Legislator Case Law & Legislation
1063/2014 AI generated

1063/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1063/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1063/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1063 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1063/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΝΤΑΞ ΠΕΤΡΟΛΙΟΥΜ ΛΙΜΙΤΕΝΤ" (TRADAX PETRLEUM LIMITED), που εδρεύει στην πόλη ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Στεφανάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. Β. του Ι., 2. Γ. Β. του Ι., 3. Α. χας Θ. Β., 4. Ν. Β. του Θ. και 5. Ι. Β. του Θ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αντωνόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Φεβρουαρίου 1992 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2426/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 978/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 9 Δεκεμβρίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Λεοντή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και την απόρριψη του πρώτου λόγου της 147/21-2-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 978/22-2-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 978/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 25-4-2007 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 2426/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η με αριθμό εκθ. κατάθεσης 2790/1992 αγωγή της.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο πλην άλλων την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο.

Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠοΛΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι οι εξής: 1) Ανθρώπινη συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια (πράξη) ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, 2) η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη, 3) υπαιτιότητα (πταίσμα) του δράστη, εκδηλούμενη είτε με τη μορφή του δόλου είτε με τη μορφή της αμέλειας, 4) επέλευση ζημιάς και 5) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας.

Παράνομη, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ειδική και συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, αφού επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ευθέως δεν προσβλήθηκε ορισμένο δικαίωμα ή προστατευόμενο συμφέρον, σαφώς προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) αντικείμενη στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική, ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, προξενήσεως ζημίας, ήτοι δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημιά του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημιάς στον άλλον και παρά ταύτα αυτός δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν. 3) Να προκλήθηκε όντως ζημιά σε άλλον. 4) Να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημιάς.

Υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και της ζημίας η οποία επήλθε στον άλλο, όταν η πράξη ή η παράλειψη, από μόνη της, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 138 και 139 ΑΚ, οι οποίες ορίζουν η μεν πρώτη ότι "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της", η δε δεύτερη ότι "Η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την", συνάγεται ότι σε περίπτωση εικονικότητας της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης κατά κυριότητα πράγματος, η οποία εικονικότητα αφορά στο πρόσωπο του αγοραστή, για να ισχύει η σύμβαση όχι για τον φαινομενικά εμφανιζόμενο ως αγοραστή, αλλά για το καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, ήτοι τον πραγματικό αγοραστή, απαιτείται γνώση και αντίστοιχη συμφωνία όλων των εμπλεκομένων, δηλαδή του πωλητή, του φαινομενικού αγοραστή και του πραγματικού αγοραστή, ότι η σύμβαση καταρτίζεται όχι με τον φαινομενικό αλλά με τον πραγματικό αγοραστή. Τέλος, όταν η εικονικότητα στη σύμβαση αναφέρεται στο πρόσωπο του αγοραστή, η σύμβαση είναι άκυρη και γι' αυτό θεωρείται σαν να μην έγινε ως προς τον φαινομενικό αγοραστή, ισχύοντας αντίστοιχα για τον πραγματικό αγοραστή, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση στην από 25-2-1992 αγωγή της αναιρεσείουσας, ατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκτίμηση του δικογράφου αυτής, διαλαμβάνονταν κατά τις ελεγχόμενες εν προκειμένω παραδοχές της προσβαλλόμενης τα ακόλουθα: "στις αρχές Ιουλίου 1981 οι εναγόμενοι εμφανίστηκαν δημόσια στην διεθνή αγορά πετρελαϊκών προϊόντων ότι διαθέτουν προς πώληση 20.000 περίπου μετρικούς τόνους βενζίνης ελληνικής προέλευσης.

Ότι, μετά από διαπραγματεύσεις, συμφώνησε, στις 16-7-1981, με τους εναγόμενους την από αυτούς πώληση, προς εκείνη, 24.985.255 μετρικών τόνων του προϊόντος αυτού. Ότι, σύμφωνα με όρο της πιο πάνω αγοραπωλησίας, οι εναγόμενοι και ειδικότερα ο τρίτος από αυτούς Θεόδωρος Βαρδινογιάννης ( ο οποίος αποβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής και στη θέση του συνεχίζουν τη δίκη οι κληρονόμοι του), ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό και των δυο άλλων εναγομένων αδελφών του, διόρισαν ως πωλήτρια αντισυμβαλλόμενή της (ενάγουσας αγοράστριας) την εταιρεία με την επωνυμία "INTERNATIONAL OIL PROCESSING AND SHIPPING C.O.S.A", την οποία εμφάνισαν ως νόμιμα συνεστημένη ελληνική ανώνυμη εταιρία με έδρα στην Αθήνα (οδός ...).

Ότι η εταιρία αυτή της παρέδωσε (της ενάγουσας) ορισμένα έγγραφα σχετικά με την ταυτότητα της πωληθείσας βενζίνης, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβανόταν ο τύπος εγγράφου "Τ2L". Ότι για το λόγο αυτό δεν μπορούσε (η ενάγουσα) να μεταπωλήσει την πωληθείσα και παραδοθείσα σ' αυτήν ως άνω ποσότητα βενζίνης σε χώρες της ΕΟΚ χωρίς την υποχρέωση καταβολής δασμού 6% επί της αξίας της και έτσι αναγκάστηκε να την μεταπωλήσει στις ΗΠΑ με καθαρό κέρδος μικρότερο αυτού που θα πετύχαινε αν την μεταπωλούσε σε χώρες της ΕΟΚ κατά 720.580 δολλάρια ΗΠΑ.

Ότι, έτσι, γεννήθηκαν μεταξύ αυτής (ενάγουσας) και της ως πωλήτριάς της διορισθείσας κατά τα άνω εταιρίας διαφορές, για την επίλυση των οποίων προσέφυγε (η ενάγουσα), σύμφωνα με ρητό όρο της σύμβασης αγοραπωλησίας, σε διαιτησία, στο Λονδίνο της Αγγλίας. Ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την από 2-4-1987 απόφασή του, με την οποία υποχρέωσε την προαναφερόμενη εταιρία (διορισθείσα από εναγόμενους ως πωλήτρια) να της καταβάλει (της ενάγουσας) α) το ποσό των 569.471,33 δολλαρίων ΗΠΑ, με τόκο 12% το χρόνο από 25-8-1981 μέχρι 2-4-1988, β) τα έξοδα της (ενάγουσας) για την υπαγωγή της άνω διαφοράς στη διαιτησία και γ) το ποσό των70.565.50 δολλαρίων ΗΠΑ για τα έξοδα του Διαιτητικού Δικαστηρίου.

Ότι αμέσως μετά την έκδοση της διαιτητικής αυτής απόφασης ζήτησε (η ενάγουσα) από την αντίδικο της στη διαιτησία ως άνω εταιρία την πληρωμή των επιδικασθέντων χρηματικών ποσών. Ότι, επειδή η αντίδικος της δεν κατέβαλε τα ποσά αυτά, άρχισε (η ενάγουσα) τη διαδικασία κήρυξης εκτελεστής στην Ελλάδα της διαιτητικής απόφασης, διορίζοντας προς τούτο δικηγόρους, οι οποίοι μετά από σχετική έρευνα, διαπίστωσαν ότι η διορισθείσα ως πωλήτρια της και αντίδικος της στη δίκη της διαιτησίας εταιρία είχε, από τις 7-1-1976, την καταστατική της έδρα στην πόλη του Παναμά της Δημοκρατίας του Παναμά και ότι δεν είχε τηρήσει τις νόμιμες διατυπώσεις για τη σύστασή της ως ελληνικής ανώνυμης εταιρίας, ούτε αυτές για την εγκατάσταση αλλοδαπών ανωνύμων εταιριών στην Ελλάδα, αλλά ούτε και αυτές για τη σύστασή της ως ομόρρυθμης εμπορικής ή άλλου τύπου εταιρίας.

Ότι, δηλαδή, η εταιρία αυτή τυπικά εμφανιζόταν ως αλλοδαπή ανώνυμη εταιρία με έδρα την πόλη του Παναμά της δημοκρατίας του Παναμά, στην πραγματικότητα όμως αποτελούσε ελληνική προσωπική ομόρρυθμη εμπορική εταιρία "εν τοις πράγμασι", με μέλη και διαχειριστές τους εναγόμενους και έδρα στην Αθήνα (...), αφού α) δεν υπαγόταν στις διατάξεις του Ν. 791/1978 "περί διατάξεων αφορωσών το εν Ελλάδι καθεστώς των κατά το δίκαιο αλλοδαπής Πολιτείας συσταθεισών ναυτιλιακών εταιριών", β) δεν είχε τηρήσει τις νόμιμες διατυπώσεις για την εγκατάσταση αλλοδαπών ανωνύμων εταιριών στην Ελλάδα, γ) δεν είχε τηρήσει τις νόμιμες διατυπώσεις για τη σύσταση της ως ελληνικής ανώνυμης ή ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας και δ) είχε συσταθεί άτυπα στην Ελλάδα, όπου και λειτουργούσε δημόσια, ενεργώντας, μεταξύ άλλων και πωλήσεις πετρελαϊκών προϊόντων, με μέλη τους εναγόμενους, κατοίκους Αθηνών (...).

Ότι στη συνέχεια, μετά από αίτησή της εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 15096/1988 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα η ως άνω διαιτητική απόφαση, ενώ με την υπ' αριθ. 5717/1988 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε εκτελεστό στην Ελλάδα και το από 11-4-1988 Πιστοποιητικό Εξόδων του αρμόδιου αξιωματούχου του Ανώτατου Δικαστηρίου του Λονδίνου, με το οποίο, όπως προβλέπεται από τον αγγλικό νόμο περί διαιτησίας, καθορίστηκαν στο ποσό των 124.727,19 λιρών Αγγλίας τα έξοδα της ενάγουσας για την υπαγωγή της ως άνω διαφοράς της με την ως πωλήτριά της διορισθείσα από τους εναγόμενους εταιρία στη διαιτησία.

Ότι ακολούθως επιχείρησε (η ενάγουσα) την εκτέλεση της διαιτητικής ως άνω απόφασης και του πιστοποιητικού εξόδων απευθείας κατά των εναγομένων, ως μελών της "ομόρρυθμης εν τοις πράγμασι" αντιδίκου της στη δίκη της διαιτησίας εταιρίας. Ότι η προσπάθεια της αυτή δεν έφερε αποτέλεσμα γιατί με την υπ' αριθ. 4142/1990 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε τελεσίδικα (μετά και την απόρριψη της κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αριθμ. 842/1991 απόφαση του Αρείου Πάγου) ότι δεν μπορούσε να επισπεύσει εκτέλεση της διαιτητικής ως άνω απόφασης και πιστοποιητικού εξόδων κατά της "ομόρρυθμης εν τοις πράγμασι εταιρίας" και κατ' επέκταση κατά των εναγομένων, ως μελών της, γιατί στη δίκη της διαιτησίας δεν είχε διαγνωσθεί ότι αντίδικος της ήταν η εταιρία αυτή (ομόρρυθμη εν τοις πράγμασι), αλλά η ανώνυμη εταιρία με την ίδια επωνυμία.

Και ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων να εμφανίσουν σ' αυτήν (ενάγουσα) την εταιρία που διόρισαν ως αντισυμβαλλόμενή της - πωλήτρια της βενζίνης που της πώλησαν, ως νόμιμα συνεστημένη ελληνική ανώνυμη εταιρία, η οποία και παρέστη ως τέτοιοι κατά την διάρκεια όλης της διαιτητικής διαδικασίας, τελώντας αυτοί (εναγόμενοι) εν γνώσει του ότι δεν μπορούσε να εκτελεστεί η διαιτητική απόφαση κατά της άκυρης (ως ελληνικής ανώνυμης) αυτής εταιρίας, αλλά και απευθείας κατά των ιδίων (εναγομένων), ζημιώθηκε (η ενάγουσα) τα ποσά που της επιδικάστηκαν με την ως άνω διαιτητική απόφαση και πιστοποιητικό εξόδων, αφού είναι αντικειμενικά αδύνατο να τα εισπράξει από την αντίδικο της στη διαιτητική δίκη άκυρη ως άνω εταιρία ...".

Με την πληττόμενη απόφαση η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη κατά τη θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, καθόσον, κατά τις παραδοχές της, η αναιρεσείουσα "γνώριζε ότι η επίμαχη σύμβαση πώλησης ήταν εικονική ως προς την εταιρεία "INTERNATIONAL OIL PROCESSING AND SHIPPING CO.S.A." και έγκυρη ως προς τους πράγμασι συμβληθέντες και σε γνώση τούτου τελούντες αρχικούς εναγομένους." Η εκτίμηση όμως αυτή του Δικαστηρίου καθόσον αφορά το πραγματικό κρίσιμο περιεχομένου της ένδικης αγωγής είναι εσφαλμένη.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση του περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής (ΚΠολΔ 561 παρ. 2), για την έρευνα του αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι η φερομένη προς διάγνωση αξίωση αποζημίωσης της αναιρεσείουσας θεμελιώνεται κυρίως στον αγωγικό ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι αναληθώς εμφάνισαν την προαναφερόμενη εταιρία ως νομίμως συσταθείσα στην Ελλάδα, ενώ είχε καταστατική έδρα στην πόλη του Παναμά της ομώνυμης Δημοκρατίας και πραγματική έδρα στην Αθήνα, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις για τη σύστασή της και η οποία ως εκ τούτου αποτελούσε ομόρρυθμη εν τοις πράγμασι εταιρία με ομόρρυθμα μέλη τους αρχικούς εναγομένους, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση ε9ς βάρος της, της εκδοθείσας αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης και του από 11-4-1988 Πιστοποιητικού Εξόδων του αρμόδιου αξιωματούχου του Ανώτατου Δικαστηρίου του Λονδίνου και ότι από την άδικη και υπαίτια από πρόθεση πράξη των εναγομένων υπέστη θετική ζημία ισόποση με τα επιδικασθέντα χρηματικά ποσά.

Η με τον προεκτεθέντα τρόπο αξιολόγηση του συγκεκριμένου αγωγικού ισχυρισμού αποκλείει εκείνον περί εικονικότητας ως προς το πρόσωπο της πωλήτριας εταιρείας, τον οποίο χωρίς να προταθεί έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε, όπως ειπώθηκε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την ενδιαφέρουσα την παρούσα αναιρετική διαδικασία και θεμελιούμενη στις περί αδικαιοπραξιών διατάξεις βάση της.

Επομένως ο σχετικός, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος που προβάλλει η αναιρεσείουσα είναι βάσιμος και πρέπει , κατά παραδοχή του, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν, (που θα ερευνήσουν αναγκαίως και την περαιτέρω αμφισβητούμενη από τους αναιρεσίβλητους νομική βασιμότητα της αγωγής), ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 978/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 2 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ