέα στην Τράπεζα Πίστεως, και 3)80.000 μετρητά την 9-11-1992, ποσόν για το οποίο κατέθεσε στην ένορκη της η μάρτυρας Ζ.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη των εφεσίβλητων κατέβαλε έναντι αυτών των δανείων τραπεζική επιταγή, εκδόσεως την 30-4-1992 και ποσού 3.200.000δρχ., όπως διατείνεται με τις προτάσεις, χωρίς ωστόσο να προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Δηλαδή κατέβαλε στον εκκαλούντα το συνολικό ποσόν των (18.000.000 + 5.500.000 + 80.000) 23.580.000δρχ.
και εξόφλησε πλήρως αυτόν, καταβάλλοντας του επιπλέον (23.580.000 - 21.048.204)2.531.796δρχ. Επομένως με βάση όλες τις παραπάνω καταβολές των εφεσιβλήτων-εναγόντων και για τα τέσσερα δάνεια, ο εκκαλών-εναγόμενος εισέπραξε το συνολικό ποσόν των (21.000.000 + 23.580.000) 44.580.000δρχ. Περαιτέρω, ο εκκαλών, παρότι είχε ήδη εισπράξει από τους εφεσίβλητους μέχρι το Νοέμβριο του έτους 1992 το πιο πάνω ποσόν των 44.580.000δρχ., είχε στην κατοχή του τέσσερις επιταγές, εκδόσεως της δεύτερης τούτων, συνολικού ποσού 45.000.000δρχ., που του είχαν δοθεί ως εγγύηση για την αποπληρωμή των πιο πάνω δανείων και των παράνομων τόκων τους.
Συγκεκριμένα, ο εκκαλών είχε στα χέρια του : α) την υπ' αρ. ...επιταγή, εκδόσεως την 5-10-1992, ποσού 5.000.000δρχ., πληρωτέα στη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα και σφραγίσθηκε λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων, β) την υπ' αρ. ... επιταγή, εκδόσεως την 9-11-1992, ποσού 25.000.000δρχ., πληρωτέα στην ίδια Τράπεζα, η οποία εμφανίσθηκε την ίδια ημέρα στην πληρώτρια Τράπεζα και σφραγίσθηκε λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων, γ) την υπ' αρ. ...
επιταγή, εκδόσεως την 9-11-1992, ποσού 5.000.000δρχ., πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία εμφανίσθηκε την ίδια ημέρα στην πληρώτρια Τράπεζα και σφραγίσθηκε λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων, και δ)την υπ' αρ. ... επιταγή, εκδόσεως την 30-6-1993, ποσού 10.000.000δρχ., πληρωτέα στην ίδια τράπεζα. Στη σφράγιση των πιο πάνω επιταγών προχώρησε ο εκκαλών, προκειμένου να ασκήσει πίεση στους εφεσίβλητους προς καταβολή των υπέρογκων παράνομων τόκων που ενσωμάτωναν οι επιταγές αυτές.
Υπό την πίεση της σφραγίσεως των πιο πάνω επιταγών, αλλά και της απειλής εκ μέρους του εκκαλούντος ότι θα σφραγίσει και τις υπόλοιπες, - ενέργεια, η οποία εφόσον ήθελε πραγματοποιηθεί θα σήμαινε την οικονομική καταστροφή για την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, καθόσον οι μεν προμηθευτές δεν θα τους παρείχαν πλέον πίστωση στις μεταξύ τους συναλλαγές, οι δε Τράπεζες δεν θα τους χορηγούσαν νέα μπλοκ επιταγών, με συνέπεια την αδυναμία λειτουργίας της επιχειρήσεως τους, ο πρώτος των εφεσίβλητων, ενεργώντας ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης τούτων και προκειμένου να λάβει στην κατοχή του τα σώματα των σφραγισμένων επιταγών και να προλάβει τις δυσμενείς συνέπειες γι' αυτόν και την εταιρεία που εκπροσωπούσε, υπέγραψε το από 18-11-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο υπό την πίεση των απειλών που προαναφέρθηκαν συνομολόγησε όχι σοβαρά αλλά μόνο κατά το φαινόμενο τα εξής:
ότι έλαβε ως δάνειο ατομικά το ποσόν των 36.000.000δρχ. και ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας "... ΕΠΕ" το ποσόν των 30.000.000δρχ. με το νόμιμο προθεσμιακό επιτόκιο 24% που χορηγούσε η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος κατά την ημερομηνία υπογραφής του συμφωνητικού, αντί των αληθών ποσών δανείων που είχαν λάβει ύψους 15.000.000δρχ.
και 12.000.000δρχ., αντίστοιχα, καθώς και του αληθούς ύψους των επιτοκίων, που κυμαίνονταν από 75% έως 156% ετησίως, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω. Επίσης, στο ίδιο συμφωνητικό συνομολογήθηκε ότι είχε καταβληθεί στον εκκαλούντα έναντι κεφαλαίου και τόκων μόνο το ποσόν των 21.000.000δρχ. με επιταγές εκδόσεως τρίτων προσώπων, αντί του αληθούς ποσού των 44.580.000δρχ., που όπως αποδείχθηκε παραπάνω κατέβαλαν οι εκκαλούντες, και τούτο προκειμένου να προκύπτει το οφειλόμενο ποσόν των 45.000.000δρχ., για το οποίο είχε ήδη στην κατοχή του ο εκκαλών τις πιο πάνω τέσσερις επιταγές.
Στη συνέχεια, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις ακολούθησε η υπογραφή του από 19-11-1992 συμπληρωματικού ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμφωνα με το οποίο επιστράφηκαν από τις παραπάνω τέσσερις επιταγές οι σφραγισμένες υπ' αρ. ... και ... επιταγές ποσού δρχ. 25.000.000δρχ. και 5.000.000δρχ. αντίστοιχα, σε αντικατάσταση των οποίων δόθηκε στον εκκαλούντα η υπ' αρ. ...
επιταγή, ποσού 30 000.000δρχ. με ημερομηνία εκδόσεως την 30-8-1993 και πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Επιπλέον ο πρώτος των εφεσίβλητων Χ1, ως εγγύηση των πιο πάνω τεσσάρων επιταγών συνολικού ποσού 45,000.000δρχ., από τις οποίες οι δύο ανανεώθηκαν σύμφωνα με το συμπληρωματικό συμφωνητικό της 19-11-1992, είχε παραδώσει στον εκκαλούντα την υπ' αρ. ...
επιταγή εκδόσεως του και πληρωτέα από τον προσωπικό του λογαριασμό στην Αγροτική Τράπεζα, με μόνη την υπογραφή του και ασυμπλήρωτη κατά τα λοιπά της στοιχεία, δηλαδή ημερομηνία και τόπο εκδόσεως και το ποσόν. Έτσι υπό την πίεση σφραγίσεως της εν λόγω λευκής επιταγής αλλά και της άλλης από τις τέσσερις, εκδόσεως την 30-6-1993 και ποσού 10.000.000δρχ., που δεν είχε ακόμη εμφανισθεί προς πληρωμή, ο πρώτος των εφεσίβλητων, ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης τούτων, προέβη στην σύναψη των δύο συμφωνητικών όχι σοβαρά αλλά μόνο κατά το φαινόμενο, χωρίς να γνωρίζει μάλιστα ότι ο εκκαλών κατά την υπογραφή τούτων είχε ήδη συμπληρώσει και εμφανίσει προς πληρωμή την πιο πάνω λευκή επιταγή, κατά παράβαση των όσων είχαν συμφωνηθεί, θέτοντας ως τόπο εκδόσεως το ..., ως ημερομηνία εκδόσεως την 27-10-1992, ως πληρωτέο ποσό αυτό των 35.000.000δρχ.
και την εντολή να πληρωθεί εις διαταγή του (Ψ). Κατά συνέπεια, η δήλωση βουλήσεως του πρώτου των εφεσίβλητων στο από 18-11-1992 συμφωνητικό και στο από 19-11-199% συμπληρωματικό τούτου τυγχάνει άκυρη ως εικονική. Ο εκκαλών, προς αντίκρουση των πιο πάνω περιστατικών, ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρει τον ισχυρισμό του αυτό με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως, ότι από τον Ιανουάριο του 1991 και εντεύθεν δάνεισε στους εφεσίβλητους το συνολικό ποσόν των 61.000.000δρχ.
λόγω της φιλίας που τους συνέδεε και με την υπόσχεση ότι με τα χρήματα αυτά θα τον προμήθευαν με οικοδομικά υλικά, με έκπτωση 30% της αγοραίας αξίας του για την οικοδομή που επρόκειτο να αναγερθεί σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του ιδίου ή της συζύγου του στην .... Και είναι μεν αληθές ότι οι μάρτυρες του εκκαλούντος στις ένορκες καταθέσεις τους υποστήριζαν την εκδοχή αυτή ως αιτία των συναλλακτικών σχέσεων μεταξύ των διαδίκων, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι πειστικός και αναιρείται από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτυρούν των εφεσίβλητων και τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Συγκεκριμένα, δεν συνάδει προς την κοινή λογική η καταβολή ποσού τέτοιου ύψους για τη μελλοντική ανέγερση οικοδομής σε οικόπεδο, το οποίο κατά το χρόνο των διαδοχικών πιο πάνω δανείων δεν είχε καν αγορασθεί. Πράγματι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Δημ.
Ζερβού, η αγορά του εν λόγω οικοπέδου έλαβε χώρα μόλις την 19-12-1991, δηλαδή πολύ μετά την σύναψη των επίδικων δανείων, η δε άδεια οικοδομής εκδόθηκε το έτος 1992 με προϋπολογισμό κόστους οικοδομής ύψους 100.000.000δρχ Κατά συνέπεια, δεν είναι πειστικό, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να προκατέβαλε ο εκκαλών στους εφεσίβλητους το ποσόν των 61.000.000δρχ.
μόνο για την αγορά οικοδομικών υλικών, χωρίς μάλιστα σ' αυτά να περιλαμβάνονται και τα σίδερα, και σε χρόνο κατά τον οποίο όχι μόνο δεν γνώριζε, τι εκτάσεως και κόστους οικοδομή επρόκειτο να ανεγείρει, αλλά ούτε καν είχε αγοράσει το πιο πάνω οικόπεδο. Εξάλλου, αν πράγματι το πιο πάνω ποσόν είχε δοθεί για την αιτία που υποστηρίζει ο εκκαλών, τότε δε δικαιολογείται η σταδιακή επιστροφή του ποσού τούτου καθ' όλη τη διάρκεια των ετών 1991 και 1992 με τις επιταγές των εφεσίβλητων που αναφέρθηκαν παραπάνω, από το οποίο το ποσόν των 21.000.000δρχ.
συνομολογεί και ο ίδιος ο εκκαλών στο επίμαχο συμφωνητικό της 18-11-1992 ότι του είχε επιστραφεί. Περαιτέρω, ο εκκαλών, αντιλαμβανόμενος ότι δεν δικαιολογείται η κατ' επανάληψη καταβολή διάφορων ποσών με επιταγές των εφεσίβλητων ή πελατών τους, ισχυρίζεται ότι λάμβανε τις επιταγές αυτές με σκοπό να τους διευκολύνει, τις κατέθετε στη συνέχεια στο λογαριασμό του στην Αγροτική Τράπεζα προς προείσπραξη, προκειμένου να παραδώσει ακολούθως το αντίτιμο τους στον πρώτο των εφεσίβλητων, για να τους εξασφαλίσει με τον τρόπο αυτό οικονομική ρευστότητα, προς εγγύηση δε της εξυπηρετήσεως αυτής δικαιολογεί κα τη λήψη εκ μέρους του της λευκής επιταγής, την οποία συμπλήρωσε στην συνέχεια με το ποσόν των 35.000.000δρχ.
Ωστόσο, προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού ο εκκαλών δεν προσκομίζει κάποιο παραστατικό από τις τραπεζικές αυτές συναλλαγές, οι δε μάρτυρες του αορίστως επαναλαμβάνουν, όσα και ο ίδιος παραθέτει στις προτάσεις του. Από την πλευρά τους οι εφεσίβλητοι, πέραν της ένδικης αγωγής που άσκησαν εναντίον του εκκαλούντος, αντέδρασαν και με την υποβολή μηνύσεων, και ειδικότερα με τις από 28-1-1994 και 8-10-1995 μηνύσεις ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με βάση τις οποίες ο εκκαλών παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και ύστερα από πολλούς δικαστικούς αγώνες, - κατά τη διάρκεια των οποίων και για ορισμένες από τις χορηγήσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του λόγω παραγραφής-, καταδικάσθηκε με την 2463/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών για την σύναψη τοκογλυφικών δανειακών συμβάσεων κατά την παράταση προθεσμίας πληρωμής των αρχικών δανειακών συμβάσεων, καθώς και για τις πράξεις με τις οποίες επεδίωξε την είσπραξη των τοκογλυφικών ωφελημάτων, η απόφαση δε αυτή κατέστη και αμετάκλητη με την έκδοση της 1233/2000 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως, που άσκησε ο εκκαλών.
Εξάλλου, ο εκκαλών, σε μια προσπάθεια να μειώσει την έκταση των καταδικαστικών αποφάσεων εις βάρος του, κατά τη συζήτηση μετ' αναίρεση της υποθέσεως για την υπεξαγωγή εγγράφων, δήλωσε ότι είναι πρόθυμος να επιστρέψει στον πολιτικώς ενάγοντα τις τρεις επιταγές συνολικού ποσού 45.000.000δρχ. που είχε λάβει ως εγγύηση αποπληρωμής των δανείων που αναφέρονταν στο συμφωνητικό της 18-11-1992, και κατόπιν αυτού με την 7187/2002 το Τριμελές Εφετείο Αθηνών ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως και ο εκκαλών-κατηγορούμενος επέστρεψε στον πρώτο των εφεσίβλητων τις επιταγές αυτές και κατόπιν αυτού οι εφεσίβλητοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου παραιτήθηκαν του αντίστοιχου αγωγικού αιτήματος.
Συνακόλουθα τούτων πρέπει η αναφερομένη στο από 18-11-1992 συμφωνητικό σύμβαση δανείου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων και η από 19-11-1992 συμπληρωματική αυτής να αναγνωρισθούν άκυρες λόγω εικονικότητας ως προς τον προσδιορισμό του κεφαλαίου των δανείων τούτων, και συγκεκριμένα για ποσόν μεγαλύτερο των 15.000.000δρχ., ισότιμου πλέον με 44.020,54 ευρώ, για τον πρώτο των εφεσίβλητων και για ποσόν μεγαλύτερο των 12.000.000δρχ., ισότιμου πλέον με 35.216,43 ευρώ, για την δεύτερη των εφεσίβλητων, καθώς και ως προς το αναφερόμενο ως συμφωνημένο επιτόκιο, και αφού αναγνωρισθεί ότι με βάση τη χρονική διάρκεια των δανείων και το ανώτατο ισχύον συμβατικό επιτόκιο η συνολική οφειλή των τόκων για μεν τον πρώτο των εφεσίβλητων ανέρχεται στο ποσόν των 4.885.180 δρχ., ισότιμο ήδη με. 14.336,55 ευρώ, ενώ για τη δεύτερη των εφεσίβλητων στο ποσόν των 9.048.204δρχ., ισότιμο ήδη με 26.553,79 ευρώ, να υποχρεωθεί ο εκκαλών να καταβάλει τα ακόλουθα ποσά που καταβλήθηκαν σ' αυτόν παρανόμως και αχρεωστήτως, και ειδικότερα στον πρώτο των εφεσίβλητων το ποσόν των 1.114.820δρχ., ισότιμο με 3.271,67 ευρώ και στη δεύτερη των εφεσίβλητων το ποσόν των, 2.531.796 δρχ., ισότιμο με 7.430,06 ευρώ, τα ποσά δε αυτά με το νόμιμο τόκο από την 18-11-1992, οπότε έληξαν οι συναλλαγές των διαδίκων με την κατάρτιση του πιο πάνω συμφωνητικού και έκτοτε γνώριζε ο εκκαλών τη μη ύπαρξη οφειλής για τα συγκεκριμένα ποσά, αφού δεν αποδεικνύεται προγενέστερος χρόνος της αχρεώστητης καταβολής των ποσών που επιδικάζονται ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.
Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, που διατυπώνεται ως πέμπτος λόγος εφέσεως, ότι δηλαδή σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να ορισθεί η επίδοση της αγωγής ως χρόνος ενάρξεως της τοκοδοσίας, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού σύμφωνα με το άρθρο 911 αρ. 1ΑΚ, ο λήπτης ευθύνεται ως αν είχε επιδοθεί η αγωγή επί απαιτήσεως αχρεωστήτου, εφόσον γνώριζε τη μη ύπαρξη του χρέους ή αφότου έλαβε γνώση της μη υπάρξεως τούτου, και στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τα οποία και αποδείχθηκαν από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν, ο εκκαλών γνώριζε ότι τα επιπλέον ποσά που επιδίωξε και εισέπραξε αποτελούσαν παροχή αχρεώστητη, αφού αποτελούσαν ποσά τόκων πλέον των νόμιμων.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή στο σύνολο της και αναγνώρισε άκυρες λόγω εικονικότητας την από 18-11-1992 σύμβαση δανείου και την από 19-11-1992 συμπληρωματική αυτής ως προς τον προσδιορισμό του κεφαλαίου και το ποσοστό του επιτοκίου, και ειδικότερα για ποσά κεφαλαίου μεγαλύτερα των 15.000.000δρχ. ως προς τον πρώτο των εφεσίβλητων και των 12.000.000δρχ.
ως προς τη δεύτερη τούτων, κατά την ισοτιμία αυτών σε ΕΥΡΩ, και αφού αναγνώρισε ότι η συνολική οφειλή των νόμιμων τόκων για μεν τον πρώτο των εφεσίβλητων ανερχόταν στο ποσόν των 4.885.180δρχ., για δε τη δεύτερη τούτων στο ποσόν των 9.048.204δρχ., κατά. την ισοτιμία αυτών σε ΕΥΡΩ, υποχρέωσε τον εκκαλούντα να καταβάλει στους εφεσίβλητους ως αχρεωστήτως καταβληθέντα σ' αυτόν το ποσόν των 3.271,67 ΕΥΡΩ στον πρώτο και το ποσόν των 23.629,63 ΕΥΡΩ στη δεύτερη τούτων, και με το νόμιμο τόκο από την 18-11-1992 και μέχρι την εξόφληση.
Δεν έσφαλε λοιπόν ως προς την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής αναφορικά με το κύρος της από 18-11-1992 συμβάσεως δανείου και της από 19-11-1992 συμπληρωματικής αυτής, δεδομένου ότι τόσο τα εκτιθέμενα σε αυτή περιστατικά, όσο και αυτά που αποδείχθηκαν, συνιστούσαν ακυρότητα των συμβάσεων τούτων λόγω εικονικότητας, έσφαλε όμως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το ποσόν που κατέβαλε η δεύτερη των εφεσίβλητων προς εξόφληση των δανείων που είχε συνάψει με τον εκκαλούντα, και συνακόλουθα ως προς το ποσόν των τόκων που είχε εισπράξει ο τελευταίος αχρεωστήτως και οφείλει να της επιστρέψει.
Πρέπει λοιπόν να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η υπό κρίση έφεση και στην ουσία της, να εξαφανισθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να διακρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο και να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή και στην ουσία της, και ειδικότερα να αναγνωρισθούν άκυρες., οι πιο πάνω συμβάσεις δανείου λόγω εικονικότητας για ποσά κεφαλαίου μεγαλύτερα των 15.000.000δρχ.
ως προς τον πρώτο των εναγόντων και των 12.000.000δρχ. ως προς την δεύτερη τούτων, κατά την ισοτιμία αυτών σε ΕΥΡΩ, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 3.271,67 ΕΥΡΩ και στη δεύτερη τούτων το ποσόν των 7.430,06 ΕΥΡΩ, τα ποσά δε αυτά με το νόμιμο τόκο από την 18-11-1992 και μέχρι την εξόφληση, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό . . . ".
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατά τα δύο μέρη του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες στα ακόλουθα στοιχεία: 1) ενώ δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε η καταβολή ποσού 3.200.000 δρχ. εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσείουσας, δεν αιτιολογεί γιατί δεν συνεκτιμά τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας και 2) ενώ δέχεται ότι το από 18 -11-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι προϊόν πίεσης και απειλής, αλλά και εικονικό ως προς το ποσόν που συνομολόγησε ο πρώτος αναιρεσείων ότι δανείστηκαν και οι δύο αναιρεσείοντες, έκρινε στη συνέχεια ότι το ποσό των 21.000.000 προς αναφέρεται στο ίδιο συμφωνητικό περιλαμβάνει όλες τις επιταγές πελατείας τους που δόθηκαν στον αναιρεσίβλητο, και δεν υπάρχουν άλλες επιταγές, πέραν εκείνων που αναφέρονται στο ίδιο συμφωνητικό.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 904 του ΑΚ την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεση.
Εξ άλλου, ο ίδιος δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσο δηλαδή μεσολάβησε επί πλέον εκ μέρους των αναιρειόντων και καταβολή ποσού 3.200.000 δρχ.
με την εξόφληση ισόποσης τραπεζικής επιταγής και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσίβλητου, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση: α) με το αποδεικτικό πόρισμα που προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη με στοιχείο (Ι) της παρούσας και β) με το περιεχόμενο του από 18-11-1192 ιδιωτικού συμφωνητικού είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Πρέπει επομένως να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου που νίκησε (αρθ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς να καταθέσει έγγραφες προτάσεις, αλλά επί άλλης συναφούς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-9-2008 αίτηση των : 1) Χ1 και 2) της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4566/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ