Legislator Case Law & Legislation
1063/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against default judgment due to insufficient reasoning on debtor's insolvency assessment.

Case Number 1063/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal filed by Eurobank Ergasias against a first-instance judgment regarding a debt dispute. The court found the lower court's reasoning insufficient to address whether the debtor, N.S., believed he could repay twenty-one loans totaling nearly 281,000 euros despite his limited income and marital separation. Consequently, the appeal was granted in part, and the case was remitted for retrial with a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(6) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must reject an appeal if the lower court fails to provide adequate reasoning regarding the debtor's subjective belief in repayment capacity and solvency, necessitating a retrial.

Keywords

AI generated
insolvency assessment insufficient reasoning appeal admissibility debt repayment capacity remittal for retrial Code of Civil Procedure subjective belief

Cited Legislation

AI generated
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1063 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1063/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο καθώς και με τις από 13-2-2022 κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας εταιρείας.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT ΑΕΠΠ", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ - ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 8) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων o 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλεία Παπαδοπούλου, το 6ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., ενώ οι 2η, 3η, 4η, 5η, 7η και 8ο δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2012 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και επί της οποίας εκδόθηκε η 6279/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό κατά τόπο αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο Ειρηνοδικείο Βέροιας ως κατά τόπον αρμόδιο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2016 οριστική του Ειρηνοδικείου Βέροιας και 27/ΕΜ/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-6-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1ος και 6ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση, δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 9997Δ'/13-01-2020, 9994Δ'/13-01-2020, 10.000Δ'/13-01-2020, 10026Δ'/15-01-2020, 10029Δ'/16-01-2020 και 10002Δ'/13-01-2020 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Ν.

Κ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 10-06-2019 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 46/ΑΝΠ/2019, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 06-11-2020, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 769 εδ.

β' και του 762 Κ.Πολ.Δικ., στις 2η, 3η, 4η, 5η, 7η και 8ο των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.

Συνεπώς, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., και, εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων αυτών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 Ν 3869/2010, 739 επ., 741 Κ.Πολ.Δικ.).

Με την από 10-06-2019 (αρ. κατ. 46/ΑΝΡ/18-06-2019) αίτηση αναίρεσης της πιστώτριας τράπεζας προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 27/ΕΜ/2019 οριστική απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ. Κ.Πολ.Δικ.). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφανίσθηκε η υπ' αριθμ. 70/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βέροιας, με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, η από 20-06-2012 αίτηση του 1ου αναιρεσίβλητου για την υπαγωγή του στο Ν 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έγινε η αίτηση εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν.

Κατά το άρθρο 769 Κ.Πολ.Δικ., "δικαίωμα αναίρεσης έχουν και αν νίκησαν, ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, καθώς και ο εισαγγελέας πρωτοδικών". Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 Κ.Πολ.Δικ.

προκύπτει, ότι η αποδοχή της απόφασης, πριν από την άσκηση κάποιου ένδικου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησής του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ένδικου μέσου, και μπορεί να γίνει είτε ρητά, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 Κ.Πολ.Δικ.

και, συγκεκριμένα, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρά, με δηλώσεις ή πράξεις, από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο σκοπός για την αποδοχή της απόφασης. Η νομότυπη αποδοχή της απόφασης έχει ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη, ως απαραδέκτου, του ένδικου μέσου που ασκήθηκε κατ' αυτής, για έλλειψη έννομου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 553 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ. (ΟλΑΠ 15/2008, ΑΠ 914/2015, ΑΠ 51/2015).

Εξάλλου, για την αποδοχή της απόφασης, ρητή ή σιωπηρή, που ενέχει, όπως προαναφέρθηκε, παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ένδικου μέσου, απαιτείται, κατ' άρθρο 98 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δικ., ειδική πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που υπογράφει τη ρητή αποδοχή της απόφασης ή που προβαίνει στην πράξη, από την οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή αυτής, διαφορετικά, η (ρητή ή σιωπηρή) αποδοχή της απόφασης και, συνακόλουθα, και η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ένδικου μέσου κατ' αυτής είναι ανίσχυρη (ΑΠ 1817/2012, ΑΠ 1247/2009).

Ειδικά, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, η αποδοχή πρέπει να γίνει από πρόσωπο που ασκεί τη διοίκησή του ή είναι εφοδιασμένο με την ειδική εξουσία να ενεργεί πράξεις αποδοχής της κρίσιμης απόφασης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ (ΑΠ 604/2018, ΑΠ 86/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, ο 1ος αναιρεσίβλητος με τις, στις 18-2-2022, κατατεθείσες προτάσεις του (άρθρο 570 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) ισχυρίζεται, ότι η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε σιωπηρά από την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, καθόσον εισπράττει τις καταβαλλόμενες από αυτόν μηνιαίες δόσεις, που ορίσθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε την αίτησή του, χωρίς να επιφυλάσσεται των νομίμων δικαιωμάτων της.

Ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι προτάσεις του 1ου αναιρεσίβλητου δεν έχουν κατατεθεί είκοσι τουλάχιστον ημέρες (άρθρο 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) πριν από τη σημερινή δικάσιμο (18-02-2022), αλλά κατατέθηκαν εκπροθέσμως. Πέραν τούτου, δεν επικαλείται σε ποιο όργανο της τράπεζας έγιναν οι συγκεκριμένες καταθέσεις χρημάτων, ούτε αν το πρόσωπο αυτό είχε ειδική εξουσία να ενεργεί πράξεις αποδοχής, η οποία απαιτείται κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Εν πάση, όμως, περιπτώσει, μόνη η κατάθεση κάποιων από τις ορισθείσες με την προσβαλλόμενη απόφαση δόσεις σε κατάστημα της αναιρεσείουσας τράπεζας από τον 1ο αναιρεσίβλητο έναντι της συνολικής οφειλής του είναι προφανές ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικαίωμά της για άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του Ν 3869/2010 προκύπτει, ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει, ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει, ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (ΑΠ 335/2020, 208/2020, 90/2020, 1446/2018).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου του Ν 3869/2010, δεν επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, η ρύθμιση οφειλών, οι οποίες έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν από την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ίδιου νόμου. Τη συνδρομή της εξαίρεσης αυτής από τη ρύθμιση έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο πιστωτής, ότι δηλαδή τα δάνεια του αιτούντος καταρτίσθηκαν ή σε περίπτωση πιστωτικών καρτών, ότι οι αναλήψεις έγιναν εντός του τελευταίου έτους πριν από την κατάθεση της αίτησης.

Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (18-06-2019), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών και ήδη εκκαλών γεννήθηκε το έτος 1969, είναι υπαξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας και διαμένει σε ιδιόκτητο διαμέρισμα στη ….

Βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του Δ. Μ. Π. του Α. από το έτος 2011, ενώ επί της ασκηθείσης από τον αιτούντα υπ' αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 26607/2013 αγωγής διαζυγίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν αποδείχθηκε εάν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση. Η σύζυγός του είναι εκπαιδευτικός στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και διαμένει στη ….

Από το γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, τον Α. Σ., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1998, και την Ε. Σ., η οποία γεννήθηκε το έτος 2003. Τα τέκνα διαμένουν με τη μητέρα τους στη …. Οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του αιτούντος ανέρχονται στο ποσό των 1.982,00 ευρώ και ο καθαρός μηνιαίος μισθός του στο ποσό των 1.331 ευρώ.

Άλλα εισοδήματα εκτός του μισθού του δεν διαθέτει ο αιτών. Οι βιοτικές ανάγκες του ιδίου ανέρχονται στο ποσό των 550,00 ευρώ μηνιαίως, ενώ η συμμετοχή του στη διατροφή των δύο τέκνων του, τα οποία δεν εργάζονται, ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 500,00 ευρώ μηνιαίως. Σε χρόνο προγενέστερο από την κατάθεση της αίτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται ληξιπρόθεσμα με την κοινοποίηση της αίτησης και υπολογίζονται παρακάτω με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, καθόσον σε αυτά δεν περιλαμβάνονται εμπραγμάτως ασφαλισμένες απαιτήσεις:

α) οφειλή συνολικού ύψους 2.242,97 ευρώ από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου, που καταρτίσθηκε το έτος 2007 με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Millennium Bank", καθολική διάδοχος της οποίας έχει καταστεί η ανώνυμη τραπεζική εταιρία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", β) οφειλή συνολικού ύψους 749,62 ευρώ από τη σύμβαση χρήσης της υπ' αριθμ. ...

πιστωτικής κάρτας με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Millennium Bank", γ) οφειλή συνολικού ύψους 7.393,28 ευρώ από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, καταρτίσθηκε την 30/11/2009 με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", δ) οφειλή συνολικού ύψους 6.147,23 ευρώ από τη σύμβαση χρήσης πιστωτικής κάρτας με αριθμό λογαριασμού ...

με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας έχει καταστεί η ανώνυμη τραπεζική εταιρία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", ε) οφειλή συνολικού ύψους 6.038,84 ευρώ από τη σύμβαση χρήσης πιστωτικής κάρτας με αριθμό λογαριασμού ... με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", στ) οφειλή συνολικού ύψους 78.094,61 ευρώ από σύμβαση δανείου με αριθμό λογαριασμού ..., που καταρτίσθηκε με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", ζ) οφειλή συνολικού ύψους 26.150,91 ευρώ από σύμβαση δανείου με αριθμό λογαριασμού ..., που καταρτίσθηκε με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", η) οφειλή συνολικού ύψους 3.087,97 ευρώ σύμβαση καταναλωτικού δανείου με αριθμό λογαριασμού ..., που καταρτίσθηκε με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", θ) οφειλή συνολικού ύψους 15.285,22 ευρώ από σύμβαση δανείου με αριθμό λογαριασμού ..., που καταρτίσθηκε με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", ι) οφειλή συνολικού ύψους 16.292,06 ευρώ από την υπ' αριθμ. 005- 000955402-000 σύμβαση δανείου, που καταρτίσθηκε το έτος 2010 με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας έχει καταστεί η ανώνυμη τραπεζική εταιρία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ια) οφειλή συνολικού ύψους 13.679,50 ευρώ από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση καταναλωτικού δανείου, που καταρτίσθηκε την 07/06/2010 με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ιβ) οφειλή συνολικού ύψους 118,95 ευρώ από τη σύμβαση χρήσης πιστωτικής κάρτας με αριθμό λογαριασμού ... με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ιγ) οφειλή συνολικού ύψους 7.698,54 ευρώ από τη σύμβαση χρήσης πιστωτικής κάρτας με αριθμό λογαριασμού ...

με πιστώτρια την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", ιδ) οφειλή συνολικού ύψους 14.656,17 ευρώ από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου, που καταρτίσθηκε την 01/08/2007 με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", καθολική διάδοχος της οποίας έχει καταστεί η ανώνυμη τραπεζική εταιρία "Τράπεζα EUROBANK - ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρία", ιε) οφειλή συνολικού ύψους 16.847,86 ευρώ από σύμβαση δανείου αναχρηματοδότησης με αριθμό λογαριασμού ...

και με πιστώτρια την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Citibank lnternational plc", ειδική διάδοχος της οποίας στη σχετική αξίωση έχει καταστεί η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", ιστ) οφειλή συνολικού ύψους 7.169,61 ευρώ από σύμβαση δανείου αναχρηματοδότησης με αριθμό λογαριασμού ...

με πιστώτρια την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Citibank lnternational plc", ειδική διάδοχος της οποίας στη σχετική αξίωση έχει καταστεί η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", ιζ) οφειλή συνολικού ύψους 17.953,53 ευρώ από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία "Τράπεζα EUROBANK - ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρία", ιη) οφειλή συνολικού ύψους 18.374,10 ευρώ από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση καταναλωτικού δανείου με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία " Τράπεζα EUROBANK - ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρία", ιθ) οφειλή συνολικού ύψους 3.623,38 ευρώ από υπ' αριθμ. ... σύμβαση χρήσης πιστωτικής κάρτας με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία "Τράπεζα EUROBANK - ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρία", κ) οφειλή συνολικού ύψους 10.818,44 ευρώ από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση χρήσης πιστωτικής κάρτας με πιστώτρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", κα) οφειλή συνολικού ύψους 12.475,67 ευρώ από σύμβαση δανείου με πιστωτή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Το συνολικό ύψος των οφειλών του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 280.898,46 ευρώ. Λαμβανομένων υπόψη του μηνιαίου εισοδήματός του, των αναγκών διατροφής του ιδίου και των τέκνων του και του συνολικού ύψους των οφειλών του, που όλες έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, ο αιτών έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης των ως άνω ληξιπρόθεσμων οφειλών του.

Παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους καθ' ων η αίτηση - εφεσιβλήτους δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του από δόλο υπό την έννοια αυτού, που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε πότε καταρτίσθηκαν οι προαναφερθείσες δανειακές συμβάσεις (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, που αναφέρονται κατά την προηγηθείσα παράθεση των κατ' Ιδίαν συμβάσεων), ποια ήταν τα εισοδήματα του αιτούντος κατά το χρόνο κατάρτισης κάθε σύμβασης, καθώς και της συζύγου του (για τις συμβάσεις που καταρτίσθηκαν όσο υφίστατο έγγαμη συμβίωσή τους) και ποιο ήταν το ύψος των δόσεων αποπληρωμής κάθε υφιστάμενου δανείου κατά το χρόνο, κατά τον οποίο καταρτιζόταν κάθε φορά νέα σύμβαση δανείου ή χρήσης πιστωτικής κάρτας.

Τα στοιχεία αυτά είναι κρίσιμα για τη διαπίστωση περί συνδρομής ή μη του στοιχείου του δόλου, ώστε να δύναται να κριθεί εάν με βάση το συνολικό μηνιαίο εισόδημα του αιτούντος και της συζύγου του, όσο συμβίωνε μαζί της, και με συνεκτίμηση των οικογενειακών αναγκών, των ήδη υφιστάμενων κατά το χρόνο κατάρτισης κάθε σύμβασης προηγούμενων δανειακών συμβάσεων και του κόστους της μηνιαίας εξυπηρέτησης όλων των δανειακών υποχρεώσεων, που υφίσταντο κατά το χρόνο κατάρτισης κάθε νέας σύμβασης, μπορούσε να ανταποκριθεί ο αιτών και να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του από τις συμβάσεις ή αντιθέτως μπορούσε να προβλέψει έστω και ως ενδεχόμενο ότι υφίσταται κατάσταση υπερδανεισμού, που με βάση τις υφιστάμενες κατά το χρόνο κατάρτισης κάθε σύμβασης ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές δυνατότητές του σε συνδυασμό προς το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Το βάρος απόδειξης των περιστατικών αυτών φέρουν οι καθ' ων η αίτηση, που έχουν εκ του άρθρου 1 ν. 3869/2010 το βάρος απόδειξης για τη συνδρομή δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη (ΑΠ 156/2018 ΝΟΜΟΣ) και δεν ανταποκρίθηκαν σε αυτό (μάλιστα κατά την επίκληση της ένστασης δεν αναφέρουν καν τα παραπάνω μεγέθη), παρόλο που από τα τηρούμενα αρχεία τους μπορούσαν να αντλήσουν το σχετικό υλικό (αντίγραφα συμβάσεων, ύψος περιοδικών πληρωτέων δόσεων, εισοδήματα αιτούντος και συζύγου του από τα αντίγραφα των εκκαθαριστικών σημειωμάτων, που ασφαλώς θα ζητήθηκε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής η προσκομιδή τους στις πιστώτριες πριν την έγκριση του εκάστοτε δανείου).

Ο αιτών είναι κύριος ενός διαμερίσματος του τέταρτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, καθαρού εμβαδού 105 τ.μ., σε οικοδομή επί της οδού ... στη …, η οποία ανεγέρθηκε το έτος 1959, αντικειμενικής αξίας 75.882,32 ευρώ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου της οικοδομής και των κοινόκτητων μερών αυτής 7,40% εξ αδιαιρέτου, το οποίο περιήλθε σε αυτόν κατά ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα του Α.

Σ. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../23-12-1997 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Βέροιας Γεώργιου Μανωλίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βέροιας, ενώ μετά το θάνατο του μέχρι τότε επικαρπωτή πατέρα του την 29/01/2012 ο αιτών κατέστη κύριος του διαμερίσματος κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας.

Ο αιτών κατοικεί στην οικία αυτή και επομένως πρόκειται για οίκημα, που έχει το χαρακτήρα της κύριας κατοικίας του. Στην αίτησή του ο αιτών αναφέρει ότι η οικοδομή βρίσκεται επί της ..., ωστόσο η παραδοχή της προκείμενης απόφασης περί της οδού ... γίνεται σε αναφορά με τη μνεία του δρόμου στον τίτλο κτήσης χωρίς να παραλείπεται αμφιβολία ότι πρόκειται για την ίδια οικοδομή, επειδή αφενός σύμφωνα με τα προσκομισθέντα έγγραφα ο αιτών είναι κύριος μόνον ενός διαμερίσματος στη Βέροια και όχι δύο διαμερισμάτων ευρισκόμενων σε διαφορετικές οικοδομές, αφετέρου αποτελεί τοπικό πασίδηλο ότι η οδός Κεντρικής εκκινεί από την ....

Η αντικειμενική αξία του διαμερίσματος ανέρχεται στο ποσό των 75.882,32 ευρώ και δεν υπερβαίνει το όριο αφορολόγητης απόκτησης κύριας κατοικίας σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. α' ν. 1078/1980 προσαυξημένο κατά 50%. Επίσης ο αιτών είναι συγκύριος σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου κείμενου στο δημοτικό διαμέρισμα ...

και δη στο υπ' αριθμ. 5 οικόπεδο, που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. … οικοδομικό τετράγωνο, εμβαδού 280,63 τ.μ., στο οποίο με σχετική συμβολαιογραφική πράξη όλων των συγκυρίων και μεταγραφή αυτής έχουν συσταθεί κάθετες ιδιοκτησίες, μιας εκ των οποίων δικαιούχος είναι ο αιτών σε σχέση με κτίσματα, που θα ανεγερθούν στο μέλλον.

Τέλος είναι κύριος ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής Nissan τύπου Primera, με έτος πρώτης κυκλοφορίας 1999, 1.597 κ.εκ. Με βάση τα παραπάνω συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα σε εκείνες των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2, αφού ειδικά για την τελευταία ρύθμιση υπέβαλε αίτημα για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία η αίτηση είχε απορριφθεί ως αόριστη, συνήγαγε, ότι ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών προς τις πιστώτριες τράπεζες και αφού απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση δόλου των καθών η αίτηση-εφεσίβλητων, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αίτηση για την υπαγωγή του αιτούντος στις διατάξεις του Ν 3869/2010.

Η αναιρεσείουσα με τον 1ο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ. λόγω ελλιπούς αιτιολογίας, καθόσον δεν εκτίθεται, αν όλες αυτές οι οφειλές λήφθηκαν τουλάχιστον 1 χρόνο πριν από την κατάθεση της αίτησης, οπότε δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση από τη ρύθμιση κατ' άρθρο 1 παρ. 2 περ.

α' του Ν 3869/2010. Το βάρος απόδειξης, όμως, για τη συνδρομή της εξαίρεσης αυτής έχουν οι πιστωτές, οι οποίοι οφείλουν να επικαλεσθούν και να αποδείξουν, ότι τα δάνεια του αιτούντος καταρτίσθηκαν ή σε περίπτωση πιστωτικών καρτών, ότι οι αναλήψεις έγιναν εντός του τελευταίου έτους πριν από την κατάθεση της αίτησης, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, περίπτωση, που δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Συνακολούθως, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα των ενδίκων οφειλών του 1ου αναιρεσίβλητου, ως υπαγομένων στη ρύθμιση, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και οι αιτιολογίες αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης κατά τούτο και ο 1ος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επίσης, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας με το 2ο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά παράβαση του αριθμού 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ. κρίθηκε ως αόριστη η ένσταση δόλου, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η σχετική ένσταση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω, όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της χωρίς δόλο περιέλευσης του 1ου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων. Ειδικότερα, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης για τη σύναψη από τον πρώτο αναιρεσίβλητο είκοσι μιας (21) συμβάσεων δανείων και πιστωτικών καρτών, συνολικού ύψους 280.898,46 ευρώ, από δέκα (10) διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα και τις μηνιαίες καθαρές αποδοχές από την εργασία του, ποσού 1.331 ευρώ, τις οικογενειακές υποχρεώσεις του, έγγαμου και ήδη σε διάσταση, με δύο ανήλικα τέκνα, και χωρίς να αναφέρονται τυχόν άλλα εισοδήματα είτε του ίδιου είτε της συζύγου του, πριν από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, ούτε οποιαδήποτε μείωση των εισοδημάτων του, δεν εκτίθεται (στην προσβαλλόμενη), αν αυτός (1ος αναιρεσίβλητος) κατά τη λήψη αυτών των δανείων πίστευε και με βάση ποια στοιχεία, ενόψει των προεκτεθέντων περιορισμένων εισοδημάτων του ως υπαξιωματικού της Αστυνομίας και της πρόδηλης αναντιστοιχίας αυτών με τις αναληφθείσες δανειακές του υποχρεώσεις, ότι είχε την οικονομική δυνατότητα να τα αποπληρώσει και ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση υπερδανεισμού του.

Συνεπώς, ο συναφής 2ος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του 2ου λόγου της, κατά το προαναφερόμενο σκέλος του, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση.

Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ' αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ.

ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.

β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 27/ΕΜ/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που δίκασε ως Εφετείο.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ