1064/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 10 Φεβρουαρίου 2003 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ηδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 212/2004 μη οριστική και 5939/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1064/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των άρθρων 17 παράγρ. 2 του Συντάγματος και 13 παράγρ. 2 του ΚΑΑΑ, 5) ο πέμπτος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος, καθόσον πλήττει εμμέσως την περί πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 1064 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1064/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ...(αναφέρονται 20 ονόματα), 21. ....., ως συνασκούντος τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας του ....., 22. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΡΙΛ ΕΜΠΟΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Παλλήνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 23. .....και 24. ....... ΄Ολοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Νικολίτσα Πολιτικού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 10 Φεβρουαρίου 2003 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ηδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 212/2004 μη οριστική και 5939/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 3 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Για ναι είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, και μάλιστα ενάριθμα, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως), που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.
Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο : 1) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία, ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του ως προς το οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και 3) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνον τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), αλλά στην πραγματικότητα να πλήσσει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Και περαιτέρω δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παράγρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, γιατί: 1) κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, διαφοροποίησε όμοια ακίνητα και προσδιόρισε διαφορετικές τιμές με μόνο κριτήριο, την οδό επί της οποίας βρίσκονται και με τη διάκριση αυτών σε μεσαίες και γωνιαίες ιδιοκτησίες, ενώ αν ληφθεί υπόψη ότι όλα τα απαλλοτριούμενα στην προκειμένη περίπτωση ακίνητα βρίσκονται επί της αυτής οδού (....), έχουν την ίδια εμπορικότητα και εκμεταλλευσιμότητα, η κάλυψη καθενός απαλλοτριούμενου οικοπέδου και η αξία του εξαρτάται από την μεγαλύτερη ή μικρότερη έκταση καθενός απ' αυτά, 2) δεν έλαβε υπόψη, κατά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, την υποτίμηση που προέρχεται από την εκτέλεση του έργου το οποίο δημιούργησε διαχωριστική νησίδα ασφαλείας και το έπ' αυτής κιγκλίδωμα ύψους ενός (1) μέτρου με το οποίο αποκόπηκε η επικοινωνία των πολιτών με τα κείμενα καταστήματα εκατέρωθεν των πλευρών της ...., με αποτέλεσμα τη μείωση της εμπορικής δραστηριότητας των επί των καταστημάτων λειτουργουσών επιχειρήσεων, και εντεύθεν, τη μείωση της αξίας των ακινήτων κατά 50%, 3) δεν έλαβε υπόψη το εφετείο, κατά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, την πρόσοδο των επί των ακινήτων λειτουργουσών επιχειρήσεων, ούτε εφάρμοσε την αρχή της αναλογικότητας, η οποία θα επέφερε την εξισορρόπηση της αξίας των ακινήτων της περιοχής ...., στα οποία αναφέρονται τα συγκριτικά στοιχεία (υπό στοιχ.
γ, δ και ε), προς τα ακίνητα της απαλλοτριωθείσας περιοχής, 4) έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζει σε ποια πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία στήριξε την κρίση του και κατέληξε στο πόρισμα, ούτε προσδιόρισε ποια αποδεικτικά στοιχεία απ' αυτά που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες είναι πρόσφορα ή απρόσφορα και σε ποιο βαθμό, ώστε να προκύπτει η σύνδεση των αιτιολογιών με τα πορίσματά της και 5) ενώ διαχωρίζει τις ιδιοκτησίες σε γωνιακές και μεσαίες, αντιφατικά προσδιορίζει διαφορετικές τιμές για τις μεσαίες ιδιοκτησίες και διαφορετικές τιμές για τις γωνιακές ιδιοκτησίες που βρίσκονται σε διαφορετικές οδούς.
Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν: 1) ο πρώτος λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος, αφού το δίδαγμα της κοινής πείρας που φέρεται ότι παραβιάσθηκε δεν αφορά ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων, 2) ο δεύτερος λόγος από την ίδια παραπάνω διάταξη, ως απαράδεκτος, διότι η διάταξη του άρθρου 13 παράγρ. 2 του ΚΑΑΑ, αφορά τη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και όχι μετά την εκτέλεση του έργου (Ολ ΑΠ 31/2005), 3) ο τρίτος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ως αόριστος διότι δεν εκτίθεται στην αίτηση αναίρεσης ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του ως προς το οποίο η έλλειψη ή η ανεπάρκεια, 4) ο τέταρτος λόγος από το
άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των άρθρων 17 παράγρ. 2 του Συντάγματος και 13 παράγρ. 2 του ΚΑΑΑ, 5) ο πέμπτος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος, καθόσον πλήττει εμμέσως την περί πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Στην περίπτωση που λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από το άρθρο 13 παρ. 4 ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη j όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της αποζημιώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο απέρριψε τα αιτήματα των αναιρεσειόντων για τις με αριθμούς ΚΠ 3, 5, 39, 30, 34, 43, 45 και 65 ιδιοκτησίες, να τους επιδικασθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα απομένοντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα αυτών, τα οποία υφίστανται υποτίμηση της αξίας τους και δυσχεραίνεται η χρήση για την οποία προορίζονται, ειδικότερα δε ότι με τη ρυμοτόμηση λωρίδας στην πρόσοψη των ακινήτων τους αχρηστεύεται ο χώρος στάθμευσης του κτιρίου που χρησιμοποιείται από τους ενοίκους και από τους πελάτες και τους προμηθευτές των επιχειρήσεων που στεγάζονται στα ισόγεια καταστήματα ή στα γραφεία των ορόφων, για δε την ΚΠ 45 ιδιοκτησία διότι η απότμηση του απαλλοτριούμενου μειώνει την οικοδομησιμότητα του απομένοντος, αφού δεν υπάρχει δυνατότητα οικοδομήσεως τόσων τετραγωνικών μέτρων όσων πριν την απαλλοτρίωση, κατά το μέρος που δεν έχει εξαντληθεί ο συντελεστής δομήσεως.
Και τούτο διότι δέχθηκε (το εφετείο) ότι η επικαλούμενη μείωση δεν συναρτάται αμέσως προς την αξία του απαλλοτριουμένου και την απότμησή του αλλά από το είδος του εκτελούμενου έργου. Έτσι που έκρινε το εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1
, με τον οποίο προβάλλεται η από την προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Ο ίδιος λόγος (δεύτερος) αναίρεσης και όσον αφορά τις με αριθμούς ΚΠ 17 και ΚΠ 48 ιδιοκτησίες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας των λοιπών κτισμάτων των ορόφων των ιδιοκτησιών αυτών (καταστημάτων και γραφείων) απορρίφθηκε όχι για τον παραπάνω αναφερθέντα (για τις λοιπές ιδιοκτησίες) λόγο, αλλά γιατί το εφετείο δέχθηκε ότι τα εν λόγω λοιπά κτίσματα των ορόφων, δεν υφίστανται μείωση της αξίας τους, αφού ο προέχων χαρακτήρας των υπογείων αυτών ήταν η χρήση τους ως αποθηκευτικών χώρων και όχι ως χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, 7 παρ. 1 και 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει : α) ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συντελείται μόνο αφού καταβληθεί στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο η δικαστικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση, η οποία πρέπει να είναι πλήρης, πρέπει δηλαδή να ανταποκρίνεται προς την αξία του απαλλοτριουμένου και ειδικότερα να επαρκεί για την αγορά άλλου ανάλογου ακινήτου, β) ότι ο κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της εν λόγω αξίας είναι ο χρόνος της ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου συζητήσεως περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ενώ, σε περίπτωση παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση αυτή ή σε περίπτωση απευθείας αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού, κρίσιμος είναι ο χρόνος της ενώπιον του εφετείου συζητήσεως περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και γ) ότι, αν μετά τη δημοσίευση της πράξεως περί κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως επέλθει ανατίμηση του απαλλοτριούμενου ακινήτου μη οφειλόμενη στη δημοσίευση της εν λόγω πράξεως ούτε σε ενέργειες του ιδιοκτήτη επί του ακινήτου, η ανατίμηση αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου.
Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζητήσεως κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξαρτήτως αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.
Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση τον χρόνο της εν λόγω συζητήσεως και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δικάζοντας επί της ασκηθείσας ενώπιον αυτού από 10-2-2003 αιτήσεως των αναιρεσειόντων περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως για το αναφερόμενο σ' αυτές ακίνητο, εξέδωσε, αρχικώς μεν, μετά τη γενόμενη στις 21-10-2003 συζήτηση, τη 212/2003 απόφαση με την οποία καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις και τα επικείμενα και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για το αίτημα καταβολής ιδιαίτερης αποζημίωσης για τις ΚΠ 17 και ΚΠ 17 ιδιοκτησίες, ακολούθως δε, μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης και τη γενόμενη στις 1-3-2005 νέα συζήτηση, την 5939/2005 απόφαση με την οποία, με κρίσιμο το χρόνο εκείνον της πρώτης συζητήσεως (21-10-2003) καθόρισε την ιδιαίτερη αποζημίωση στα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά.
Με το να λάβει υπόψη ως κρίσιμο χρόνο εκείνον της πρώτης της συζητήσεως, το εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέων, τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, και κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω το εφετείο με το να απορρίψει το αίτημα των αναιρεσειόντων για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης σε σχέση με τις παραπάνω ΚΠ 17 και ΚΠ 48 ιδιοκτησίες εξ αιτίας της μειώσεως της αξίας των λοιπών κτισμάτων των ορόφων (καταστήματα-γραφεία) για το λόγο ότι δεν υφίστανται απομείωση της αξίας τους από τη λειτουργική χρησιμότητα και εμπορική εκμετάλλευση των υπογείων, αφού ο προέχων χαρακτήρας των υπογείων αυτών ήταν η χρήση τους ως αποθηκευτικών χώρων και όχι ως χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του.
IV. Από τη διάταξη του άρθρου 9 του N.2730/1999 (ΦΕΚ Α/25) με την οποία ορίζεται ότι στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών έργων του άρθρου 2 παρ. 16 του Ν. 2598/1998, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης αλλά ορίζεται στο 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών των δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο δυο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) δραχμές, προκύπτει ότι με την εν λόγω διάταξη στην ουσία τροποποιήθηκαν οι αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 5, 100 παρ. 1 επ.
του Ν.Δ. 3026/1954 "περί Κώδικα Δικηγόρων", με τις οποίες προβλέπονταν υψηλότερα ποσοστά για τον υπολογισμό της αμοιβής του Δικηγόρου, επί απαλλοτριώσεων. Η τροποποίηση αυτή, αφού ορίζεται από τη διάταξη ότι σε κάθε περίπτωση η οφειλόμενη αμοιβή με τα πιο πάνω ποσά και ποσοστά, βαρύνει τον υπόχρεο σε αποζημίωση, δεν αντιστρατεύεται τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, ούτε και εκείνη της ΕΣΔΑ (ΑΠ. 915/2003).
Και τούτο διότι με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση που δικαιούται να λάβει ο δικαιούχος, αλλά περιορίσθηκε επιτρεπτώς το ποσοστό υπολογισμού της αμοιβής του δικηγόρου. Επομένως, το εφετείο με το να προσδιορίζει την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 9 του Ν. 2730/1999, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ο τέταρτος από τους λόγους της αίτησης από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ για παράβαση της άνω διάταξης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
V. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος, για τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, ακολούθως δε σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που την εξέδωσε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν, να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρο 183 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 3 ΚΑΑΑ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη συμπροσβαλλόμενη με τη 5939/2005, υπ΄ αριθμό 212/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ