Legislator Case Law & Legislation
1063/2018 AI generated

1063/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1063/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Σε συμμόρφωση προς τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 24-10-1995 για την προστασία φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών εκδόθηκε ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

Legislator headnote

AI generated

1063/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

Keywords

AI generated
bank account information advising bank breach of disclosure duty production of bank records bank charges right of data access
AI generated
1184/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1244/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
922/2023
Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
1066/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
108/2025
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1063 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1063/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...) Ανώνυμη Εταιρία ..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", πρώην "...) ..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αφροδίτης Μακεδόνα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 696/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3194/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-3-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σε συμμόρφωση προς τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 24-10-1995 για την προστασία φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών εκδόθηκε ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

Στο άρθρο 2, "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως α) "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων [...], γ) "υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", κάθε σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο, [...], ζ) "υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.

Όταν ο σκοπός και ο τρόπος επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται, αντίστοιχα, από το εθνικό ή κοινοτικό δίκαιο, η) "εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "τρίτος", κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο, [...]".

Στο άρθρο 10, "1. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ’ εντολή του. 2. Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου. 3.

Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας. 4. Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως.

Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ’ εντολή του υπεύθυνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν". Στο άρθρο 11, "1. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία:

α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) το σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. [...]. 3. Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς [...]".

Στο άρθρο 12, "1. Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως [...]". Στο άρθρο 13, "1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν [...]".

Στο άρθρο 23, "1. Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση [ ]". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, συνάγεται ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων (άρθρο 9Α του Συντάγματος) και αφετέρου της διασφαλίσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσεώς τους (άρθρο 5Α του Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου.

Ο αποδέκτης και εκτελών την επεξεργασία, κατ’ εντολή και για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας με βάση έγγραφη συμφωνία, βαρύνεται με τις αναφερόμενες στο άρθρο 10 του ν. 2472/1997 υποχρεώσεις (απόρρητο και ασφάλεια της επεξεργασίας), δεν υπέχει, όμως, και αυτός υποχρέωση για ενημέρωση του υποκειμένου, γιατί δεν καθίσταται αυτομάτως υπεύθυνος επεξεργασίας από μόνο το γεγονός ότι στην ουσία συλλέγει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, αφού για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να τα συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από την εκτέλεση της σχετικής συμβάσεως αναθέσεως για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (π.χ.

περαιτέρω διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων κλπ). Η διάταξη του άρθρου 11 ν. 2472/1997 είναι σαφής και επιβάλλει ρητά την υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου μόνο στον υπεύθυνο επεξεργασίας (ΑΠ 1740/2013).

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα δε επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

3. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ως προς τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων υπέβαλε την 2-6-2000 προς την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα ... ΑΕ" αίτηση για την έκδοση πιστωτικής κάρτας.

Ότι προς τούτο συμπλήρωσε και υπέγραψε σχετικό έντυπο με τίτλο "αίτηση για έκδοση ...", στο οποίο με τη θέλησή του καταχώρισε τα απλά προσωπικά του δεδομένα που ήσαν αναγκαία για την έκδοση της κάρτας, όπως επώνυμο, όνομα, πατρώνυμο, ημερομηνία γέννησης, αριθμό δελτίου ταυτότητας, διεύθυνση κατοικίας, επάγγελμα, αριθμό φορολογικού μητρώου και τηλέφωνα επικοινωνίας.

Ότι με βάση την αίτηση τού χορηγήθηκε η πιστωτική κάρτα με αριθμό ... και στη συνέχεια, σε αντικατάσταση αυτής η με αριθμό ... όμοια. Ότι η ανωτέρω τραπεζική εταιρία (αρχικά επίσης εναγομένη, αλλά μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) την 16-1-2009 επέδωσε σ’ αυτόν την από 30-12-2008 εξώδικη καταγγελία με την οποία του ζητούσε να της καταβάλει το ποσό των 120 ευρώ, δηλώνοντας ότι διαφορετικά θα προέβαινε σε καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης και θα κινούσε σε βάρος του τη νόμιμη διαδικασία για την είσπραξη της απαίτησής της.

Ότι, ακολούθως, διαβίβασε προς την αναιρεσίβλητη εταιρία ενημέρωσης οφειλετών τα ως άνω προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος, καθώς και το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής προκειμένου η τελευταία να προβεί, στο πλαίσιο της μεταξύ τους καταρτισθείσας από 1-3-2010 έγγραφης σύμβασης παροχής υπηρεσιών, στην ενημέρωση του ενάγοντος για τη ληξιπρόθεσμη οφειλή του προς την προαναφερόμενη τραπεζική εταιρία και στη διαπραγμάτευση του χρόνου, του τρόπου και των λοιπών όρων αποπληρωμής του χρέους, κατ’ εντολή και για λογαριασμό της τράπεζας.

Ότι η αναιρεσίβλητη καταχώρισε τα πιο πάνω διαβιβασθέντα σ’ αυτήν προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος στον ηλεκτρονικό της υπολογιστή (αρχείο) και ακολούθως έκανε χρήση αυτών για τις ανάγκες εκτέλεσης της μεταξύ αυτής και της τραπεζικής εταιρίας έγγραφης σύμβασης παροχής υπηρεσιών με τηλεφωνική όχληση αυτού, προκειμένου να τον ενημερώσει για την οφειλή του.

Ότι, ειδικότερα, η υπάλληλος Τ., της αναιρεσίβλητης, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα α) την 5-9-2011 στο σταθερό τηλέφωνο του γραφείου του από τη με αριθμό ... τηλεφωνική σύνδεση της αναιρεσίβλητης και, αφού του δήλωσε, όπως και σε όλες τις πιο κάτω τηλεφωνικές κλήσεις, ότι καλεί εκ μέρους της τραπεζικής εταιρίας (χωρίς να αναφέρει τα στοιχεία της αναιρεσίβλητης) του ζήτησε να εξοφλήσει άμεσα την οφειλή του προς αυτήν.

Ότι η ανωτέρω υπάλληλος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα αναιρεσείοντα και την 6-9-2011, 7-9-2011, 8-9-2011, 9-9-2011, 22-9-2011, 26-9-2011 και 28-9-2011. Ότι επίσης, η υπάλληλος Α., της αναιρεσίβλητης, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα την 25-10-2011 και την 4-11-2011, τον ενημέρωσε ότι καλεί εκ μέρους της τραπεζικής εταιρίας (χωρίς να αναφέρει τα στοιχεία της αναιρεσίβλητης) και του ζήτησε να εξοφλήσει άμεσα την οφειλή του προς την Τράπεζα.

Ότι με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη ανέλαβε την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος για λογαριασμό της Τράπεζας, που ήταν υπεύθυνη για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων αυτού με έγγραφη σύμβαση που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους, στο πλαίσιο δε εκτέλεσης της σύμβασης αυτής και για τις ανάγκες της εκτέλεσης προέβη στην επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος με τη λήψη αυτών, την καταχώρισή τους στο αρχείο της και τη χρήση τους με τηλεφωνικές οχλήσεις του ενάγοντος, όπως πιο πάνω αναλυτικά αναφέρεται.

Ότι, η αναιρεσίβλητη δεν προέβη σε συλλογή των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος για δικές της συναλλαγές, ούτε σε περαιτέρω επεξεργασία αυτών, αλλά ως αποδέκτρια (και όχι τρίτη) προέβη σε εκτέλεση επεξεργασίας αποκλειστικά για λογαριασμό της υπεύθυνης επεξεργασίας Τράπεζας και εντός του σκοπού της μεταξύ τους σύμβασης παροχής υπηρεσιών.

Ότι η εναγόμενη εταιρεία "... ΑΕ" δεν ενήργησε ως "υπεύθυνη επεξεργασίας" και για το λόγο αυτό δεν είχε αυτοτελή υποχρέωση να ενημερώσει τον ενάγοντα για την πρόθεση της να επεξεργασθεί τα προσωπικά του δεδομένα. Σύμφωνα με αυτά, το δικαστήριο της ουσίας, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος αυτής με το οποίο ζητούνταν έναντι της αναιρεσίβλητης η καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος, με την επίκληση προσβολής της προσωπικότητάς του κατά παράβαση των διατάξεων των ν. 2472/1997 και ν. 3758/2009.

4. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρθηκαν και τις εφάρμοσε προσηκόντως με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία. Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, υπεύθυνη επεξεργασίας ήταν μόνο η αρχικά πρώτη εναγομένη Τράπεζα και μη διάδικος στην αναιρετική δίκη, η οποία συνέλεξε τα προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος με τη συναίνεσή του, αλλά όφειλε να τον ενημερώσει για τους περαιτέρω αποδέκτες αυτών, ενώ η χρήση από την η δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσείοντος, που της διαβίβασε η Τράπεζα, εφόσον έγινε, κατά τις παραδοχές πάντοτε του Εφετείου, σε εκτέλεση της έγγραφης συμβάσεως αναθέσεως που υπογράφηκε μεταξύ αυτής και της Τράπεζας, δεν συνιστά συλλογή δεδομένων για δικές της συναλλαγές ή τις συναλλαγές τρίτου με τον αναιρεσείοντα και περαιτέρω επεξεργασία αυτών από την αναιρεσίβλητη, που είναι αποδέκτρια και όχι τρίτη (άρθρο 2, στοιχ.

θ’ και ι’ ), αλλά εκτέλεση επεξεργασίας αποκλειστικά για λογαριασμό της Τράπεζας, ως υπεύθυνης επεξεργασίας (άρθρο 2 στοιχ. η’ και 10 παρ. 4 ν. 2472/1997), χωρίς η επεξεργασία να παρεκκλίνει από το σκοπό της συμβάσεως ή να παραβιάσει το απόρρητο και την ασφάλεια των δεδομένων από το χρήστη. Πέραν τούτου, η αναιρεσίβλητη την είχε την ιδιότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας, ώστε να υπέχει αυτοτελή υποχρέωση να ενημερώσει το υποκείμενο των δεδομένων για την πρόθεσή της να τα επεξεργασθεί, αφού ενέργησε αποκλειστικά ως άμεσος αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της Τράπεζας, που ήταν η υπεύθυνη επεξεργασίας.

Η ειδικότερη δε αναφορά του Εφετείου, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, στο από 7-4-2014 έγγραφο της Τράπεζας, σύμφωνα με το οποίο κατά τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσίβλητη είχε έγγραφη εντολή μόνο για το από 20-9-2011 έως 2-1-2012 διάστημα, δεν αποκλείει ούτε την κρίση περί του ότι η Τ.

ήταν υπάλληλος της αναιρεσίβλητης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα ούτε τη σαφή παραδοχή για κατάρτιση έγγραφης σύμβασης παροχής υπηρεσιών μεταξύ των ανωτέρω από 1-3-2010, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Επομένως, πάντες οι λόγοι της αιτήσεως, ενιαία κρινόμενοι, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

5. Με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την 181/30-3-2017 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-3-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 3194/ 2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Απριλίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ