Legislator Case Law & Legislation
1063/2017 AI generated

1063/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1063/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1063/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
price of land agricultural prices market value of property farm rent foreign property valuation valuation threshold value
AI generated
1678/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
760/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
1554/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
645/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
1256/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1063 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1063/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Σ. του Δ. (...), που δεν παραστάθηκε, 2) Δ. Σ. (..., 3), που δεν παραστάθηκε, 3) Μ. Σ. του Κ., κατοίκου ... (..., 3), 4) Α. Σ. του Γ., κατοίκου ... (...), 5) Κ. Σ. του Α., κατοίκου ... (...), 6) Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ... (...) και 7) Π. Μ. του Γ., κατοίκου ... (...), εκ των οποίων οι 3η, 4ος, 5ος, 6η και 7η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Ζώη - Τσιγάρα, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 1ος και 2ος που δεν παραστάθηκαν, έχουν ήδη αποβιώσει και στη δικάσιμο της 18-11-2016, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δηλώθηκε από τον Μ. Χ., πληρεξούσιο των εκεί παραστάντων αναιρεσιβλήτων, η βίαιη διακοπή της δίκης ως προς αυτούς (βλ. το 83/2016 Πρακτικό του Δικαστηρίου αυτού).

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από με αρ. εκθ. καταθ. ...2011 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 358/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με την (διά των προτάσεων) ανταίτηση των ήδη 3ης, 4ου, 5ου, 6ης και 7ης των αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 157/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-5-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 21-1-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 157/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης, ως προς τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης και την απόρριψη του πρώτου λόγου.

Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατ’ άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου, πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, το ασκούμενο ένδικο μέσον της αναίρεσης κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος πρέπει να απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων του (κληρονόμων). Αν απευθύνεται κατά του τελευταίου είναι απαράδεκτο.

Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι έχουν ήδη από το 2008 αποβιώσει, όπως προκύπτει από τις .../2008 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, που συντάχθηκαν από το ληξίαρχο του Δήμου ... του Νομού Ιωαννίνων και προσκομίσθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των λοιπών αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε, μαζί με την σύμβαση, αρχικώς με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων, συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού ή παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης αυτού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου.

Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται εκείνη που παρέχει στον ιδιοκτήτη την δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο. Εξ άλλου, στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. 1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) όπως το εδάφιο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3193/2003 ορίζεται ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριούμενου".

Έτσι, ως κριτήριο διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί επί αγροτικού ακινήτου, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και επί αστικού, αν το απαλλοτριοϋμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποίοι οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής, και ο συντελεστής εμπορικότητας σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο.

Αλλά η πιο πάνω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά κριτήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν θα τα λάβει υπόψη ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια, παρά μόνο παρέχει οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία και επιτρέπει στο δικαστήριο να λάβει υπόψη γι’ αυτό το σκοπό, αφού χρησιμοποιηθεί η λέξη ιδίως, κάθε πρόσφορο κατά την ανέλεγκτη κρίση του συγκριτικό στοιχείο αφού το αξιολογήσει κατάλληλα.

Η δε σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Με την κρινόμενη 37/29-5-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 157/2013 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε επί της από ...2011 αίτησης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και της ασκηθείσας διά των προτάσεων ανταίτησης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, με τις οποίες οι ως άνω αιτούν και ανταιτούντες ζήτησαν να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδας για την εδαφική έκταση και τα επικείμενα αυτής, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια δυνάμει της ...-4-2005 απόφασης του Γ.Γ.

της Περιφερείας Ηπείρου, μικρότερη και μεγαλύτερη (αντίστοιχα) από την ήδη ορισθείσα προσωρινή. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής: "Δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...-04-2005 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ηπείρου, νομίμως δημοσιευθείσας στο με αριθμό 492/11-05-2005 ΦΕΚ (τεύχος Δ’ ), κηρύχθηκε απαλλοτρίωση, υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή των προσβάσεων της νέας γέφυρας στη θέση ...

της Ε.Ο. Ιωαννίνων - Τρικάλων στην περιοχή του Δήμου ... στο Νομό Ιωαννίνων, συνολικής επιφάνειας 1.192,80 τ.μ., που απεικονίζεται με κλίμακα 1:500 στο από 21-03-2004 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Δημοσίων Έργων της Γενικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Ηπείρου, που έχει συντάξει ο κ.

Λ. Κ., Πολιτικός Μηχανικός, τα δε ως άνω έχουν θεωρηθεί από τον Προϊστάμενο της ΔΕΚΕ Περιφέρειας Ηπείρου κ. Ε. Μ. την 01-04-2004 και έχουν εγκριθεί από τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Δημοσίων Έργων της Γενικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Ηπείρου κ. Χ. Τ. στις 16-03-2005. Η απαλλοτριωθείσα έκταση ευρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δ.Δ. ...

του Δήμου ... του Ν. Ιωαννίνων. Η εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, έχοντας υπόψη της την πραγματοποιηθείσα στις 06-10-2005 αυτοψία των ένδικων εκτάσεων και τη συνταχθείσα προς τούτο έκθεση ελέγχου, προσδιόρισε στην από 07-10-2005 σχετική Έκθεση Εκτίμησης Αξίας Απαλλοτριωμένων Ακινήτων την αντικειμενική αξία ενός εκάστου απαλλοτριούμενου ακινήτου, κατά το χρόνο κήρυξης της ένδικης απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα έντυπα (...) για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας της γης εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμών, που δεν έχει ειδικούς όρους δόμησης, ως ακολούθως:

για αγρούς αρδευόμενους μονοετούς καλλιέργειας με πρόσοψη σε Εθνικό ή Επαρχιακό δρόμο σε 0,52 ευρώ/τ.μ. και συγκεκριμένα 1) για την ιδιοκτησία υπ’ ..., εμβαδού 659,20 τ.μ. σε ποσό 824,40 ευρώ, 2) για την ιδιοκτησία υπ’ ..., εμβαδού 404 τ.μ., σε ποσό 680,28 ευρώ και 3) για την ιδιοκτησία υπ’ ..., εμβαδού 129,60 τ.μ., σε ποσό 878,45 ευρώ.

Επιπλέον, η ίδια ως άνω Επιτροπή Εκτίμησης προσδιόρισε την αξία των επικειμένων ως εξής: Α) για τη με ... ιδιοκτησία α) για μία μεγάλη καρυδιά σε 330,00 ευρώ/τεμάχιο, β) για μία μικρή κερασιά σε 45,00 ευρώ/τεμάχιο, γ) για μία μεσαία κυδωνιά σε 75,00 ευρώ/τεμάχιο και δ) για συρματόπλεγμα 25 μ. σε σιδερένιους πασσάλους σε 7,50 ευρώ/μ.

και Β) για τη με: ... ιδιοκτησία α) για ένα κτίσμα όγκου 10 κ.μ. σε 50,00 ευρώ/κ.μ. Ήδη, μετά και την αύξηση των αντικειμενικών τιμών, η οποία έλαβε χώρα το έτος 2008, η αντικειμενική αξία των ανωτέρω απαλλοτριουμένων ακινήτων στο Δ.Δ. ... του Δήμου ... Ν. Ιωαννίνων αναπροσαρμόστηκε, ως ομολογείται από το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο αλλά και επιβεβαιώθηκε και από τη μάρτυρα του αιτούντος, Λ.

Ζ., υπάλληλο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Ιωαννίνων, ανήλθε δε για αγρούς αρδευόμενους μονοετούς καλλιέργειας με πρόσοψη σε Εθνικό ή Επαρχιακό δρόμο σε 0,63 ευρώ/τ.μ. Επιπλέον, σύμφωνα με τις ανωτέρω διακρίσεις, η συνολική αντικειμενική αξία ενός εκάστου απαλλοτριουμένου ακινήτου, μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, αύξηση των αντικειμενικών αξιών, ανήλθε: 1) για την ιδιοκτησία υπ’ ..., εμβαδού 659,20 τ.μ.

σε ποσό 968,36 ευρώ, 2) για την ιδιοκτησία υπ’ ..., εμβαδού 404 τ.μ., σε ποσό 792,38 ευρώ και 3) για την ιδιοκτησία υπ’ ..., εμβαδού 129,60 τ.μ., σε ποσό 1.004,44 ευρώ. Περαιτέρω, οι ανταιτούντες ζητούν να συνεκτιμηθεί στον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης το γεγονός ότι οι απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες έχουν οικοπεδική αξία, αφού το μεν χαρακτηρίζονται στον οικείο κτηματολογικό πίνακα ως "οικοπεδικές εκτάσεις", το δε βρίσκονται εντός του οικισμού ...ς.

Ωστόσο, εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου απεδείχθη ότι τα εν λόγω ακίνητα πληρούν τις προϋποθέσεις, προκειμένου να χαρακτηρισθούν ως "οικόπεδα" κατά το άρθρο 2 παρ. 13 του ν. 1577/1985 (Γ.Ο.Κ.), ήτοι ότι αποτελούν "γήπεδα που ευρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ή μέσα στα όρια οικισμού χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο", καθόσον δεν απεδείχθη ότι στην εκτός σχεδίου περιοχή του Δήμου ...

κινήθηκε η διαδικασία κατάρτισης Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Γ.Π.Σ.) ή πολεοδομικής μελέτης ή σχεδίου πόλεως με ειδικό πολεοδομικό σχεδιασμό, πολλώ δε μάλλον ότι έχει εγκριθεί με π.δ. τέτοιο σχέδιο ή μελέτη και ότι τα ανωτέρω ακίνητα εντάχθηκαν σε σχέδιο πόλεως ή σε οικισμό σύμφωνα με τις διατάξεις α) του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1337/1983, που καθορίζει τους ειδικούς όρους δόμησης, τους κοινόχρηστους και δομήσιμους χώρους και τις επιτρεπόμενες χρήσεις σε κάθε τμήμα ή ζώνη του οικισμού ή β) του π.δ/τος της 16/30.8.1985 "πολεοδόμηση περιοχών δεύτερης κατοικίας μέσα στη Ζ.Ο.Ε." ή γ) του π.δ/τος της 20/30.8.1985 "πολεοδόμηση και επέκταση οικισμών της χώρας μέχρι 2.000 κατοίκους" ή δ) του π.δ/τος 24.4.1985 και του ν.δ/τος 1923.

Ελλείψει δε των ανωτέρω δεν μπορεί να γίνει λόγος για "οικόπεδα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά για αγροτεμάχια. Οι ανταιτούντες, δεν προσκόμισαν, άλλωστε, κανένα αξιόπιστο συγκριτικό στοιχείο προς ενίσχυση του ισχυρισμού τους σχετικά με την επικαλούμενη οικοπεδική ανάπτυξη της περιοχής κ-πι την αυξημένη αγοραστική αξία, που ισχυρίζονται, όπως στοιχεία από αγοραπωλησίες κ.λπ.

Δεν μπορεί όμως να παραβλεφθεί το γεγονός ότι στα ακίνητα αυτά υπάρχουν και κτίσματα, σε μικρή δε απόσταση και κάποια ακίνητα με εμπορικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες, όπως ένα πρατήριο υγρών καυσίμων, δύο καφενεία, ένα τυροκομείο. Πρόκειται δηλαδή περί κατοικημένης, έστω και σε μικρό βαθμό, περιοχής, έστω και αν δεν βρίσκεται εντός οικισμού ή σχεδίου, κατά την έννοια του νόμου.

Σύμφωνα με το Ελληνικό Δημόσιο η αντικειμενική ταυτίζεται με την αγοραία αξία. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η κατάθεση της μάρτυρός του. Ο μάρτυρας των ανταιτούνων αναβιβάζει την αξία τους σε πολύ μεγαλύτερα ποσά, πλην όμως με κανένα συγκεκριμένο και πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο δεν δικαιολογεί την εκτίμησή του.

Εξάλλου, οι διάδικοι προσκομίζουν, μεταξύ άλλων, ως συγκριτικά στοιχεία, σειρά δικαστικών αποφάσεων που καθόρισαν, προσωρινά ή οριστικά, τιμές απαλλοτριώσεως για ακίνητα σε διάφορες περιοχές, εκ των οποίων όμως (αποφάσεων), δύνανται να συνεκτιμηθούν ως τοπικά και χρονικά προσφορότερες οι κάτωθι: 1) η υπ’ αριθ. 15/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για ακίνητα, μεταξύ άλλων, και στα δ.δ. ...

Δήμου ... από 20,00 ευρώ έως 24,00 ευρώ ανά τ.μ., με κρίσιμο χρόνο το Μάιο του 2009, 2) η υπ’ αριθ. 487/2007 απόφαση του Μον. Πρωτ. Ιωαννίνων, με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος για ακίνητα στο δ.δ. ... Δήμου ... από 18 ευρώ έως 19,50 ευρώ το τ.μ. και στο δ.δ. ... Δήμου ... από 18,00 ευρώ έως 20,00 ευρώ ανά τ.μ., με κρίσιμο χρόνο τον Ιούνιο του 2007 και 3) η υπ’ αριθ. 332/2009 απόφαση του Μον.

Πρωτ. Ιωαννίνων, με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος για αγρούς (αρδευόμενους και μη) στο δ.δ. ... Δήμου ... από 18,00 ευρώ έως 19,50 ευρώ το τ.μ. και στο δ.δ. ... Δήμου ... από 18,00 ευρώ έως 20,00 ευρώ το τ.μ., με κρίσιμο χρόνο τον Ιούνιο του 2007. Οι λοιπές προσκομιζόμενες αποφάσεις, αφορούν τις περιοχές ..., που βρίσκονται πολύ μακράν των επιδίκων και περιοχές του λεκανοπεδίου ...

κ.λπ.) και συνεπώς δεν κρίνονται πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στα επίδικα υφίστανται και επικείμενα (κτίσματα, κατασκευές, δένδρα), τα οποία αναφέρονται στον αρχικό Κτηματολογικό Πίνακα αλλά και όπως αυτός συμπληρώθηκε με την απόφαση του προσωρινού προσδιορισμού, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των τότε αιτούντων, μεταξύ άλλων και την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων (άρθρ. 16 περ. 8 ΚΑΑΑ), ήδη ανταιτούντων.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, λαμβανομένου υπόψη του προορισμού, της χρησιμότητας και της θέσης της απαλλοτριωθείσας έκτασης, υπό το πρίσμα των κανόνων της λογικής και των διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρο 336 του ΚΠολΔ) και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αντικειμενική αξία, η οποία δεν αποτελεί στοιχείο δεσμευτικό για τη δικανική κρίση αναφορικά με την πραγματική αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων, αλλά ενδεικτικό στοιχείο για την εκτίμηση της αξίας τους, κατά κανόνα υπολείπεται της πραγματικής αξίας των ακινήτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι, η πραγματική αξία των επιδίκων ακινήτων και των επικειμένων τους, κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης οριστικού προσδιορισμού (6.3.2013), αφού αυτή διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση, στις 18-5-2011, της αίτησης προσωρινού προσδιορισμού (άρθρο 13 παρ. 1β νόμου 2882/2001, όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 παρ. 4 νόμου 2985/2002), βάσει των οικονομικών και νομισματικών συνθηκών, που υπήρχαν κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο και χωρίς να ληφθεί υπόψη η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας τους από την εξαγγελία ή την κήρυξη της απαλλοτρίωσής τους και, κατά συνέπεια, η πλήρης αποζημίωση, εκείνη δηλαδή με την οποία μπορεί να αντικατασταθούν με άλλα ισάξιά τους, ανέρχεται στα ποσά που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό, στα οποία πρέπει να προσδιορισθεί, κατά μερική παραδοχή και ως βασίμων στην ουσία της αίτησης και της ανταίτησης, η οριστική αποζημίωση γι’ αυτά".

Και υπό τις ανωτέρω παραδοχές καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας των εδαφικών εκτάσεων (αγρών αρδευόμενων μονοετούς καλλιέργειας με πρόσοψη σε Εθνικό ή Επαρχιακό δρόμο στο Δ.Δ. ... Δήμου ... Ν. Ιωαννίνων) που απαλλοτριώθηκαν στο ποσό των 24 ευρώ ανά τ.μ., των δε επικειμένων ως εξής: 1. Για τις κατασκευές: α) για το συρματόπλεγμα 25 μ.

σε σιδερένιους πασσάλους σε 12 ευρώ ανά μ., β) για το κτίσμα (αποχωρητήριο) όγκου 10 κ.μ. σε 80 ευρώ ανά κ.μ. και γ) για κάθε πέτρινο βόθρο (2 χ 2,5 χ 4 μ.) σε 2.500 ευρώ κατ’ αποκοπή. 2. Για τα δένδρα: α) για κάθε μεγάλη καρυδιά σε 400 ευρώ ανά τεμάχιο, β) για κάθε μικρή κερασιά σε 80 ευρώ ανά τεμάχιο, γ) για κάθε μεσαία κυδωνιά σε 120 ευρώ ανά τεμάχιο, δ) για κάθε μεγάλη κληματαριά σε 100 ευρώ ανά τεμάχιο, ε) για κάθε μικρή κληματαριά σε 50 ευρώ ανά τεμάχιο και στ) για κάθε μεγάλη δαμασκηνιά σε 120 ευρώ ανά τεμάχιο.

Κρίνοντας έτσι, ως προς τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου της προμνημονευόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται στα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αγοραίας αξίας των απαλλοτριωθέντων.

Ήτοι, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ζήτημα αυτό πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω εφαρμοσθεισών διατάξεων και έτσι δεν στερείται αυτή νόμιμης βάσης. Ειδικότερα εξέθεσε κατά τρόπο σαφή και επαρκή τα στοιχεία, τα οποία οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, παραθέτοντας το είδος, τον προορισμό και τη θέση των ακινήτων (αγρών αρδευόμενων μονοετούς καλλιέργειας με πρόσοψη στην οδό) και τα συγκριτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του, αναφέροντας δε λεπτομερώς ποια εξ αυτών θεωρεί, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, πρόσφορα, τα οποία δικαιολογούν απόκλιση της προσδιορισθείσας από αυτά αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία τους.

Επίσης έκανε επαρκή αναφορά στο είδος και την αξία όλων των επικειμένων. Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι’ αυτό ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα των ανωτέρω είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Όμως, ο ίδιος λόγος, καθ’ όσο μέρος με αυτόν, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του όρθρου 559 αρ. 19 πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς το πραγματικό - ζήτημα, ήτοι την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και την κρίση για το πρόσφορο ή μη των συγκριτικών στοιχείων, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του ν. 4070/2012, σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με την νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α’ 247), όπως το Δημόσιο και οι ΟΤΑ, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης.

Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα η οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξης αυτής, στο οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του "Συντάγματος" περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται, φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 502/2005 και 17/2000), προκύπτει, ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημίωσης και δη 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης.

Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ’ του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, που καθορίζει στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών των δικηγόρων των δικαιούχων αποζημίωσης ήτοι 1% και 0,50% αντιστοίχως όταν υπόχρεος είναι φορέας υπαγόμενος στην Γενική Κυβέρνηση, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς, κατ’ απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (πρβλ.

ΑΠ 20/2005). Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καταδίκασε το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που είναι φορέας υπαγόμενος στη Γενική Κυβέρνηση και υπόχρειο στην καταβολή της αποζημίωσης στα δικαστικά έξοδα των δικαιούχων αυτής, καθορίζοντας την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, για τη σύνταξη της ασκηθείσας με τις προτάσεις ανταίτησής τους σε ποσοστό 2% επί της καθοριζομένης αποζημίωσης.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δηλαδή με το να μην καθορίσει την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων των ανταιτούντων ήδη αναιρεσιβλήτων στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, του μεν τρίτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 2882/2001 (όπως αντικ.

με το άρθρο 130 παρ. 1 και 2 του ν. 4070/2012 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της υπόθεσης) με τη μη εφαρμογή του, ενώ συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, των δε διατάξεων του τότε ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων με το να τις εφαρμόσει, ενώ δεν έπρεπε, και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, ο οποίος συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά το κεφάλαιο της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλομένη απόφαση και ενόψει του ότι η υπόθεση δε χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος (άρθρ. 580 παρ. 3 εδ.

α’ Κ.Πολ.Δ.) και να καθορισθεί η αμοιβή του τελευταίου, που βαρύνει το αναιρεσείον, στο νόμιμο ποσοστό 1% επί του ποσού της αποζημίωσης. Περαιτέρω οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, μειωμένη κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ, με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/ 1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την με ...7/29-5-2014 αίτηση για αναίρεση της 157/2013 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί κατά τα λοιπά την 157/2013 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ίδιο κεφάλαιο.

Καθορίζει την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των ανταιτούντων αναιρεσιβλήτων σε ποσοστό 1% επί του ποσού της αποζημίωσης.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους, πλην των 1ου και 2ου, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, στην αναιρετική δίκη, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ