Legislator Case Law & Legislation
1063/2015 AI generated

1063/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1063/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1063/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): προμηθειών, μισθώσεων, εκμισθώσεων εν γένει κ.λπ." και συγκεκριμένα και της διατάξεως του άρθρου 36 παρ. 3 του τελευταίου Π.Δ., που ρυθμίζει την αζήμια μονομερή λύση της μισθώσεως από τα Ν.Π.Δ.Δ. σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων της εν λόγω διάταξης (ad hoc ΑΠ 885/2009, πρβλ ΑΠ 1809/2012, ΑΠ 16/2010, ΑΠ 1162/2009, ΑΠ 62/2008, ΑΠ 1429/2000, ΑΠ 553/1995, ΑΠ 480/1992, ΑΠ 1744/1991).

Keywords

AI generated
freedom of teaching and research public institution user fee university hospitals hospital rate pedagogical and therapeutic measure research infrastructure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1063 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1063/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ", που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κλαμαρή.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημηνίκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 334/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 78/2013 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-11-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 29-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ως αβάσιμοι αμφότεροι οι λόγοι της από 20-11-2013 και με αριθμό καταθέσεως 44/2013 αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 78/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών των άρθρων 647 επ. του ΚΠολΔ.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο Ν. 813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων", ο οποίος κωδικοποιήθηκε στο Π.Δ. 34/1995, εισήγαγε ειδικό σύστημα ιδιαίτερης προστασίας της επαγγελματικής στέγης προς προαγωγή του συμφέροντος όχι μόνο του μισθωτή, αλλά και της εθνικής οικονομίας και ως εκ τούτου οι διατάξεις του, καθώς και οι διατάξεις των νόμων, που τροποποιούν ή συμπληρώνουν αυτόν ή περατώνουν αναγκαστικώς τη συμβατική διάρκεια των υπαγομένων στη ρύθμισή του μισθώσεων, είναι ειδικές και κατισχύουν άλλων διατάξεων, από την εφαρμογή των οποίων προκύπτουν έννομα αποτελέσματα αντίθετα ή διαφορετικά εκείνων, που απορρέουν από την εφαρμογή του εν λόγω νόμου.

Συγκεκριμένα, οι διατάξεις που ρυθμίζουν την ειδική κατηγορία των εμπορικών μισθώσεων, στις οποίες κατά το άρθρο 1 παρ. 1 στοιχ. β' του Π.Δ. 34/1995 υπάγονται και οι μισθώσεις ακινήτων που συνάπτονται για εγκατάσταση γενικώς εκπαιδευτηρίων, όπως είναι και τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 43 του ως άνω Π.Δ., στην οποία κωδικοποιήθηκαν οι αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 813/1978 και 3 του Ν. 2041/1992 και με την οποία ορίζονται οι προϋποθέσεις και οι συνέπειες της καταγγελίας της εμπορικής μίσθωσης από το μισθωτή πριν από τη συμπλήρωση του συμβατικού χρόνου, δηλαδή πάροδος διετίας, έγγραφη καταγγελία, επέλευση των αποτελεσμάτων μετά εξάμηνο, αποζημίωση τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων, κατισχύουν και των διατάξεων του Π.Δ. 715/1979 "περί τρόπου ενεργείας υπό των Ν.Π.Δ.Δ.

προμηθειών, μισθώσεων, εκμισθώσεων εν γένει κ.λπ." και συγκεκριμένα και της διατάξεως του άρθρου 36 παρ. 3 του τελευταίου Π.Δ., που ρυθμίζει την αζήμια μονομερή λύση της μισθώσεως από τα Ν.Π.Δ.Δ. σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων της εν λόγω διάταξης (ad hoc ΑΠ 885/2009, πρβλ ΑΠ 1809/2012, ΑΠ 16/2010, ΑΠ 1162/2009, ΑΠ 62/2008, ΑΠ 1429/2000, ΑΠ 553/1995, ΑΠ 480/1992, ΑΠ 1744/1991).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικά ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα (Ολομ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολομ.ΑΠ 1/2013, Ολομ.ΑΠ 7-8/2006).

Σε περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριό της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 29-12-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως εκμίσθωσε ο ενάγων στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ", μια πενταόροφη οικοδομή, συνολικού εμβαδού 2.800 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ...

και ... της πόλεως …, για να χρησιμοποιηθεί από το εναγόμενο προς στέγαση του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε διετής, αρχομένη την 1-1-2005 και λήγουσα την 31-12-2007, με δυνατότητα παράτασης για δύο ακόμη έτη. Ως μίσθωμα δε συμφωνήθηκε το ποσόν των 9.500 ευρώ, το οποίο, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος, με βάση το ποσοστό του πληθωρισμού σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, διαμορφώθηκε από 1-1-2008 στο ποσόν των 10.614 ευρώ.

Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως το εναγόμενο παρέλαβε στην κατοχή του το μίσθιο και χρησιμοποίησε τούτο ανενόχλητα, για τις ανάγκες στέγασης της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, καθ' όλο το συμβατικό χρόνο διάρκειας της μίσθωσης που έληγε, όπως προεκτέθηκε, την 31-12-2007. Όμως, με τη λήξη του συμβατικού χρόνου δε λύθηκε η μίσθωση, όπως αβασίμως υποστηρίζει το εναγόμενο, διότι στην ειδική κατηγορία των εμπορικών μισθώσεων για τη στέγαση εκπαιδευτηρίων του άρθρου 1 § 1β του Π.Δ. 34/1995, στην οποία υπάγεται και η επίδικη, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 5 § 1 του ιδίου Π.Δ/τος, βάσει του οποίου η μίσθωση ισχύει για 12 έτη, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο (βλ.

Κατρά, Πανδέκτης Μισθώσεων και Οροφοκτησίας ο.π. § 190 α Δ, αριθ. 8, σελ. 697, και § 208, σελ. 729, Φίλιο, Επαγγ. Μισθ. § 6 Β.1, Αρχανιωτάκη § 22 II Α2, Παπαδάκη, Σύστημα αριθ. 65,188). Έτσι, μέχρι την 11-3-2008 που το εναγόμενο εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μίσθιο διαρκούσε η επίδικη μίσθωση. Την 11-3-2008, όμως, το εναγόμενο εκκένωσε το μίσθιο και απέδωσε τη χρήση τούτου στον ενάγοντα, λόγω μεταστέγασης της Ιατρικής Σχολής, σε ιδιόκτητο κτήριο του εναγομένου, στο ... .

Προς τούτο, με το αριθ. πρωτ. 3234/4-3-2008 έγγραφο που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα, στις 11-3-2008, το εναγόμενο, ως μισθωτής, κατήγγειλε την επίδικη μίσθωση. Για την καταγγελία αυτή, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 36 § 3β του Π.Δ/τος 715/1979, σύμφωνα με το οποίο, επί μονομερούς λύσεως της μισθώσεως από το Ν.Π.Δ.Δ., ως μισθωτή, για τη μεταφορά της στεγαζομένης υπηρεσίας του σε ακίνητο ιδιοκτησίας του, δεν οφείλει ουδεμία αποζημίωση στον εκμισθωτή.

Όμως, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, εν προκειμένω κατισχύουν των διατάξεων του Π.Δ/τος 715/1979 οι διατάξεις του Π.Δ/τος 34/1995. Ως εκ τούτου, τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 43 του τελευταίου, κατά το οποίο, επί καταγγελίας της μισθώσεως από το μισθωτή, τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μετά την πάροδο εξαμήνου και οφείλεται στον εκμισθωτή αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων μηνών.

Ωστόσο, το εναγόμενο από την 1-3-2008 αρνείται να καταβάλει το οφειλόμενο μίσθωμα στον ενάγοντα, και επομένως του οφείλει το ποσόν των 3.891,80 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο μίσθωμα του χρονικού διαστήματος από 1-3-2008 έως 11-3-2008 που έλαβε χώρα η καταγγελία της επιδίκου μισθώσεως εκ μέρους του εναγομένου (10.614 X 11/30), και το ποσόν των 63.689 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στα μισθώματα από της στις 12-3-2008 επομένης της καταγγελίας έως 12-9-2008 που με τη συμπλήρωση εξαμήνου επήλθαν τα αποτελέσματα της τελευταίας (10.614 X 6).

Επίσης, του οφείλει το ποσόν των 42.456 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο κατά το χρόνο της καταγγελίας καταβαλλόμενο μίσθωμα τεσσάρων μηνών, ως αποζημίωση (10.614 X 4). Κατ' ακολουθίαν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ανωτέρω και έκρινε ότι ο εναγών δικαιούται, για τις ανωτέρω αιτίες, το συνολικό ποσόν των 110.031,80 ευρώ (3.891,80 + 63.689 + 42.456), δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και περί την εκτίμηση των αποδείξεων και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν".

Έτσι κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο Λάρισας, δηλαδή ότι εφαρμογή στην επίδικη μίσθωση, που έγινε για τη στέγαση εκπαιδευτηρίου και συγκεκριμένα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας με μισθωτή το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας που είναι Ν.Π.Δ.Δ., έχουν οι διατάξεις του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995 και όχι οι διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 3 του Π.Δ. 715/1979, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 36 παρ. 3 του Π.Δ. 715/1979 και 1 παρ. 1 στοιχ.

β' και 43 του Π.Δ. 34/1995 με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή αυτών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του εναντίου πρώτος λόγος αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο η ανατροπή της να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Αντικειμενική δε καλή πίστη είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης. Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των έντιμων και συνετών ανθρώπων. Κοινωνικοοικονομικός δε σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου.

Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος εφόσον αυτή έρχεται σε προφανή, δηλαδή σε έκδηλη αντίθεση προς αυτά (Ολομ.ΑΠ 33/2005, Ολομ.ΑΠ 7/2002, Ολομ.ΑΠ 8/2001, Ολομ.ΑΠ 19/1998, Ολομ.ΑΠ 17/1995). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε αναφορικά με την από το άρθρο 281 του Α.Κ. ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος που προέβαλε το αναιρεσείον κατά του αναιρεσιβλήτου τα ακόλουθα: "Το εναγόμενο ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως και πάλι με την έφεσή του ισχυρίζεται ότι οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος εκ του άρθρου 43 του Π.Δ/τος 34/1995 ασκούνται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται στην ΑΚ 281, καθόσον αμέσως μετά την άσκηση της καταγγελίας εκκένωσε το μίσθιο και απέδωσε τη χρήση του στον εναγόμενο.

Ωστόσο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, η εκ του άρθρου 43 υποχρέωση του εναγομένου προς αποζημίωση του ενάγοντος υφίσταται ανεξαρτήτως αν ο τελευταίος υπέστη ζημία από την καταγγελία, η δε υποχρέωση του εναγομένου προς καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων μέχρι να επέλθουν τα αποτελέσματα της καταγγελίας, με τη συμπλήρωση εξαμήνου από αυτή, υφίσταται ανεξαρτήτως αν απέδωσε αμέσως μετά την καταγγελία τη χρήση του μισθίου στον ενάγοντα.

Και ναι μεν, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, έχει δικαίωμα ο μισθωτής να αφαιρέσει, κατ' άρθρ. 596 εδ. β' ΑΚ, από τα οφειλόμενα μισθώματα του χρονικού διαστήματος που δεν έκανε χρήση του μισθίου, καθετί που ωφελήθηκε ο εκμισθωτής, χρησιμοποιώντας το μίσθιο με άλλον τρόπο, ή καθετί που δολίως παρέλειψε να ωφεληθεί, όμως, το εναγομένο δεν επικαλέσθηκε χρησιμοποίηση του μισθίου εκ μέρους του ενάγοντος κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ούτε ότι αυτός ωφελήθηκε ή παρέλειψε δολίως να ωφεληθεί από τη χρήση του.

Επίσης, δεν επικαλέσθηκε προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος ούτε πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή περιστάσεις που μεσολάβησαν, από τις οποίες να προκύπτει καταχρηστική άσκηση της επίδικης αξιώσεως του ενάγοντος.

Συνεπώς, τα περιστατικά που επικαλέσθηκε δεν παρίστανται ικανά προς θεμελίωση της εκ του άρθρου 281 ΑΚ καταλυτικής της αγωγής ενστάσεως". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του εναντίου δεύτερος λόγος αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού αμφότεροι οι λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-11-2013 και με αριθμό καταθέσεως 44/2013 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 78/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών των άρθρων 647 επ. του Κ.Πολ.Δ. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ