Legislator Case Law & Legislation
1063/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of cheque holder's damages claim for unauthorized endorsement.

Case Number 1063/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision dismissing a damages claim. The appellant, who had paid a cheque and subsequently became the holder after a series of transfers, argued that the lower court incorrectly denied him compensation for the unauthorized endorsement of the cheque. The court ruled that the lower court violated specific provisions of the Civil Code and the Negotiable Instruments Law by failing to recognize the holder's right to claim damages from the drawer for the fraudulent act.

Legislator headnote

AI generated

Articles 79 of Law 5960/1933; Article 15(3) of Law 3472/2006; Article 914 et seq. of the Civil Code: A holder of a cheque who has paid it and subsequently becomes the lawful holder is entitled to claim damages from the drawer for the unauthorized endorsement, as the lower court erred in applying the law to deny such compensation.

Keywords

AI generated
unauthorized endorsement cheque holder rights damages for fraud negotiable instruments law civil code provisions appellate review legal liability

Cited Legislation

AI generated
Article 79 of Law 5960/1933
Article 15(3) of Law 3472/2006
Article 914 et seq. of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
A' All. AP 23-25, 29/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1063 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1063/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αλεξανδρή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "CYBARCO ATE" (πρώην "BENT ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ"), που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Παπατσώρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Φεβρουαρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4769/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6914/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 17 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της 1173/19-10-2007 αιτήσεως για αναίρεση της 6914/21-10-2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 1173/19-10-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 6914/21-10-2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 18450/1048/8-2-2002 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση, κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, αξίωση αποζημιώσεώς του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος από αδικοπραξία, συνισταμένη στην έκδοση από τον δεύτερο των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, ενεργούντα ως νόμιμος εκπρόσωπος της συνεναγομένης του ανώνυμης εταιρείας, της αναφερόμενης τραπεζικής επιταγής στο όνομα του ενάγοντος, την οποία στη συνέχεια εκείνος μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον πατέρα του ...

και ανέλαβε εκ νέου μετά την εμφάνισή της από τον τελευταίο και την μη πληρωμή της. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 4769/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 11015/12-12-2003 εφέσεως των εναγομένων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 6914/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και για το παρεπόμενο αυτής αίτημα για απαγγελία κατά του δευτέρου των εναγομένων προσωπικής κρατήσεως λόγω της αποδιδόμενης εις εκείνον αδικοπραξίας, σε συνέπεια με τη δεσμευτική για το δικαστήριο της ουσίας νομική παραδοχή της 30/2003 αποφάσεως της Ολομελείας του Αρείου Πάγου (όμοια στη συνέχεια και η κατά πλειοψηφία 18/2004 απόφαση αυτής) ότι δεν είναι δικαιούχος αποζημιώσεως από την αδικοπραξία ο εξ αναγωγής υπόχρεος προς πληρωμή της επιταγής, ο οποίος έγινε μετέπειτα κομιστής αυτής.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια ο διατυπούμενος δι' αυτής πρώτος κατά σειρά μοναδικός λόγος αναιρέσεως, μετά την παραίτηση του αναιρεσείοντος από τους λοιπούς.

Ειδικότερα, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλως, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής.

Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 και επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.

Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 κα απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν.

Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή κατά του εκδότη και των προγενεστέρων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Ο οπισθογράφος δε που πλήρωσε την επιταγή, δύναται επιπλέον να διαγράψει την οπισθογράφησή του, καθώς και τις οπισθογραφήσεις των επομένων οπισθογράφων με συνέπεια να εμφανίζεται και ως τελευταίος κομιστής που στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων (άρθρα 19 και 47 παρ. 2 του Ν. 5960/1933).

Αντίθετη άποψη, ότι δηλ. δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία η ποινική δίωξη (για την πράξη της παρ. 1) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.

Τούτο δε διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής" θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της.

Εξάλλου, η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητώς, ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Στην ίδια διάταξη προστέθηκε με το παραπάνω άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, για την άρση κάθε αμφισβήτησης, ότι ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.).

Τέλος, η άποψη ότι ο εξ αναγωγής δικαιούχος ή ο ενεχυράσας την επιταγή κομιστής δεν έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914 και επ. του ΑΚ, οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, που δεν συνάγονται από το σκοπό του νόμου, αφού έτσι ωφελείται τελικά ο εκδότης, παρότι η δόλια συμπεριφορά του αποτελεί εκτροπή του θεσμού της επιταγής από την κατά νόμο λειτουργία του και συντελεί στη μείωση της αξιοπιστίας της επιταγής ως ex lege οργάνου πληρωμών.

Το ότι ο παραπάνω ζημιωθείς έχει δικαίωμα να στραφεί κατά του εκδότη ή των προηγουμένων οπισθογράφων ασκώντας το προαναφερόμενο δικαίωμα αναγωγής αυτών δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού η παρεχόμενη από τις σχετικές διατάξεις προστασία είναι ενδεχόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποβαίνει αναποτελεσματική.

Επομένως, και υπό την ισχύ της παρ. 5 του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3472/2006, ο μεταβιβάσας την επιταγή, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου νόμιμος κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (Α' Ολ.

ΑΠ 23-25, 29/2007). Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων κατά περίπτωση διατάξεων, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την αποδιδόμενη στο δεύτερο των εναγομένων αδικοπραξία της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 ν. 5960/1933), με την αιτιολογία ότι δεν είναι δικαιούχος της της από την αιτία αυτή αποζημιώσεως ο αναιρεσείων, εξ αναγωγής υπόχρεος προς πληρωμή της επιταγής, ο οποίος έγινε μετέπειτα κομιστής αυτής, διατάξεις τις οποίες με τον τρόπο αυτό ευθέως παραβίασε, κατά την βάσιμη περί τούτου διατυπούμενη με τον μοναδικό λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 § 3). Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την 6914/21-10-2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της, στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ