Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling lower court correctly rejected plaintiff's claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider specific factual claims regarding the defendants' financial solvency and business prospects, which were foundational to the lawsuit. The court ruled that the lower court had properly evaluated and rejected these arguments, rendering the appeal inadmissible and unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19, 8 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible when the lower court has already considered and rejected the substantive arguments raised by the appellant, even if the appeal claims a violation of procedural rules regarding the examination of those arguments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1064 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1064/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1 , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις, 2.... συζ. Ψ1, το γεν. ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστομένη Τζαννετή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., αμφοτέρων κατοίκων ... και 3....., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μπακόλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Οκτωβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6134/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 91/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Απριλίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 26 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 531/27-4-2007 αιτήσεως για αναίρεση της 91/16-1-2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 531/27-4-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 91/16-1-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 1555112/9871/31-10-2003 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, απορρέουσες από την αποδιδόμενη στους εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους άδικη και υπαίτια πράξη.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 6134/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 1657/24-2-2005 έφεση του ενάγοντος, η 91/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της. "Ο ενάγων που είναι δικηγόρος, από το έτος 1985 εισήλθε στην οικογενειακή επιχείρηση της συζύγου του ...
την οποία οδήγησε σε ραγδαία ανάπτυξη και κερδοφορία, ο ίδιος δε ως πετυχημένος επιχειρηματίας ανεδείχθη Πρόεδρος στο σύνδεσμο του κλάδου αυτού. Με τον α' εναγόμενο, ο οποίος ήταν επίσης επιχειρηματίας ασχολούμενος με την εισαγωγή και εμπορία φορτηγών αυτοκινήτων, μπετονιέρων και λοιπών μηχανημάτων, γνωρίστηκαν από το έτος 1986.
Εκτός από τις στενές φιλικές σχέσεις ανέπτυξαν και επαγγελματικές. Ο ενάγων ο οποίος διέθετε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ρευστότητα, λόγω των κερδοφόρων επενδύσεων και χρηματικών διαθεσίμων της ως άνω οικογενειακής επιχείρησης, εμπιστευθείς τον εναγόμενο προέβαινε σε δανεισμούς της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εναγόμενου.
Ο τελευταίος δε, ήταν απόλυτα συνεπής, επιστρέφοντας τα χρήματα εμπρόθεσμα με τις αποδόσεις που δήλωνε ότι ελάμβανε από τη χρήση των κεφαλαίων όπως επιβεβαίωσε και ο Φ1, αδελφός του ενάγοντος, με την από 11-2-02 ένορκη κατάθεσή του στον Ανακριτή στα πλαίσια ποινικής δίκης μεταξύ των διαδίκων, η οποία εκτιμάται για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Ειδικότερα ο παραπάνω δήλωσε επίσης και ότι σε επένδυση - δανεισμό που ο ίδιος έκαμε στις επιχειρήσεις του εναγόμενου, κατά το έτος 1995 ο τελευταίος ήταν απόλυτα συνεπής αλλά και ότι, κατ' επανάληψη είχε επιστρέψει ο εναγόμενος στον ενάγοντα ποσά δανείων με μεγάλες αποδόσεις εντός πολύ μικρού χρονικού διαστήματος.
Η σχέση αυτή των διαδίκων στενή οικογενειακή και επαγγελματική, συνεχίστηκε περίπου μέχρι και το έτος 1993 όπου ο α' εναγόμενος πρότεινε στον ενάγοντα τη δημιουργία μονάδας παραγωγής και εμπορίας ετοίμου σκυροδέματος στην περιοχή του ...που είχε πρόσφατα πληγεί από το σεισμό και υπήρχαν προοπτικές ενόψει της αναμενόμενης, ως εκ τούτου, οικοδομικής δραστηριότητας.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, το κόστος για τη δημιουργία της μονάδος, δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 120.000.000 δρχ. και ο ενάγων θα συμμετείχε με το ποσό των 60.000.000 δρχ. ενώ ο εναγόμενος θα κάλυπτε το υπόλοιπο ποσό με μηχανήματα της ιδιοκτησίας του, που θα εισέφερε στην εταιρία. Έτσι, δυνάμει του από 6-8-93 ιδιωτικού συμφωνητικού, συστήθηκε ετερόρρυθμη εμπορική εταιρία που δημοσιεύτηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό..., μεταξύ του Ε1, Φ1 ως άνω (αδελφού του ενάγοντος) πίσω από τους οποίους υποκρύπτετο ο ενάγων που δεν ήθελε επίσημα να συμμετέχει στην εταιρία (βλ.
ως άνω κατάθεση αδελφού του) και του Ψ1 (α' εναγόμενου), με την επωνυμία "... Ε.Ε." με σκοπό την παραγωγή και εμπορία ετοίμου σκυροδέματος, την εκμετάλλευση λατομείου, την ανάληψη και εκτέλεση δημοσίων και ιδιωτικών έργων την εισαγωγή, επεξεργασία και εμπορία σιδήρου και την προμήθεια, εμπορία και αντιπροσώπευση οικοδομικού εξοπλισμού (οχημάτων, αντλιών, μπετονιέρων, φορτηγών αυτοκινήτων κ.λπ.
που ήταν το κατ' εξοχή αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας του α' εναγόμενου). Ως ομόρρυθμοι εταίροι συμμετείχαν ο Ε1 με ποσοστό συμμετοχής 4% και ο α' εναγόμενος με ποσοστό 45%, συνδιαχειριστές της εταιρίας και ως ετερόρρυθμο μέλος, συμμετείχε ο Φ1 (αδελφός του ενάγοντος) με ποσοστό συμμετοχής 51%. Στην συνέχεια με το από 22-12-93 συμφωνητικό τροποποίησης Ε.Ε., που δημοσιεύθηκε νόμιμα, η έδρα της εταιρίας μεταφέρθηκε σε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της, στο ...
όπου λειτούργησε ως σύγχρονη μονάδα παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος. Ακολούθως, με το από 7-3-94 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήσεως αυτής αυξήθηκε το εταιρικό κεφάλαιο της (από 30.000.000 δρχ. σε 42.000.000 δρχ.) και με το από 18-4-94 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των ως άνω εταίρων και του ενάγοντος, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, εκχωρήθηκαν στον ενάγοντα από τους, Ε1 και Φ1 τα εταιρικά τους μερίδια και έτσι ο ενάγων κατέστη ετερόρρυθμος εταίρος με ποσοστό συμμετοχής 55%, ενώ το εταιρικό κεφάλαιο αυξήθηκε σε 150.000.000 δρχ.
εκ του οποίου το ποσό των 82.500.000 δρχ. είχε καταβληθεί από τον ενάγοντα και το υπόλοιπο (67.500.000 δρχ.) αντιστοιχούσε στο ποσοστό συμμετοχής του εναγόμενου (ομόρρυθμου μέλους) το οποίο ανήρχετο στο 45%. Ακόμη ο ενάγων κατέβαλε, για υποχρεώσεις της εταιρίας το ποσό των 25.204.055 δρχ. με αποτέλεσμα η συνολική χρηματοδότηση του, προς την εταιρία να ανέλθει στο ποσό των 107.704.555 δρχ.
Έκτοτε η εταιρία λειτούργησε με τα πλέον σύγχρονα μηχανήματα παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος, διαθέτοντας ηλεκτρονικό έλεγχο παραγομένου προϊόντος. Πλην όμως από τον Ιανουάριο 1995 άρχισαν τα προβλήματα στις σχέσεις των συνεταίρων - διαδίκων, γιατί η επιχείρηση δεν είχε τα αναμενόμενα κέρδη, η τιμή του σκυροδέματος διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα λόγω της χαμηλής παραγωγής και δεν είχε αναλάβει μεγάλα κέρδη όπως προσδοκούσαν.
Ο ενάγων ισχυρίστηκε με την αγωγή του και επαναλαμβάνει με τους λόγους εφέσεως του κατά της εκκαλουμένης απόφασης, ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι σύζυγοι με πρόθεση να τον εξαπατήσουν, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την επιχείρηση που σκόπευαν να δημιουργήσουν του παρέστησαν ψευδώς σε συμπαιγνία τελούντες και με τον τρίτο εναγόμενο: 1) ότι το ύψος της επένδυσης δεν θα ξεπερνούσε συνολικά το ποσό των 120.000.000 δρχ., 2) ότι του παρουσίασαν ψευδή ανάλυση για την κατάσταση των ομοειδών επιχειρήσεων στην περιοχή του ...
και συγκεκριμένα ότι υπήρχαν μόνο τρεις ομοειδείς επιχειρήσεις μικρής δήθεν δυνατότητας εκ των οποίων η μία (ΔΟΞΑ ΑΕ) τελούσε υπό διάλυση ενώ στην πραγματικότητα υπήρχαν πολλές ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, 3) ότι θα προέκυπτε από τη λειτουργία της εταιρίας με βεβαιότητα ως καθαρό κέρδος 200.000 δρχ. ημερησίως που συναρτάται με την μέση τιμή πωλήσεως του ετοίμου σκυροδέματος, 4) ότι είχαν ήδη εξασφαλίσει δήθεν, πολιτικές γνωριμίες και στενές επαφές με επιχειρηματικό κόσμο που θα επέφεραν πολύ σύντομα αύξηση των πωλήσεων και κερδών σε πολύ υψηλά επίπεδα, 5) και ότι με τις γνωριμίες τους αυτές είχαν εξασφαλίσει κατ' αποκλειστικότητα όλα τα μεγάλα αναπτυξιακά έργα του νομού ..., 6) ότι το έτος 1993 του παρουσίασαν τεχνηέντως κατασκευασθείσα από τον τρίτο εναγόμενο, σε προσυνεννόηση όλων των εναγομένων, τεχνοοικονομική μελέτη ως προς τα οικονομικά δεδομένα της περιοχής με την οποία επιβεβαιώνονταν όλοι οι ως άνω ψευδείς ισχυρισμοί των εναγομένων.
Όπως προκύπτει από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία: Κατ' αρχήν, καθόσον αφορά την από Αύγουστο 1993 Τεχνοοικονομική Μελέτη που υπογράφεται από τον γ' εναγόμενο Μηχ/γο - Ηλεκτ/γο (6ος ισχυρισμός) η σύνταξη αυτή είχε ως σκοπό κυρίως την υποβολή της προς τον Ελληνικό Οργανισμό Μικρών - Μεσαίων Επιχειρήσεων (ΕΟΜΜΕΧ) για την υπαγωγή της εταιρίας στον αναπτυξιακό νόμο 1892/90 με βάση δε αυτήν που ο ίδιος ο ενάγων υπέβαλε μαζί με σχετική αίτηση (βλ.
κατάθεση στα πρακτικά Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου της μάρτυρας ... Λογίστριας της ένδικης εταιρίας που εξετάστηκε με επιμέλεια του α' εναγόμενου) η επένδυση χρηματοδοτήθηκε με το ποσό των 22.500.000 δρχ. Αυτονόητο είναι ότι αν η μελέτη παρουσίαζε επιχείρηση μη κερδοφόρα, με πτωτικές τάσεις (γεγονός άλλωστε που ερευνήθηκε και από τον ΕΟΜΜΕΧ) δεν θα επετυγχάνετο η χρηματοδότηση της εταιρίας.
Εξ άλλου, όπως επιβεβαίωσε ο ως άνω μάρτυρας Φ1 (αδελφός του ενάγοντος), στην ανακριτική του, από 11-2-02 κατάθεση (5° φύλλο) ο α' εναγόμενος κατά μήνα Ιούλιο - Αύγουστο 1993 σε καθημερινές συναντήσεις του με τον ενάγοντα, παρουσία και του ιδίου (μάρτυρος) που είναι δικηγόρος, του συμβούλου του ενάγοντος στην οικογενειακή του επιχείρηση, ...., του Μ1 επίσης δικηγόρου και του ...
Οικονομολόγου - λογιστή, εμφάνιζε (σε όλους) και παρέδωσε προς επεξεργασία και μελέτη, την προαναφερόμενη τεχνοοικονομική έκθεση σχετικά με την παραγωγή της υπό ίδρυση (στις 6-8-93) εταιρίας. Επομένως ο ενάγων γνώριζε και ευχερώς λόγω της ενασχόλησής του στο χώρο των επιχειρήσεων, μπορούσε να ελέγξει, την ακρίβεια της μελέτης αυτής με την βοήθεια και των παραπάνω προσώπων της επιλογής του και εμπιστοσύνης του, ακόμα και πριν την ίδρυση και επομένως, και χρηματοδότηση της εταιρίας.
Εξ άλλου, αναφορικά με τον 2° παραπάνω ισχυρισμό του εκκαλούντος, σύμφωνα με την εν λόγω μελέτη στην οποία ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι στηρίχτηκε για την απόφασή του να χρηματοδοτήσει την επιχείρηση, στο κεφάλαιο αυτής 2-3 "Ανταγωνισμός" αναφέρεται ότι στην περιοχή (....) δραστηριοποιούνται τρεις επιχειρήσεις εκ των οποίων οι δύο, - "ΔΟΞΑ ΑΕ" και "..." θεωρούνται ισοδύναμες και καταλαμβάνουν το 85% περίπου της αγοράς.
Επομένως ουδόλως αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι του παρέστησαν ψευδώς ότι η εταιρία "ΔΟΞΑ ΑΕ" βρίσκεται υπό διάλυση από όσα δε, όλως αορίστως κατέθεσε ο εξετασθείς με επιμέλεια του ενάγοντος μάρτυρας Μ1 (στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) "ότι στην πραγματικότητα στην περιοχή λειτουργούσαν 8 ή 9 ανταγωνιστικές εταιρίες, εκ των οποίων η μία ήταν υπό πτώχευση η άλλη υπό διάλυση η άλλη υπολειτουργούσε και παρόμοια" δεν προκύπτει το αντίθετο.
Ως προς τον 5° επίσης ισχυρισμό, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε δέσμευση του εναγόμενου ότι η εταιρία εξασφάλισε οπωσδήποτε την προμήθεια με σκυρόδεμα, όλων των μεγάλων Δημοσίων Έργων. Ειδικότερα, από την ίδια Μελέτη, που ο ενάγων επικαλείται για την απόδειξη των ισχυρισμών του περί εξαπατήσεώς του, στο Κεφάλαιο 2.2. "Η Αγορά του Προϊόντος" αναφέρεται κατ' εκτίμηση της αγοράς, ότι η ζήτηση του προϊόντος προβλέπεται ν' αυξηθεί:
α) γιατί η περιοχή χαρακτηρίζεται από σταθερή οικοδομική δραστηριότητα, β) πρόκειται να υλοποιηθούν διάφορα μεγάλα Δημόσια Έργα όπως Εργατικές κατοικίες στον ..., το Νομαρχιακό Νοσοκομείο και ο εκσυγχρονισμός του λιμανιού "..." κλπ., γ) κυρίως δε από την ανοικοδόμηση λόγω του καταστροφικού σεισμού. Πέραν του ότι, από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι πρόκειται περί εκτιμήσεων με το ρίσκο της υλοποιήσεως ή μη η εταιρία πράγματι, όπως δεν αμφισβητήθηκε ρητώς από τον ενάγοντα, ανέλαβε τις εργατικές κατοικίες η εκτέλεση του Νομαρχιακού Νοσοκομείου εξελίχθηκε μετά την πώληση της εταιρίας και η ανάληψη του Λιμανιού "..." δεν διεκδικήθηκε λόγω της, κατά την κρίση των εταίρων, αφερεγγυότητας του εργολάβου του έργου.
Ανεξαρτήτως όμως της βασιμότητας ή μη των όσων ο ενάγων υποστηρίζει με τους λόγους εφέσεως, τα οποία αμφισβητούνται από τους εναγόμενους, πρέπει να λεχθεί ότι όπως προαναφέρθηκε ο ενάγων εκτός από δικηγόρος, από το έτος 1986 εισήλθε στην οικογενειακή επιχείρηση της συζύγου του ...και υπήρξε από το 1988 Διευθυντικό Στέλεχος αυτής.
Η εταιρία αυτή ήταν η πρώτη κερδοφόρα Ελληνική Επιχείρηση, σε συνάρτηση με τον μηδενικό δανεισμό της από Τράπεζες, δηλαδή πλήρως αυτοχρηματοδοτούμενη.
Η αξία της υπολογίστηκε κατά το έτος 1992 σε 10.000.000 δολλάρια ΗΠΑ. Ο ενάγων ήταν εκείνος που κατάφερε να αυξήσει την κερδοφορία της εταιρίας, κατά ποσοστά που υπερέβαιναν κατά πολύ τον μέσο όρο ανάπτυξης του κλάδου. Σύμφωνα με τις επιβεβαιώσεις του ιδίου μάρτυρα του ενάγοντος, αδελφού του Φ1 στην ανακριτική του κατάθεση (δικηγόρου και μέλους της ένδικης εταιρίας έχοντας ως εκ τούτου, και άμεση και σαφή αντίληψη) ο ενάγων, πέραν των παραπάνω, είναι πνεύμα γενικά ανήσυχο, έλκεται από τις εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες και επενδύσεις και έχει πάντοτε ως σκοπό το κέρδος με κινήσεις πολύ προσεκτικές στηριζόμενες σε πρόσωπα εμπιστοσύνης του φιλικού και κοινωνικού του περιβάλλοντος.
Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο ενάγων ιδιαίτερα έμπειρο και ευφυές άτομο, στο χώρο της Βιομηχανίας, πετυχημένος αποδεδειγμένα επιχειρηματίας, πέραν από τις νομικές του γνώσεις, δεν ήταν εύκολη λεία όπως εμφανίζεται, ώστε να προβεί χωρίς έλεγχο σε άστοχες ενέργειες, εξαπατώμενος από τον α' εναγόμενο.
Αλλά αναμφίβολα ως εκ της θέσεως του στο χώρο των επιχειρήσεων και της έως τότε συμπεριφοράς του, ευσυνείδητα προέβη στις ενέργειες αυτές, μετά από έρευνα της αγοράς, υπολογισμούς και συλλογισμούς για τα μελλοντικά του κέρδη από την χρηματοδότηση αυτή και μετά από προσεκτική μελέτη όλων των κινήσεών του σε συνεννόηση και με τους ως άνω, συμβούλους της επιλογής του και της εμπιστοσύνης του.
Έτσι συναποφάσισαν με τον α' εναγόμενο την υλοποίηση του σχεδίου του τελευταίου, για την ίδρυση μάλιστα μεγάλης και υπερσύγχρονης μονάδας εξοπλισμένης με μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας. Συμμετείχε δε ενεργά, καθόλη τη διάρκεια της εταιρίας είτε υποκρυπτόμενος αρχικά για δικό του συμφέρον, πίσω από τους εταίρους της εμπιστοσύνης του (Φ1 και Ε1) είτε στη συνέχεια ο ίδιος ως ετερόρρυθμος ετέρος της πλειοψηφίας του 55%.
Για το ότι τελικά δεν επιτεύχθηκαν οι επιχειρηματικοί στόχοι των διαδίκων δεν έπεται ότι, υπό τις παραπάνω συνθήκες, εξαπατήθηκε ο ενάγων, αλλά η αποτυχία τους οφείλετο ενδεχομένως είτε σε άστοχη τελικά κίνηση και επιχειρηματική επιλογή είτε σε αστάθμιτους παράγοντες της επιλεγείσας τοπικής αγοράς για την ίδρυση της εταιρίας.
Αυτονόητο είναι άλλωστε ότι, τέτοιες ενέργειες ενέχουν πάντοτε και το επιχειρηματικό ρίσκο της αποτυχίας. Η παραπάνω άποψη ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο α' εναγόμενος, πετυχημένος και αυτός επιχειρηματίας, όπως προεκτέθηκε σε πολύ μικρότερη κλίμακα από τον ενάγοντα, στον δικό του χώρο της εμπορίας μηχανημάτων, επιθυμούσε, προσδοκώντας το κέρδος, σίγουρα να δημιουργήσει μία κερδοφόρα εταιρία με όλες τις προδιαγραφές, συμμετέχοντας μάλιστα και ως ομόρρυθμο μέλος με ποσοστό της μειοψηφίας 45% ευθυνόμενος ως εκ τούτου και προσωπικά και όχι με μοναδικό σκοπό την εξαπάτηση του ενάγοντος, να εκτεθεί ο ίδιος στους παραπάνω οικονομικούς και προσωπικούς κινδύνους.
Στο αυτό αποτέλεσμα κατέληξε και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με το 3328/04 Βούλευμα με το οποίο απορρίφθηκε αντίστοιχη μήνυση του ενάγοντος, το οποίο επικυρώθηκε και από το 2804/04 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών ενώ αντίθετα ο ενάγων με την 9594/05 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών κρίθηκε ένοχος για συκοφαντική δυσφήμηση για τα αυτά πραγματικά περιστατικά".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 32/1996).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλωση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του, αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αρθ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται όταν ο ισχυρισμός, στον οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση, λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Από τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, αρνητικά αξιολόγησε και απόρριψε κατ' ουσίαν τον θεμελιωτικό των αξιώσεων του αναιρεσείοντος αγωγικό ισχυρισμό ότι οι αναιρεσίβλητοι παρέστησαν εις εκείνον ψευδώς, τελούντες σε γνώση της αναληθείας τους, τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά και ιδία αναφορικά (α) με την φερεγγυότητα και την οικονομική κατάσταση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και (β) την επιχειρηματική προοπτική και οικονομική πορεία της συσταθείσης ετερόρρυθμης εταιρείας, που συνδέονται με τους διατυπούμενους λόγους αναιρέσεως, διαλαμβάνοντας παράλληλα πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις περί τούτου αιτιολογίες, που δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 288 ΑΚ, 27, 366 ΠΚ κατ' ουσίαν απόρριψη της κατά των αναιρεσιβλήτων απευθυνομένης αγωγής του αναιρεσείοντος.
Επομένως οι προβαλλόμενες με την ένδικη αίτηση κατά επικουρική σειρά αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 19 και 8 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων και μη λήψεως υπόψη των με στοιχ. (α) και (β) αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, θεμελιωτικών των φερόμενων προς διάγνωση αξιώσεών του, ελέγχονται ως αβάσιμες.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει, με βάση την αυτοτελή εκάστου τούτων παράσταση, στο ποσό των 1.200,00 ευρώ για τον πρώτο των αναιρεσίβλητων, που δεν κατέθεσε προτάσεις, και εκείνο των 1.800,00 ευρώ για τον τρίτο τούτων, που κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 183).
Δεν διαλαμβάνεται διάταξη για τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο αυτής δικηγόρο Αριστομένη Τζαννετή, με δήλωσή του σύμφωνα με τα άρθρα 573 § 1, 242 § 2 ΚΠολΔ, χωρίς στις υποβληθείσες προτάσεις της να διατυπώνει αίτημα περί καταδίκης του αναιρεσείοντος στα δικαστικά της έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την 531/27-4-2007 αίτηση για αναίρεση της 91/16-1-2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου και τρίτου των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει, αντίστοιχα, στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200,00) και χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ