Legislator Case Law & Legislation
1063/2020 AI generated

Supreme Court annuls labor contract ruling for procedural error regarding indefinite term contract legality.

Case Number 1063/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision rejecting a labor dispute claim due to a procedural error. The court found the lower court incorrectly ruled the employment contract as indefinite despite the employer failing to meet statutory requirements for such classification. Consequently, the case was remanded to the First Instance Court for a new trial on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a final judgment if the lower court erroneously interprets substantive law regarding the legality of an employment contract, thereby rendering the original decision void and remanding the case for retrial.

Keywords

AI generated
procedural error indefinite term contract labor law annulment of judgment remand for retrial substantive law interpretation legal standing

Cited Legislation

AI generated
Articles 663 et seq. of the Code of Civil Procedure
Articles 511, 518(2), 144, 145(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 579(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 8(3) of Law 2112/1920
Directive 1999/70/EC of the European Union

Cited Case Law

AI generated
No. 14882/23.11.2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1063 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1063/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ (ΕΛΤΑ) Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Παυλάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Ε., κατοίκου Αγίου Δημητρίου Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/12/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1470/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 15/7/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 15.7.2019 [Γ.Α.Κ. 61984 / Ε.Α.Κ. 95 / 15.7.2019 - Πρωτοδικείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία 'ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ Α.Ε.', που εδρεύει στην Αθήνα και νομίμως εκπροσωπείται κατά του αναιρεσίβλητου Δ. Κ.του Ε.. Προσβάλλεται δε, η 1470/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε, την 2.11.2016, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 25.12.2015 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.

Η αγωγή αφορά απαιτήσεις του ενάγοντος κατά της εναγομένης από συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας και η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015].

Με την 1470/2016 απόφαση, που προσβάλλεται, η αγωγή κρίθηκε νόμιμη και έγινε δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, επίσης, η εναγομένη καταδικάσθηκε στη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος, η οποία ορίσθηκε στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 1470/2016 αποφάσεως ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της και, πλέον, έχει καταστεί τελεσίδικη [άρθρα 511, 518 παρ.2, 144, 145 παρ.1 ΚΠολΔ], εφ' όσον παρήλθε άπρακτη η προθεσμία των δύο (2) ετών, από την 2.11.2016 (ημερομηνία δημοσιεύσεώς της) για την άσκηση εφέσεως (βλ.

υπ' αριθμ. 14882 / 23.11.2018 'πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης τακτικών ή έκτακτων ένδικων μέσων' του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών / Τμήμα Πολιτικών Ενδίκων Μέσων). Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε, την 15.7.2019, ως άνω, νομίμως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των πέντε (5) συνολικά λόγων της [άρθρα 495 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].

(I).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.

Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ακόμη, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν ΟΙ προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών ήτοι, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 426/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία.

Για να είναι, τότε, ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αιτήσεως αναιρέσεως [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 495 παρ.1, 577 παρ.3, 566 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες πραγματικές - ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 2/2013, ΑΠ ολ. 28/1998, ΑΠ 780/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Η φύση συμβάσεως δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό, που δίνουν σε αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του [άρθρα 26 παρ.3, 87 παρ.2 Συντάγματος], χωρίς, παράλληλα, ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός από το δικαστήριο της ουσίας να συνιστά ανεπίτρεπτη 'μετατροπή' του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος.

Συγκεκριμένα, το δικαστήριο της ουσίας αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφ' όσον προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση, η οποία, στη συνέχεια, ελέγχεται, αναιρετικά, στο πλαίσιο της εφαρμογής του ως άνω άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της ουσίας έννομης σχέσεως, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας, δεν απεκλείετο στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέως ή από εσωτερικό Οργανισμό ή Κανονισμό της υπηρεσίας εργοδότη, ανήκοντος είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα, ακόμα και αν ο Κανονισμός ή Οργανισμός έχει αποκτήσει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ ολ. 14/2017, ΑΠ ολ. 8/2011, ΑΠ ολ. 7/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Εξ άλλου, για το είδος συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου [άρθρα 648, 671, 672, 669 ΑΚ], εφαρμοστέα είναι η νομοθεσία, που ίσχυε, κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως εργασίας - προσλήψεως του εργαζομένου. Σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη χρονική διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.

Η έγκυρη λύση αυτής της συμβάσεως εργασίας, ειδικότερα, υπαλλήλου, από τον εργοδότη, απαιτεί έγγραφη καταγγελία και καταβολή στον υπάλληλο της νόμιμης, ανάλογα με το χρόνο διαρκείας της συμβάσεως εργασίας, αποζημιώσεως [άρθρα 1, 3 ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α. 57), 1, 2, 5 ν. 3198/1955 (ΦΕΚ Α. 98), 3, 174, 180 ΑΚ, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966 (ΦΕΚ Α. 57), 1 ν. 3302/2004 (ΦΕΚ Α. 267 / 28.12.2004), 1 ν. 1082/1980 (ΦΕΚ Α. 250), 2, 3, 4, 5 α .ν. 539/1945 (ΦΕΚ Α. 229), 1 ν. 1346/1983 (ΦΕΚ Α. 46), Κοινές Αποφάσεις Υπ.

Οικονομικών και Εργασίας 19040/1981 (ΦΕΚ Β. 742), 12921/1981 (ΦΕΚ Β. 212)]. Αντίθετα, σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν έχει συμφωνηθεί, ρητώς ή σιωπηρώς, η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της. Παύει δε, να ισχύει, αυτοδικαίως, μετά τη λήξη της, χωρίς να χρειάζεται έγγραφη καταγγελία της από τον εργοδότη και καταβολή αποζημιώσεως στον υπάλληλο [άρθρο 669 παρ.1 ΑΚ].

Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα συμβαλλόμενα μέρη γνωρίζουν το χρονικό σημείο της λήξεώς της (ΑΠ 244/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Σε σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ειδικότερα, υπαλλήλου (ή σε αλλεπάλληλες συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας), ανεξάρτητα αν η σύμβαση ή οι αλλεπάλληλες συμβάσεις έχουν καταρτισθεί στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου [άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920, 5 ν. 3198/1955], αν ο καθορισμός της χρονικής διάρκειας δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως - υπηρεσίας του εργοδότη, αλλά τέθηκε, σκοπίμως, προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας του υπαλλήλου [άρθρο 8 παρ.3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παράγραφοι 1 και 3 του Συντάγματος].

Ανακύπτει, τότε, ακυρότητα, ως προς καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως [άρθρα 181, 180, 174 ΑΚ] και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου. Ο μετέπειτα ν. 2190/1994 (ΦΕΚ Α. 28) -και σε συνδυασμό προς τα άρθρα 12, 13, 14 ν. 3051/2002 (ΦΕΚ Α. 220 / 20.9.2002) 'Συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, τροποποίηση και συμπλήρωση του συστήματος προσλήψεων στον δημόσιο τομέα και συναφείς ρυθμίσεις'- ορίζει στο άρθρο 21 (και) τα εξής:

Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων (παράγραφος 1).

Η διάρκεια της απασχολήσεως του προσωπικού της παραγράφου 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής προσλήψεως προσωπικού για την αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχολήσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο.

Παράταση ή κατάρτιση νέας συμβάσεως, κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες (παράγραφος 2). Τα αρμόδια όργανα για την εκκαθάριση των αποδοχών υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές σε προσωπικό, που συμπλήρωσε την πιο πάνω διάρκεια απασχολήσεως.

Διαφορετικά, καταλογίζονται στα ίδια τα όργανα οι αποδοχές, που καταβλήθηκαν (παράγραφος 4). Προϊστάμενοι υπηρεσιών ή άλλα αρμόδια όργανα, που ενεργούν, κατά παράβαση (και) των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου (21), διώκονται, αυτεπαγγέλτως, για παράβαση καθήκοντος, κατά το άρθρο 259 ΠΚ (παράγραφος 5). Στα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ.1 στοιχείο (θ) του ν. 2190/1994 υπάγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμοί και ανώνυμες εταιρίες, που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 1 ν. 3429/2005 'Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί / Δ.Ε.Κ.Ο.' (ΦΕΚ Α. 314 / 27.12.2005).

Συγκεκριμένα, τα άρθρα 13 παρ.1 εδ. (α) και 1 παράγραφοι 1, 4 (του Κεφαλαίου Α') καθώς και 15 (του Κεφαλαίου Β'), σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 παρ.5 (του Κεφαλαίου Α') ν. 3429/2005, τα οποία ισχύουν από την 31.12.2005 [άρθρο 22 παρ.2 ν. 3429/2005], ορίζουν ότι: "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως 'δημόσια επιχείρηση' νοείται κάθε ανώνυμη εταιρία, στην οποία το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να ασκεί, άμεσα ή έμμεσα, αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων, που τη διέπουν". "Το Κεφάλαιο Α' του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι εταιρίες για τις οποίες εφαρμόζεται το κεφάλαιο Β'" [άρθρο 1 παράγραφοι 1 και 4, υπό τον τίτλο 'ορισμοί και πεδίο εφαρμογής', του Κεφαλαίου Α']. "Οι δημόσιες επιχειρήσεις μπορούν στο εξής, για λόγους γενικού συμφέροντος, που συνδέονται με τη λειτουργία τους, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους, που έχουν ισχύ νόμου ή ισχύ κανονιστική ή οποιαδήποτε άλλη ισχύ καθώς και κατά παρέκκλιση οποιωνδήποτε διατάξεων ή συμφωνιών, να προσλαμβάνουν το πάσης φύσεως προσωπικό τους, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για δοκιμαστική περίοδο διαρκείας μέχρι επτά (7) μηνών, ύστερα από προκήρυξη, στην οποία καθορίζονται, από την ίδια τη δημόσια επιχείρηση, τα κριτήρια πρόσληψης.

Η διαδικασία πρόσληψης του προσωπικού των δημοσίων επιχειρήσεων καθώς και της μετέπειτα σύναψης της σχετικής σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ύστερα από αξιολόγηση της δοκιμαστικής περιόδου από την οικεία δημόσια επιχείρηση, ελέγχεται από το Α.Σ.Ε.Π., σύμφωνα με τις κείμενες, κάθε φορά, διατάξεις, που διέπουν τις αρμοδιότητές του" [άρθρο 13 παρ.1 εδ. (α), υπό τον τίτλο 'νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό' του Κεφαλαίου Α']. "Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος (Β') κεφαλαίου υπάγονται οι ανώνυμες εταιρίες της παραγράφου 5 του άρθρου 1 (κεφάλαιο Α').

Οι εταιρίες αυτές ευρίσκονται εκτός του, κατά τις ισχύουσες, κάθε φορά, διατάξεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα" [άρθρο 15, υπό τον τίτλο 'πεδίο εφαρμογής' του κεφαλαίου Β', σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 παρ.5 του Κεφαλαίου Α']. Περαιτέρω, στο άρθρο 103 παράγραφοι 2, 3, 4 εδ. (α), 5, 6, 7 και 8 Συντάγματος -και μετά το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (ΦΕΚ Α. 84 / 17.4.2001 και ΦΕΚ Α. 85 / 18.4.2001)- προβλέπονται τα ακόλουθα: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση, που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες, με προσωπικό, που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο, με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παράγραφος 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό, που προσλαμβάνεται, με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη καθώς και για τις ειδικότερες εγγυήσεις, τις οποίες έχει το προσωπικό, που προσλαμβάνεται" (παράγραφος 3). "Οι δημόσιοι υπάλληλοι, που κατέχουν οργανικές θέσεις, είναι μόνιμοι, εφ' όσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν". "Με νόμο, μπορεί να εξαιρούνται από τη μονιμότητα ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι, που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, οι διοριζόμενοι απ' ευθείας με βαθμό πρεσβευτικό, οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Δημοκρατίας και των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και Υφυπουργών" (παράγραφος 5). "Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων έχουν εφαρμογή και στους υπαλλήλους της Βουλής, οι οποίοι, κατά τα λοιπά, διέπονται εξ ολοκλήρου από τον Κανονισμό της καθώς και στους υπαλλήλους των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (παράγραφος 6). "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται, κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή, σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής, όπως νόμος ορίζει.

Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής, που περιβάλλονται, με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις, το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής" (παράγραφος 7). "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται, κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών, κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει, επίσης, τα καθήκοντα, που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγουμένου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου" (παράγραφος 8).

Η Οδηγία 1999 / 70 / Ε.Κ. του Συμβουλίου Ε.Ε. της 28.6.1999 (δημοσίευση στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την 10.7.1999 - E.E.L. 175 / 10.7.1999), η οποία άρχισε να ισχύει, την 10.7.2001 [άρθρο 2 της Οδηγίας], αφορά τη συμφωνία - πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου (ημερομηνία συμφωνίας - πλαισίου 18.3.1999, των τριών διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα, ήτοι της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων / CES, της Ενώσεως των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας και των Εργοδοτών της Ευρώπης / UNICE και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Δημοσίων Επιχειρήσεων / CEEP).

Η Οδηγία αυτή δεν απαγορεύει, κατ' αρχήν, την κατάρτιση συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ούτε τη διαδοχική χρησιμοποίησή τους, στον ιδιωτικό ή το δημόσιο τομέα. Δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό συμβάσεως, ως αορίστου χρόνου, αλλά επιτρέπει τη θέσπιση κυρώσεων για την αποτροπή της καταχρηστικής ανανεώσεως των συμβάσεων.

Δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ακριβείς (χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), δεκτικούς απ' ευθείας εφαρμογής στην εθνική έννομη τάξη [άρθρα 10, 249 (πριν 189) ΣυνθΕΚ, 28 Συντάγματος], αλλά παρέχει στον κοινό νομοθέτη περιθώριο διακριτικής επιλογής, για την εξειδίκευση των αντικειμενικών λόγων, που δικαιολογούν την χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων (ή σχέσεων) εργασίας ορισμένου χρόνου, τη μεγίστη χρονική διάρκεια και τον αριθμό τους καθώς και για τον προσδιορισμό των συνθηκών, υπό τις οποίες οι συμβάσεις (ή σχέσεις) εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορεί να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου (ΑΠ ολ. 20/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Μεταφέρεται, εν τέλει, η επίμαχη Οδηγία στην ελληνική έννομη τάξη, μετά την εκπνοή (λήξη) της σχετικής προθεσμίας προσαρμογής - ενσωματώσεώς της [άρθρο 2 της Οδηγίας], δηλ. μετά την 10.7.2001, ως άνω (και την παράταση της προθεσμίας για ένα, ακόμη, έτος, την 10.7.2002), α.- με το π.δ. 81/2003 (ΦΕΚ Α. 77 / 2.4.2003), το οποίο τροποποιήθηκε, με το π.δ. 180/2004 (ΦΕΚ Α. 160 / 23.8.2004) και β.- με το π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α. 134 / 19.7.2004 και διορθώσεις σφαλμάτων στο ΦΕΚ Α. 135 /19.7.2004).

Το π.δ. 81/2003, υπό τον τίτλο "ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου", ισχύει για συμβάσεις / ανανεώσεις συμβάσεων (ή σχέσεις) εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα, που καταρτίζονται μετά την 2.4.2003 [άρθρα 2, 3, 5 παρ.5, 9 π.δ. 81/2003] και, παρά τη γενικότητα του τίτλου του, ως άνω, περιέλαβε ρυθμίσεις, που δεν αφορούν τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα.

Το π.δ. 164/2004, υπό τον τίτλο "ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα", ισχύει για τις συμβάσεις (ή σχέσεις) εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (και) με συμβαλλόμενη 'δημόσια επιχείρηση' [άρθρα 3 στοιχείο (γ), 2 παρ.1 π.δ. 164/2004, 51 παρ.1 στοιχείο (γ) ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α. 101 / 31.7.1990) -όπως το άρθρο 51 παρ.1 στοιχείο (γ) ν. 1892/1990 ισχύει μετά το άρθρο 4 παρ.6 ν. 1943/1991 (ΦΕΚ Α. 50)].

Ειδικότερα, στα άρθρα 3 στοιχείο (γ), 5, 6 και 7 π.δ. 164/2004, ισχύοντα, από την 19.7.2004 [άρθρο 12 π.δ. 164/2004], ορίζονται (και) τα εξής: "Ως 'δημόσιος τομέας', νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α. 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων, σε κάθε περίπτωση, από αυτόν των ανωνύμων εταιριών, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003" [άρθρο 3 στοιχείο (γ)]. "1.- Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.- Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφ' όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται, ευθέως και αμέσως, με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.- Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι, που τη δικαιολογούν, αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφ' όσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν.

Κατ' εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του. 4.- Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου" [άρθρο 5]. "1.- Συμβάσεις, που καταρτίζονται, διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες, σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης είτε συνάπτονται, κατ' εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται, κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας. 2.- Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνο σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων, που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι, που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι, που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου, σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από συμβάσεις, με διεθνείς οργανισμούς" [άρθρο 6]. "1.- Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος, είναι, αυτοδικαίως, άκυρη. 2.- Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε, εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα, βάσει αυτής, χρηματικά ποσά, τυχόν δε, καταβληθέντα δεν αναζητούνται.

Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα για το χρόνο, που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει, ως αποζημίωση, το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης, λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης, με βάση τις άκυρες συμβάσεις.

Τα χρηματικά ποσά, που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, καταλογίζονται στον υπαίτιο. 3.- Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος, τιμωρείται με φυλάκιση [άρθρο 5 ν. 1338/1983 (ΦΕΚ Α. 34), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ.5 ν. 1440/1984 (ΦΕΚ Α. 70)]. Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους.

Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα" [άρθρο 7]. Το άρθρο 11 παράγραφοι 1, 2, 3, 4 του αυτού π.δ. 164/2004 έχει "μεταβατικές διατάξεις", ισχύει, επίσης, από την 19.7.2004 [άρθρο 12 π.δ. 164/2004] και ορίζει, εκτός άλλων ότι: Διαδοχικές συμβάσεις, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος (διατάγματος), οι οποίες "έχουν συναφθεί", πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος (19.7.2004) και είναι "ενεργές" έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν "εφ' εξής" σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφ' όσον συντρέχουν, αθροιστικά, οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α.- Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος (19.7.2004), ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος (διατάγματος), με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως δέκα οκτώ (18) μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β.- Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει, πράγματι, διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση. γ.- Το αντικείμενο της συμβάσεως να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται, ευθέως και αμέσως, με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ.- Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί, κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση (παράγραφος 1).

Για τη διαπίστωση της συνδρομής των πιο πάνω, στην παράγραφο (1), προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει "εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος", αίτηση προς τον οικείο φορέα. Στην αίτηση αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων. Αρμόδιο όργανο να κρίνει, αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις, είναι το Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο, που εξομοιώνεται με αυτό και, όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο, που εξομοιώνεται με αυτό, κατά την κείμενη νομοθεσία (παράγραφος 2).

Οι κατά την παράγραφο (2) ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται, εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση, σε αυτό, των σχετικών κρίσεων (παράγραφος 3). Οι μεταβατικές ρυθμίσεις αφορούν (και) εργαζόμενους "στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο (γ) του παρόντος (διατάγματος), αποκλειομένων, σε κάθε περίπτωση, των εργαζομένων σε ανώνυμες εταιρίες, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (παράγραφος 4).

Επακολούθησε ο ν. 3320/2005 (ΦΕΚ Α. 48 / 23.2.2005) 'ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης / Ο.Τ.Α.'. Στο άρθρο 1, το οποίο ισχύει από 23.2.2005 [άρθρο 33], ορίζονται (και) τα εξής: 1.- Το προσωπικό, με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασεώς του. 2.-Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης - Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου, κατά περίπτωση, Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004. 3.- Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται, με απόφαση του αρμοδίου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4.- Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσεώς τους από την ημερομηνία εκδόσεως της πράξεως κατάταξεώς τους.

Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Από τα προηγούμενα προκύπτουν (και) τα παρακάτω: Α.- Στην Ελληνική έννομη τάξη, η διασφάλιση του εργαζομένου από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν, αρχικώς (πριν από την Οδηγία 1999 / 70 / ΕΚ του Συμβουλίου Ε.Ε.

της 28.6.1999), με το άρθρο 8 παρ.3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό προς τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παράγραφοι 1 και 3 Συντάγματος), που είχε εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, ανεξάρτητα, αν είχαν καταρτισθεί στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα. Β.- Με το άρθρο 103 παράγραφοι 7 και 8 του Συντάγματος -το οποίο ισχύει από 17.4.2001 και προσέδωσε συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη για σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας προς αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών [άρθρο 21 ν. 2190/1994]- είναι υποχρεωτική η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων και για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών υπηρεσιακών - λειτουργικών αναγκών νομικών προσώπων του 'δημοσίου τομέως'.

Διασφαλίζονται οι συνταγματικές αρχές της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας καθώς και της διαφάνειας, κατά τις προσλήψεις στον 'δημόσιο τομέα'. Επιβάλλονται στον κοινό νομοθέτη και στην Διοίκηση αυστηροί όροι, σχετικά (και) με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη υπηρεσιακών - λειτουργικών αναγκών νομικών προσώπων του 'δημοσίου τομέως', όπως καθορίζεται, κάθε φορά από το νόμο, ήτοι (και) 'δημοσίας επιχειρήσεως' - ανώνυμης εταιρίας του άρθρου 1 παρ.1 (Κεφάλαιο Α') του ν. 3429/2005.

Υπάγεται στους κανόνες προσλήψεως και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από 'δημόσια επιχείρηση' - ανώνυμη εταιρία του άρθρου 1 παρ.1 (Κεφάλαιο Α') του ν. 3429/2005, με σύμβαση (ή σχέση) εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων. Απαγορεύεται, πλέον, αδιακρίτως, η από το νόμο, ακόμα, μονιμοποίηση του προσωπικού αυτού ή η μετατροπή των συμβάσεών του (ή σχέσεων) εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, όχι μόνο στην περίπτωση, που καλύπτονται παροδικές και απρόβλεπτες λειτουργικές - υπηρεσιακές ανάγκες, αλλά και στην περίπτωση, που, πράγματι, καλύπτονται πάγιες και διαρκείς τέτοιες ανάγκες 'δημόσιας επιχειρήσεως' - ανώνυμης εταιρίας του άρθρου 1 παρ.1 (κεφάλαιο Α') του ν. 3429/2005 (ΑΠ ολ. 20/2007, ΑΠ 514/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Γ.- Η πρόβλεψη της μετατροπής των διαδοχικών συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 π.δ. 164/2004, δεν αντίκειται στο άρθρο 103 Συντάγματος. Τούτο διότι μετά το π.δ. 81/2003, το οποίο δεν είχε σχετική πρόβλεψη, ο νομοθέτης, με το π.δ. 164/2004, έπρεπε να περιλάβει ρυθμίσεις, που να εξασφαλίζουν, οπωσδήποτε, από 10.7.2002, την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999 / 70 / Ε.Κ.

του Συμβουλίου Ε.Ε. της 28.6.1999. Οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004 ισχύουν από 19.7.2004, έτσι, για την κάλυψη του προγενέστερου χρονικού διαστήματος, τουλάχιστον μέχρι την 10.7.2002, προστέθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 π.δ. 164/2004, ως "μεταβατικές" (όχι ως "πάγιες") και με την ανοχή του συνταγματικού νομοθέτη, για την "τακτοποίηση" εκκρεμών εργασιακών σχέσεων και 'δημόσιας επιχειρήσεως' - ανώνυμης εταιρίας του άρθρου 1 παρ.1 (κεφάλαιο Α') του ν. 3429/2005 μετά εργαζομένων της, οι οποίοι συνέχισαν, ακόμη και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 (από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων), να απασχολούνται, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και δεν γνώριζαν τα δικαιώματα, που μπορούσαν να αντλήσουν από την Οδηγία 1999 / 70 / Ε.Κ.

του Συμβουλίου Ε.Ε., εν όψει της καθυστερήσεως της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στη συγκεκριμένη Οδηγία. Η "τακτοποίηση" των εκκρεμών αυτών εργασιακών σχέσεων γίνεται με σύσταση "εφ' εξής" (19.7.2004) συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ΣτΕ 2755/2011, ΣτΕ 2718/2010, ΣτΕ 1041/2009, ΣτΕ 28/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Δ.- Διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται μετά 'δημόσιας επιχειρήσεως' - ανώνυμης εταιρίας του άρθρου 1 παρ.1 (κεφάλαιο Α') ν. 3429/2005, υπό την ισχύ του άρθρου 103 Συντάγματος (από 17.4.2001) και του π.δ. 164/2004 (από 19.7.2004), δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν αυτές, πράγματι, πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες λειτουργικές - υπηρεσιακές ανάγκες της ως άνω 'δημοσίας επιχειρήσεως' ούτε αφήνεται πεδίο εκτιμήσεως των επίμαχων συμβάσεων, με ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως, κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές, πράγματι, καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για την κατάρτιση συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής και εξαιρετικής ρυθμίσεως του άρθρου 11 παρ.1 π.δ. 164/2004, οπότε συνιστούν αυτές, "εφ' εξής" (19.7.2004), ενιαία έγκυρη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Έτσι, στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 ν. 2112/1920 (ΑΠ ολ. 20/2007, ΑΠ 993/ 2018, ΑΠ 483/2016, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 521/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ε.- Το άρθρο 1 ν. 3320/2005, που ισχύει από 23.2.2005 και ορίζει ότι όσοι εργαζόμενοι εμπίπτουν στην ως άνω εξαιρετική ρύθμιση του άρθρου 11 παρ.1 π.δ.164/2004 κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.), ειδικότητος αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη της προσλήψεώς τους, συμπληρώνει τις μεταβατικής φύσεως ρυθμίσεις του άρθρου 11 π.δ. 164/2004 (ΑΠ 514/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

ΣΤ.- Το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό, κατά το άρθρο 13 παρ.1 εδ. (α) του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005, τελεί υπό δοκιμαστική περίοδο διαρκείας μέχρι (7) μηνών και δεν μπορεί, χωρίς να υποβληθεί σε άλλη νόμιμη διαδικασία, να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ζ.- 'Δημόσιος Τομέας' είναι το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς, που προκύπτει από επί μέρους νομοθετήματα, αφορούν δε, τα νομοθετήματα αυτά, σε περιορισμούς, που προσήκουν ή είναι συναφείς προς την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας και ανάγονται είτε στην πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του είτε στην απόκτηση και χρήση πόρων προς επίτευξη του δημοσίου σκοπού, τον οποίο επιδιώκουν (ΑΠ 483/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

(II).- Τα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ιδρύεται, με το ν.δ. 496/1970 (ΦΕΚ Α. 73 / 28.3.1970) και ισχύει, από την 1.5.1970 [άρθρα 1-20 ν.δ. 496/1970], επίσης, το Καταστατικό του κυρώνεται, με το β.δ. 804/1970 (ΦΕΚ Α. 271 / 16.12.1970) και ισχύει, από την 16.12.1970 [άρθρα 1 - 28 β.δ. 804/1970]. Ειδικότερα, ιδρύεται, από την 1.5.1970, με έδρα την Αθήνα, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υπό την επωνυμία 'ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ' και τον διακριτικό τίτλο 'ΕΛΤΑ', σκοπός του είναι η άσκηση του αποκλειστικού προνομίου της οργανώσεως, εκμεταλλεύσεως και αναπτύξεως της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας καθώς και η εκτέλεση οποιουδήποτε άλλου έργου, που προσιδιάζει στη φύση των 'Ταχυδρομείων', αποτελεί δημόσια επιχείρηση, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, υπό μορφή ανώνυμης εταιρίας, απολαύει διοικητικής και οικονομικής αυτονομίας, ανήκει "εξ ολοκλήρου" στο Ελληνικό Δημόσιο, τελεί υπό την εποπτεία "του Ελληνικού Δημοσίου / Κράτους", η οποία ασκείται "δια του επί των Συγκοινωνιών Υπουργού", ανατίθεται σε αυτό, αποκλειστικώς, η Υπηρεσία, που ασκείται δια της Γενικής Διευθύνσεως Ταχυδρομείων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, αποκτά περιουσιακά στοιχεία, που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο και χρησιμοποιούνται από τα 'Ταχυδρομεία', επίσης, μεταβιβάζονται, σε αυτό, τα κάθε φύσεως προνόμια, δικαιώματα και υποχρεώσεις των 'Ταχυδρομείων' [άρθρα 1, 2, 3, 4 ν.δ. 496/1970 και 1, 2, 3, 5 β.δ. 804/1970].

Στον μετέπειτα ν. 2668/1998 (ΦΕΚ Α. 282 / 18.12.1998), που ίσχυσε από 18.12.1998 [άρθρο 30 ν. 2668/1998], τα άρθρα 1, 4 και 19 αυτού ορίζουν ότι ο κύριος σκοπός και η αποστολή των Ελληνικών Ταχυδρομείων συνίσταται στην παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών και ότι φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας είναι τα Ελληνικά Ταχυδρομεία. Στη συνέχεια, δημοσιεύθηκε στην ΕφτΚ, την 12.10.2000, ο ν. 2843/2000 (ΦΕΚ Α. 219) και στο άρθρο 25 παρ. 1, που τροποποιεί το άρθρο 5 του β.δ. 804/1970, ορίζεται ότι "το σύνολο των μετοχών του κεφαλαίου του ΕΛ.ΤΑ.

ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο έχει καταβάλει την αξία των μετοχών αυτών εξ ολοκλήρου, οι μετοχές του ΕΛ.ΤΑ. μεταβιβάζονται ελεύθερα, κατά την κείμενη νομοθεσία, σε κάθε περίπτωση η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου επί του εκάστοτε μετοχικού κεφαλαίου του ΕΛ.ΤΑ. δεν δύναται να είναι κατώτερη του πενήντα ένα τοις εκατό (51%) των μετά ψήφου μετοχών αυτού".

Ακολούθησε ο ν. 2867/2000 (ΦΕΚ Α. 273 / 19.12.2000) και στο άρθρο 14 παρ.1 -το οποίο ισχύει, κατά το άρθρο 16, από τη δημοσίευση, την 19.12.2000, του νόμου στην ΕφτΚ- ορίζει ότι "τα Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛ.ΤΑ.) και οι θυγατρικές εταιρίες αυτών (Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανώνυμος Εταιρία και Ταχυμεταφορές ΕΛ.ΤΑ. Α.Ε.) παύουν να υπάγονται στις διατάξεις, που ισχύουν για τις επιχειρήσεις, που ανήκουν στο δημόσιο τομέα".

Ο μεταγενέστερος ν. 3185/2003 (ΦΕΚ Α. 229 / 26.9.2003), που τέθηκε σε ισχύ, την 26.9.2003 [άρθρο 30 ν. 3185/2003], ορίζει στο άρθρο 28 παράγραφοι 1 και 2 εδ. (α), αντιστοίχως ότι "από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, καταργείται 1.- το ν.δ. 496/1970 'Περί οργανώσεως και λειτουργίας των Ταχυδρομείων' (ΦΕΚ Α. 73), εκτός των άρθρων 1, 2, 3, 4 καθώς και των άρθρων 17 και 18, που ισχύει για όσο χρόνο ο ΕΛ.ΤΑ.

είναι φορέας παροχής της καθολικής υπηρεσίας" και "2.- το β.δ. 804/1970 'Περί κυρώσεως του Καταστατικού των Ελληνικών Ταχυδρομείων' (ΦΕΚ Α. 271)". Στον ως άνω νεώτερο ν. 3429/2005, ορίζεται, ως 'δημόσια επιχείρηση' κάθε ανώνυμη εταιρία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί, άμεσα ή έμμεσα, αποφασιστική επιρροή (και) λόγω των κανόνων, που τη διέπουν [άρθρο 1 παρ.1 (Κεφάλαιο Α') ν. 3429/2005].

Εν τέλει, ο ν. 4053/2012 (ΦΕΚ Α. 44 / 7.3.2012), ο οποίος ισχύει από 7.3.2012 [άρθρο 39 ν. 4053/2012], ορίζει, (1ον).- στο άρθρο 20 παρ.1 εδάφια (α) και (β) ότι "από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου καταργούνται: (α).- το ν.δ. 496/1970 'Περί οργανώσεως και λειτουργίας των Ταχυδρομείων'(ΦΕΚ Α. 73), εκτός των άρθρων 1 και 17 και (β).- ο ν. 2668/1998 'Οργάνωση του τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις' (ΦΕΚ Α. 282), όπως έχει τροποποιηθεί, με το ν. 3185/2003 (ΦΕΚ Α. 229), πλην των άρθρων 23, 26, 27, 28 και 29, ως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν" καθώς και (2ον).- στο άρθρο 21 παρ.1 ότι "η ΕΛ.ΤΑ.

Α.Ε. παραμένει φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας έως τις 31.12.2028, οι όροι παροχής της καθολικής υπηρεσίας καθορίζονται, με τη σύμβαση ανάθεσης, που συνάπτεται μεταξύ του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και της ΕΛ.ΤΑ. Α.Ε., σύμφωνα με τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο". Εν όψει τούτων, η ΕΛ.ΤΑ. Α.Ε, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ήτοι ανώνυμη εταιρία και φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας μέχρι την 31.12.2028 [άρθρα 1 παρ.1 ν.δ.496/1970, 20 παρ.1 εδ. (α) και 21 παρ.1 ν. 4053/2012], στην οποία το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να ασκεί αποφασιστική επιρροή, εξ αιτίας των ως άνω κανόνων, που τη διέπουν (καθορισμός των όρων παροχής της καθολικής υπηρεσίας, με τη σύμβαση αναθέσεως μεταξύ της ΕΛ.ΤΑ.

Α.Ε. και του Ελληνικού Δημοσίου δια του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων), υπάγεται στο κεφάλαιο (Α') του ν. 3429/2005 [άρθρο 1 παρ.1 (κεφάλαιο A') v. 3429//2005], δηλ. παραμένει εντός του ευρύτερου δημοσίου τομέως μέχρι την 31.12.2028 και δεσμεύεται από την επιταγή του άρθρου 103 παρ.8 Συντάγματος για τη μη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας του προσωπικού της από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην 1470/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την πλημμέλεια ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό προς τα άρθρα 281, 671 ΑΚ και 25 παράγραφοι 1 και 3 Συντάγματος), που εφήρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, και ότι εσφαλμένα η αγωγή έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη.

Κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (I) μείζονα σκέψη, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός (ορισμένος) και, περαιτέρω, από την με ημερομηνία 25.12.2015 ένδικη αγωγή και την 1470/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις οποίες ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του λόγου [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα εξής:

-Στην ένδικη αγωγή, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) εξέθετε ότι κατήρτισε μετά της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), νομίμως εκπροσωπουμένης, έγγραφες συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας για τους κρίσιμους χρόνους (α).- από 17.10.2010 μέχρι 16.2.2011, (β).- από 3/2012 μέχρι 11/2012, (γ).- από 20.3.2015 μέχρι 19.11.2015 και, δυνάμει αυτών, απασχολήθηκε, στους κρίσιμους χρόνους, ως υπάλληλος - ταχυδρομικός διανομέας ότι η εναγομένη χαρακτήριζε τις συμβάσεις, ως ορισμένου χρόνου, όμως, πράγματι, ήταν αορίστου χρόνου, αφού, με την εργασία του, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας της εναγομένης, έτσι, οι συμβάσεις, πράγματι, αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την οποία η εναγομένη κατήγγειλε, την 19.11.2015, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση και έπαυσε έκτοτε (από 19.11.2015) να αποδέχεται την εργασία του, ότι ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων, ως ορισμένου χρόνου, έγινε προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας ότι η καταγγελία, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, είναι άκυρη.

Ζήτησε, ακολούθως, (i).- να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται μετά της εναγομένης με μία ενιαία σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 281, 671 ΑΚ και 25 παράγραφοι 1 και 3 Συντάγματος, (ii).- να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας, την 19.11.2015, της ενιαίας συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, (iii).- να υποχρεωθεί η εναγομένη να τον απασχολεί, πραγματικά, "με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμορφώσεώς της στην απόφαση, που θα εκδοθεί".

-Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 1470/2016 απόφασή του, έκρινε την αγωγή νόμιμη "στο άρθρο 8 παρ.3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παράγραφοι 1 και 3 Συντάγματος" στη συνέχεια, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ] ότι ο ενάγων συνδέεται μετά της εναγομένης με ενιαία σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διότι στο διάστημα από το έτος 2010 έως το έτος 2015, κάλυπτε, ως διανομέας, πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας της εναγομένης, "επιπροσθέτως", υπήρχε αντικειμενικός λόγος για την κατάρτιση των ένδικων διαδοχικών συμβάσεων.

Κατά τα γενόμενα δεκτά στις μείζονες σκέψεις, η αγωγή υπό το προηγούμενο περιεχόμενο, δεν είναι νόμιμη. Τούτο διότι ανεξαρτήτως του ότι κατά το ιστορικό της αγωγής, ως άνω, η τελευταία σύμβαση (από 20.3.2015 μέχρι 19.11.2015) καταρτίσθηκε από την προηγούμενη (από 3/2012 μέχρι 11/2012) μετά δύο (2) έτη και τέσσερις (4) μήνες και, ως εκ τούτου διακόπτεται η ροή των διαδοχικών συμβάσεων, στην ένδικη υπόθεση δεν είναι εφαρμοστέα η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 ν. 2112/1920, αφού οι ένδικες συμβάσεις του ενάγοντος καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του άρθρου 103 παράγραφοι 7 και 8 ισχύοντος Συντάγματος, ως ορισμένου χρόνου.

Ειδικότερα: Η εναγομένη είναι 'δημόσια επιχείρηση' του άρθρου 1 παρ.1 (Κεφάλαιο Α') του ν. 3429/2005 και δεσμεύεται από την επιταγή του άρθρου 103 παρ.8 Συντάγματος για τη μη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας του προσωπικού της από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Οι ένδικες συμβάσεις δεν μπορούν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτονται πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες και απρόβλεπτες λειτουργικές - υπηρεσιακές ανάγκες της εναγομένης.

Ακόμη, έστω και αν καλύπτονται, πράγματι, πάγιες και διαρκείς λειτουργικές - υπηρεσιακές ανάγκες της εναγομένης, δεν μπορεί οι ένδικες συμβάσεις να χαρακτηρισθούν, ορθώς, νομικώς, κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου, αφού και αυτό να γίνει, η εναγομένη, κατά τις διατάξεις, που αναφέρονται στις μείζονες σκέψεις, δεν έχει ευχέρεια για την κατάρτιση συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δηλ.

ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι αλυσιτελής. Εξ άλλου, εφ' όσον, κατά το ως άνω ιστορικό της αγωγής, δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του ενάγοντος οι προϋποθέσεις του π.δ. 164/2004, μετατροπή των ένδικων συμβάσεων, που καταρτίσθηκαν μετά την 19.7.2004 σε αορίστου χρόνου εξηρτημένης εργασίας δεν μπορεί να γίνει, έστω και αν καλύπτονται πάγιες και διαρκείς λειτουργικές - υπηρεσιακές ανάγκες της εναγομένης και το άρθρο 8 παρ.3 ν. 2112/1920 ούτε κατά την Οδηγία 1999 / 70 / Ε.Κ.

του Συμβουλίου Ε.Ε., έχει εφαρμογή. Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αφού εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 ν. 2112/1920 και δέχθηκε την αγωγή, ως νόμιμη και, στη συνέχεια, βάσιμη στην ουσία, ενώ αυτή (αγωγή) ήταν μη νόμιμη.

Πρέπει, ως εκ τούτου, κατά παραδοχή του τρίτου λόγος αναιρέσεως, ως βάσιμου, να αναιρεθεί η 1470/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στο σύνολό της, ήτοι και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, το οποίο συναιναιρείται, αφού έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα [άρθρο 579 παρ.1 ΚΠολΔ] ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών τεσσάρων (4) λόγων αναιρέσεως.

Κατά το ισχύον άρθρο 580 παρ.3 εδ. (α) ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα, αφού η αγωγή είναι μη νόμιμη πρέπει, συνεπώς, κατά το πιο πάνω άρθρο 580 παρ.3 εδ. (α) ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, να εξαφανισθεί η 1470/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που προσβάλλεται, στο σύνολό της και να απορριφθεί η από 25.12.2015 [Γ.Α.Κ. 9066 / Α.Κ.Δ. 188 / 19.2.2016] ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη.

Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας [άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ], την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 1470/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στο σύνολό της.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της από 25.12.2015 [Γ.Α.Κ. 9066 / Α.Κ.Δ. 188 / 19.2.2016] αγωγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.12.2015 αγωγή, ως μη νόμιμη.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ