Supreme Court partially allows appeal against lower court's dismissal of public hospital's unjust enrichment claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a public hospital's claim for unjust enrichment. The lower court had rejected the claim based on a statute of limitations defense, but the Supreme Court found the First Instance Court erred in its interpretation of specific accounting regulations governing public legal persons. Consequently, the appeal was allowed regarding the hospital's claim, and the case was remitted to the Court of First Instance for further proceedings with a new judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 48, 49, 51 of Law 496/1974; The Supreme Court held that the Court of First Instance erred in law by failing to apply these provisions regarding the calculation of interest for public legal persons in unjust enrichment cases, thereby overturning the dismissal of the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1063 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1063/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΓΝΑ - ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου και φορέα υποδοχής του 1ου Νοσοκομείου ΙΚΑ ΕΤΑΜ Αθήνας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λύτρα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Σίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4856/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2949/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 31-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 2949/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η από 4-1-2017 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθ. 4856/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί ερήμην αυτού, εξαφανίστηκε η άνω πρωτόδικη απόφαση, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, και έγινε δεκτή η από 3-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1 ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3 ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών διατάξεων εκδόθηκε ο ν.1406/1983, με τα άρθρα 1 παρ. 2 και 9 του οποίου, από τις 11-6-1985 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων μεταξύ άλλων και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αυτής αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (Α.Ε.Δ. 3/1999, ΟλΑΠ 7/2001, ΑΠ 1213/2015 ΑΠ 8/2000). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 3-12-2015 αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι με τις ΦΓ …/2005, …/2007 και …/2007 συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και του εναγομένου αρχικώς συμβληθέντος ν.π.δ.δ. "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. ", το οποίο διαδέχθηκε, δυνάμει του ν. 3918/2011, ως καθολικός διάδοχός του, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. " ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΓΝΑ-ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ", παρείχε σ' αυτό υπηρεσίες για τις ανάγκες μεταφοράς του προσωπικού του 1ου Νοσοκομείου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Αθήνας.
Ζήτησε δε, να υποχρεωθούν τα εναγόμενα ν.π.δ.δ. να της καταβάλουν, εις ολόκληρον το καθένα, το ποσό των 77.683,24 ευρώ, που αντιστοιχεί σε παροχή υπηρεσιών μεταφοράς του προσωπικού του 1ου Νοσοκομείου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Αθήνας, με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, κυρίως με βάση τις διατάξεις για τη μίσθωση έργου και επικουρικά, αν θεωρηθεί ότι οι ανωτέρω συμβάσεις μίσθωσης έργου είναι άκυρες, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση διαφορά υπαγόταν στη δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι σ' αυτήν των διοικητικών δικαστηρίων, αφού ούτε από τις μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσες συμβάσεις μίσθωσης έργου, ούτε από το κανονιστικό καθεστώς που τις διέπει, ούτε από ρήτρες σ' αυτές προκύπτει ότι το αναιρεσείον, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, βρισκόταν, χάριν του σκοπού που επιδιώχθηκε με τις εν λόγω συμβάσεις, σε υπερέχουσα θέση, η οποία δεν προσιδιάζει στον με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, έναντι της αντισυμβαλλομένης του αναιρεσίβλητης (εργολάβου).
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον, επικαλούμενο υπέρβαση δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 3918/2011 συστάθηκε, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας, (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και εντάχθηκαν σ' αυτόν ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), με τις μονάδες υγείας του και το Κέντρο Διάγνωσης Ιατρικής της Εργασίας του Ι.Κ.Α., οι κλάδοι υγείας του "Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων", (Ο.Γ.Α.) και του "Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών" (Ο.Α.Ε.Ε.), καθώς και ο "Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου" (Ο.Π.Α.Δ.), ως προς τις παροχές σε είδος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 3 του ως άνω ν. 3918/2011, οι συμβάσεις των εντασσόμενων στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι αυτού. Εξάλλου, το άρθρο 32 του ν. 3918/2011 ορίζει ότι "1. Οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ εντάσσονται από την 1.6.2011 στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Το 1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Αθήνας εντάσσεται στο Σισμανόγλειο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αττικής ... ".... ". 2.
Μετά την ένταξη οι ανωτέρω Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης λειτουργούν ως αντίστοιχα παραρτήματα των ανωτέρω νοσοκομείων στα οποία εντάσσονται (φορείς υποδοχής). ... 5. Συμβάσεις που έχουν καταρτιστεί με συμβαλλόμενους το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και τρίτους (εκμισθωτές, προμηθευτές κλπ.), καθώς και με ιατρούς και οδοντιάτρους απασχολούμενους με σχέση μίσθωσης έργου, εξακολουθούν να ισχύουν έως τη λήξη τους και παράγουν δικαιώματα και υποχρεώσεις έναντι των φορέων υποδοχής που υπεισέρχονται αυτοδικαίως σε αυτές. 6.
Εκκρεμείς δίκες που αφορούν τις εντασσόμενες Υπηρεσίες συνεχίζονται αυτοδικαίως στο όνομα και για λογαριασμό του νοσοκομείου, στο οποίο εντάσσονται... ". Ως εκ τούτου, τα νοσοκομεία αυτά όχι μόνο υποχρεούνται να συνεχίσουν την εκτέλεση συμβάσεων που είχε συνάψει το Ίδρυμα, για τις ανάγκες των νοσοκομειακών μονάδων του και παρέμεναν σε ισχύ κατά τον χρόνο ένταξης της νοσοκομειακής μονάδας σε Νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ.
αλλά υπεισέρχονται και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που τυχόν απορρέουν από λήξασες συμβάσεις του Ιδρύματος και είτε συνεχίζουν ως διάδοχοι του αρχικώς υποχρέου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. τη δίκη που άνοιξε πριν από την ένταξη είτε νομιμοποιούνται παθητικώς ως μόνοι διάδικοι στη δίκη που άνοιξε μετά την ένταξη, λόγω της διαδοχής τους στις υποχρεώσεις από τη σύμβαση του αρχικώς υποχρέου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. (ΣτΕ 2855/2020).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, το αναιρεσείον προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 32 παρ.1, 5 και 6 του ν. 3918/2011, έκρινε ότι υπεισήλθε (το αναιρεσείον) στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των επιδίκων συμβάσεων, οι οποίες είχαν ήδη λήξει πριν την ένταξη του 1ου Νοσοκομείου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Αθήνας σ' αυτό, καθώς και ότι νομιμοποιείται παθητικά στη δίκη.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι η αναιρεσίβλητη είχε συνάψει με το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. τις υπ' αριθ. ΦΓ …/2005, …/2007 και …/2007 συμβάσεις για την κάλυψη αναγκών του 1ου Νοσοκομείου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Αθήνας, ότι σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών πραγματοποιήθηκαν μεταφορές του προσωπικού του ως άνω Νοσοκομείου κατά τα έτη 2005 και 2007, ότι μετά την ένταξη από 1.6.2011 του ως άνω Νοσοκομείου (1ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
Αθηνών) στο Νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ. "Σισμανόγλειο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αττικής", σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του ν. 3918/2011, το τελευταίο υπεισήλθε στις απορρέουσες από τις άνω συμβάσεις υποχρεώσεις του αρχικώς συμβληθέντος Ιδρύματος για την εξόφληση των υπηρεσιών που είχαν παρασχεθεί στη συγκεκριμένη νοσοκομειακή μονάδα του και μόνον αυτό, ως φορέας πλέον της υποχρέωσης, νομιμοποιούνταν παθητικώς στη σχετική δίκη που ανοίχθηκε μετά την ένταξη, ανεξαρτήτως του ότι κατά την ημερομηνία ένταξης στο Νοσοκομείο υποδοχής είχε λήξει η ισχύς των επιδίκων συμβάσεων, εφόσον η διαδοχή στις συμβατικές υποχρεώσεις του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
δεν περιορίζεται στις εκκρεμείς συμβάσεις. Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 77.683,24 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής. Εφόσον η αγωγή της αναιρεσίβλητης ασκήθηκε στις 27-6-2012, ήτοι μετά το χρόνο ένταξης του 1ου Νοσοκομείου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
Αθηνών στο αναιρεσείον "Σισμανόγλειο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αττικής" (1-6-2011) και η επίδικη διαφορά γεννήθηκε από την εκτέλεση συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, που είχε συνάψει με την αναιρεσίβλητη το ως άνω Ίδρυμα (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) για τις ανάγκες του άνω νοσοκομείου, η ισχύς των οποίων (συμβάσεων), κατά τα γενόμενα δεκτά, ανελέγκτως με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είχαν λήξει κατά τον ανωτέρω χρόνο ένταξης, το αναιρεσείον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, υπεισήλθε στις υποχρεώσεις, που απέρρεαν από τις συμβάσεις του αρχικώς υπόχρεου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
και ενομιμοποιείτο παθητικώς ως διάδικος, στη δίκη επί της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., ως προς τις ανωτέρω συμβάσεις.
Συνεπώς, ορθά έκρινε το Εφετείο ότι για τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, που προέκυπταν από υποχρεώσεις συμβάσεων του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., που είχαν ήδη λήξει πριν την ένταξη του 1ου Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Αθηνών στο αναιρεσείον, το τελευταίο είναι υπόχρεο ως καθολικός διάδοχος του αρχικώς υποχρέου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και, συνεπώς, ενομιμοποιείτο παθητικώς ως διάδικος, στη δίκη επί της ένδικης αγωγής που ανοίχθηκε μετά την ένταξη, ανεξαρτήτως του ότι κατά την ημερομηνία ένταξης στο Νοσοκομείο υποδοχής είχε λήξει η ισχύς των επιδίκων συμβάσεων, εφόσον η διαδοχή στις συμβατικές υποχρεώσεις του" Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. " δεν περιορίζεται στις εκκρεμείς συμβάσεις. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 1. του ν.δ. 496 της 17/19-7-1974: "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (Α' 204) "Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ. είναι πέντε ετών, εφ` όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος ...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 49 του ιδίου νομοθετικού διατάγματος "Η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους καθ` ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο κανόνας για το χρόνο παραγραφής αξιώσεων κατά ν.π.δ.δ. είναι η πενταετία από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκε κάθε αξίωση, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 51 περ. α' του ιδίου νομοθετικού διατάγματος "Η παραγραφή διακόπτεται μόνο δια της υποβολής της υποθέσεως στο αρμόδιο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διατάξεων του δικαστηρίου ή των διαιτητών και τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 52 εδ.
τελ. του αυτού νομοθετικού διατάγματος η παραγραφή λαμβάνεται υπ` όψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν.δ. 496/1974, συνάγεται ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του ΝΠΔΔ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους αναφερόμενους στο άνω άρθρο 51 του ν.δ. 496/1974 τρόπους, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (Ολ ΑΠ 11/2003, ΑΠ 593/2015).
Βέβαια η έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 52 εδ. τελ. είναι ότι για να λάβει το δικαστήριο υπόψη οίκοθεν, δηλαδή χωρίς την υποβολή σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του Δημοσίου, την παραγραφή της απαίτησης, η οποία κατάγεται σε δίκη από κάποιο δικαιούχο, πρέπει και αρκεί να έχουν τεθεί ενώπιον αυτού τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται αφ` ενός η γέννηση της αξίωσης και, εντεύθεν, η έναρξη του χρόνου παραγραφής κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη και αφ` ετέρου η συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, που είναι ζήτημα απλής εφαρμογής του εν χρήσει ημερολογίου, πριν από την άσκηση της αξίωσης (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 533/2018).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, το αναιρεσείον προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 1. του ν.δ. 496 της 17/19-7-1974, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση παραγραφής των επιδίκων, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αξιώσεων της αναιρεσίβλητης, που πρότεινε παραδεκτώς, δεχόμενη ότι οι αξιώσεις παραγράφονται μετά πάροδο εικοσαετίας.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο ζήτημα της παραγραφής ή μη των ενδίκων αξιώσεων, έγιναν δεκτά τα εξής:"... Η ενάγουσα στις 17-4-2006, συνήψε με την Διευθύντρια της Διεύθυνσης Προμηθειών και Χημικών Υπηρεσιών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, σύμφωνα με την …/…/….-2-83 απόφαση του Διοικητή του τελευταίου, την ΦΓ …/05 έγγραφη σύμβαση παροχής υπηρεσιών για τη μεταφορά προσωπικού του 1ου Νοσοκομείου του ΙΚΑ.
Προς εκτέλεση της σύμβασης διέθεσε 3 λεωφορεία κυριότητάς της και συμφωνήθηκε μηνιαίο μίσθωμα 12.079,50 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Η πληρωμή του τιμήματος θα γινόταν τμηματικά στο τέλος κάθε διμήνου και ύστερα από σχετική βεβαίωση της Δ/σης του 1ου Νοσοκομείου ότι εκτελέσθηκαν όλες οι διαδρομές. Η διάρκεια της σύμβασης καθορίστηκε για έξι μήνες και οι υπηρεσίες συμφωνήθηκε αρχικά να αρχίσουν να παρέχονται από 25-2-2006.
Η σύμβαση, επίσης, συμφωνήθηκε ότι μπορούσε να παραταθεί μετά τον αρχικό χρόνο για ένα εξάμηνο µε μονομερή δήλωση του ΙΚΑ, µε τους ίδιους όρους και τιμές. Ακολούθησαν οι µε αριθμούς …/2007 και …./2007 συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που υπεγράφησαν µε το ΙΚΑ στο τέλος κάθε σύμβασης. Σύμφωνα µε τα υπ' αριθ. …, …, …, …/2008 πρακτικά εκτέλεσης του 1ου Νοσοκομείου, όλα τα δρομολόγια που συμφωνήθηκαν εκτελέσθηκαν κανονικά.
Το ΙΚΑ κατέβαλε στην ενάγουσα τα οφειλόμενα μισθώματα έως και τον Αύγουστο του 2007, και εξακολουθεί να οφείλει τα μισθώματα από τον Σεπτέµβριο του 2007 έως και τον Φεβρουάριο του 2008. Για την οφειλή εκδόθηκαν τα ακόλουθα 6 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 77.683,24 €. Ειδικότερα εκδόθηκαν: (ακολουθεί η παράθεση των τιμολογίων)...Επομένως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στο 1 ο Νοσοκομείο του ΙΚΑ, στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει ως καθολικός διάδοχος, δυνάμει των άρθρων 32 παρ. 6 και 33 παρ. 1 του ν. 3918/2011, το εφεσίβλητο - εναγόμενο νοσοκομείο και το 1ο Νοσοκομείο του ΙΚΑ σε περίπτωση που η ενάγουσα δεν παρείχε τις υπηρεσίες της θα υποχρεωνόταν να συνάψει σύμβαση παροχής υπηρεσιών με άλλο άτομο και να καταβάλει σ' αυτό την ίδια αμοιβή.
Συνεπώς το 1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ τελικώς, βάσει των ανωτέρω, πλούτισε αδικαιολογήτως σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας κατά το ποσό των 77.683,24 ευρώ, δαπάνη που μετά βεβαιότητας θα κατέβαλε σε τρίτο άτομο για να δεχθεί τις ίδιες υπηρεσίες μ' αυτές που του παρείχε η ενάγουσα. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η αξίωση της ενάγουσας έχει υποπέσει σε παραγραφή κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεδομένου ότι οι αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό παραγράφονται μετά την παρέλευση 20ετίας ...
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 77.683,24 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής με το νόμιμο τόκο ποσοστού 6% δεδομένου ότι κατά το άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ./τος 496/1974, περί λογιστικού των ΝΠΔΔ, η οποία είναι ανάλογη με το άρθρο 21 του ΒΔ της 26-6/10-7-1944, περί του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος δόσης του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση ή σε ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής... ".
Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα ένσταση παραγραφής, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 77.683,24 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 48 παρ.1, 49 και 51 του ν.δ. 496/1974, οι οποίες έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, ως προς τις οποίες όφειλε και αυτεπαγγέλτως να συμμορφωθεί, πέραν του ότι με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος είχε παραδεκτώς προβληθεί ενώπιόν του η ως άνω ένσταση.
Επομένως, ο τρίτος (κατά το δεύτερο σκέλος του) από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 48 παρ.1 του ν.δ. 496/1974, είναι βάσιμος.
Τέλος, οι από τους αριθ. 8, 11, 13 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενες αιτιάσεις, είναι απορριπτέες ως αόριστες, διότι αριθμητικώς μόνο παρατίθενται οι διατάξεις αυτές, χωρίς την αναφορά περιστατικών που να δικαιολογούν την εφαρμογή τους. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 αριθ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2949/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά το αναιρεσείον (ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΓΝΑ-ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ" (ως καθολικού διαδόχου και φορέα υποδοχής του 1ου Νοσοκομείου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ΑΤΤΙΚΗΣ) και την προβληθείσα ένσταση παραγραφής, των ενδίκων αγωγικών αξιώσεων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Αυγούστου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ