1063/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-7-1998, 13-4-1999, 20-7-1998 και 4-11-1998 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3578/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4112/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Απριλίου 2005 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1063/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο όρος αυτός για να είναι δεσμευτικός για τα μέρη της ασφαλιστικής σύμβασης πρέπει να έχει καταστεί περιεχόμενο αυτής. Τούτο μπορεί να γίνει είτε με ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με παραπομπή της σύμβασης στους όρους της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. και συγκεκριμένα στους παραπάνω όρους. Αρκεί προς τούτο και παραπομπή απ' ευθείας στο Φ.Ε.Κ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1063 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1063/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, υπό την ιδιότητά του ως επιτρόπου της ορφανής γονέων και ανηλίκου Ψ2, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-7-1998, 13-4-1999, 20-7-1998 και 4-11-1998 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3578/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4112/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Απριλίου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 8 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των άρθρων 189, 192, 361 ΑΚ, 189 και 192 του Εμπ.Ν. προκύπτει, ότι η σύμβαση ασφάλισης καταρτίζεται με απλή συναίνεση των μερών και συντελείται από το χρόνο αποδοχής της αίτησης για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία μπορεί να υποδηλωθεί και σιωπηρά με την αποστολή του ασφαλιστηρίου στον αιτούντα και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του ασφαλιστή.
Εξάλλου, με βάση τις παραγράφους 8 και 11 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 Α ΥΕ, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 7 του ν. 489/1976, αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες που προξενήθηκαν σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ ή μετέφερε επιβάτες περισσότερους από όσους η άδεια κυκλοφορίας επέτρεπε εφόσον η υπέρβασις συντελέστηκε εις την επέλευσιν ή εις την επαύξησιν της ζημίας για το μέτρο της επαυξήσεως.
Ο όρος αυτός για να είναι δεσμευτικός για τα μέρη της ασφαλιστικής σύμβασης πρέπει να έχει καταστεί περιεχόμενο αυτής. Τούτο μπορεί να γίνει είτε με ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με παραπομπή της σύμβασης στους όρους της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. και συγκεκριμένα στους παραπάνω όρους. Αρκεί προς τούτο και παραπομπή απ' ευθείας στο Φ.Ε.Κ.
που περιέχει την άνω Υπουργική απόφαση. Αν στην πρόταση που απευθύνει ο αντισυμβαλλόμενος στον ασφαλιστή περιέχονται οι μνημoνευθέντες όρoι, για να καταστούν αυτοί περιεχόμενο της καταρτιζομένης ασφαλιστικής σύμβασης απαιτείται και αρκεί αποδοχή τoυς από τον ασφαλιστή, χωρίς αποστολή νέας πρότασης με το ίδιο περιεχόμενο από τον τελευταίον στον αντισυμβαλλόμενο.
Για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο από αυτόν, αλλά αρκεί να καταβάλλει τα ασφάλιστρα και να παραλαμβάνει το ασφαλιστήριο. Το ασφαλιστήριο είναι αποδεικτικό και όχι συστατικό της σύμβασης έγγραφο. Οι περιεχόμενοι σ' αυτό γενικοί και ειδικοί όροι, από τους οποίους οι ειδικοί επικρατούν των γενικών, δεσμεύουν τον ασφαλιζόμενο και όταν ακόμη δεν το υπέγραψε, εφόσον σ' αυτό στηρίζει τις αξιώσεις του, το επικαλείται και το προσκομίζει στο δικαστήριο.
Τέλος, οι γενικοί όροι της ασφάλισης υπάγονται στην ευρύτερη κατηγορία των γενικών όρων των συναλλαγών. Στην ουσία πρόκειται για όρους που επιβάλλονται από τον ασφαλιστή στον αντισυμβαλλόμενο και ισχύουν σε όλες τις ασφαλιστικές συμβάσεις ορισμένου τύπου. Ειδικά στα αυτοκινητικά ατυχήματα οι γενικοί όροι δεν επιβάλλονται από τον ασφαλιστή, αλλά διατυπώνονται στην άνω Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε..
Δεν δικαιολογείται άγνοια των όρων από τα συμβαλλόμενα μέρη και δεν επιτρέπεται τροποποίησή τους με συμφωνία των μερών ή μονομερώς από τον ασφαλιστή (ΑΠ 76/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: Στις 26-12-1997 και περί ώρα 16.00, ο πατέρας της αναιρεσίβλητης Κ1 οδηγούσε το με αριθμ.
κυκλ. .... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο με ασφάλιση αστικής ευθύνης στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία και εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ....., με κατεύθυνση προς ..... Συνεπιβαίνοντες του ως άνω αυτοκινήτου ήσαν η σύζυγος του ως άνω οδηγού Κ2, τα ανήλικα τέκνα τους Ψ3 και Ψ2 και η ανηψιά τους Ψ4 .
Ο ως άνω οδηγός, που οδηγούσε σε κατάσταση μέθης, όταν βρέθηκε στο ύψος της διασταυρώσεως της παραπάνω οδού με την Ν.Ε.Ο. ...., δεν ήλεγξε την κίνηση των επί της άνω εθνικής οδού κινουμένων οχημάτων, παρότι ήταν υποχρεωμένος προς τούτο και από την, επί της πορείας του, υπάρχουσα πινακίδα STOP και επιχείρησε να διέλθει, χωρίς έλεγχο, από τη διασταύρωση των εν λόγω οδών.
Έτσι εισήλθε στην ως ανωτέρω διασταύρωση χωρίς να αντιληφθεί το επί της Ν.Ε.Ο. .... κινούμενο, με αριθμ. κυκλ. .... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ...... με συνέπεια να επέλθει σύγκρουση των δύο οχημάτων. Αποτέλεσμα της συγκρούσεως αυτής ήταν να τραυματισθούν θανάσιμα ο ως άνω οδηγός του με αριθμ. κυκλ. ..... Ι.Χ.Φ.
αυτοκινήτου και οι επιβαίνοντες σ' αυτό σύζυγος αυτού καθώς και ο ανήλικος υιός τους Ψ3, ενώ τραυματίσθηκαν οι λοιποί συνεπιβαίνοντες Ψ2 (αναιρεσίβλητη) και Ψ4. Αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα αυτό και τους θανάτους και τραυματισμούς των προσώπων που αναφέρθηκαν είναι ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλ. .....
Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου. Με την από 13-4-1999 παρεμπίπτουσα αγωγή της η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία άσκησε δικαίωμα αναγωγής κατά της μοναδικής κληρονόμου του θανόντος - ασφαλισμένου Ψ2, νομίμως εκπροσωπουμένης από τον διορισθέντα επίτροπο αυτής Ψ1, επικαλούμενη παράβαση από τον υπαίτιο οδηγό των γενικών όρων ασφάλισης, όπως αυτοί διαλαμβάνονται στο άρθρο 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, που αποτέλεσε περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η Ψ2, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως μοναδική κληρονόμος του θανόντος πατέρα της, να καταβάλει ό,τι χρηματικό ποσό θα πληρώσει στους ενάγοντες άλλων αγωγών (συγγενείς του Κ1 συγγενείς της Κ2 και στον .....). Η Ψ2, ομολόγησε μόνο τη σύμβαση της ασφαλιστικής σύμβασης, όχι όμως και τις πρόσθετες (απαλλακτικές) συμβατικές ρήτρες για μη κάλυψη ζημιών στις περιπτώσεις των παραγράφων 8, 9 και 11 του άρθρου 25 της ως άνω Υπουργικής αποφάσεως που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα.
Από το γεγονός ότι το προσκομισθέν από την αναιρεσείουσα ασφαλιστήριο είναι ανυπόγραφο από τον ασφαλισμένο, όπως και από το γεγονός ότι το άρθρο 5 του ασφαλιστηρίου αναφέρει ότι "το παρόν ασφαλιστήριο εκδόθηκε με βάση πρόταση του λήπτη της ασφάλισης" είναι και αυτή ανυπόγραφη, όπως και οι λοιπές δηλώσεις, δεν προκύπτει ότι ο ως άνω ασφαλισμένος έλαβε πλήρη γνώση των ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου, οι οποίοι, αποτελούντες περιεχόμενο της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, ενσωματώθησαν μεν δια παραπομπής εις το εν λόγω ασφαλιστήριο, δεν προκύπτει όμως ότι κατέστησαν γνωστοί στον ως άνω ασφαλισμένο.
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχθηκε τις ως άνω κύριες αγωγές και υποχρέωσε (και) την ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει ως αποζημίωση διάφορα χρηματικά ποσά αποζημίωσης επειδή το ζημιογόνο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο σ' αυτή με το πιο πάνω ασφαλιστήριο, απέρριψε στη συνέχεια την παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας, γιατί οι παραπάνω ασφαλιστικές ρήτρες δεν αποδείχθηκε ότι έγιναν γνωστές στον ως άνω ασφαλισμένο.
Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της δέσμευσης ή μη, από το ασφαλιστήριο και ειδικότερα από τις ως άνω απαλλακτικές ρήτρες που κατέστησαν περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης του αντισυμβαλλομένου Κ1. Το γεγονός αυτό καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω διατάξεων.
Ειδικότερα δεν αιτιολογείται επαρκώς γιατί δεν δεσμεύεται από τις ως άνω απαλλακτικές ρήτρες ο ασφαλισμένος, έστω και αν δεν υπέγραψε το ασφαλιστήριο, όταν ο ίδιος ο ασφαλισμένος κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, έχει παραλάβει το ασφαλιστήριο, λαμβάνει γνώση των όρων του χωρίς καμία αντίρρηση προς την ασφαλιστική εταιρεία, καταβάλλει κανονικά για ικανό χρονικό διάστημα και μέχρι το ατύχημα τα ασφάλιστρα, και κάνει η κληρονόμος του, όπως εκπροσωπείται, χρήση του ασφαλιστηρίου ενώπιον του δικαστηρίου, συνομολογώντας την ύπαρξη της ασφαλιστικής σύμβασης με την ασφαλιστική εταιρεία για την έναντι τρίτων αλλά και της ιδίας, αστική ευθύνη από ατυχήματα για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες.
Αντιφατική είναι η αιτιολογία κατά το μέρος της που δέχεται ότι το ασφαλιστήριο, μη φέροντας την υπογραφή του ασφαλισμένου, έχει κύρος και ισχύει σε σχέση μόνο με την έναντι τρίτων και επιβαινόντων αστική ευθύνη από ατυχήματα, ενώ αντιθέτως δέχεται ότι ο ασφαλισμένος δεν δεσμεύεται από τις υπάρχουσες στο ασφαλιστήριο απαλλακτικές ρήτρες γιατί δεν υπέγραψε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Μετά ταύτα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιό της που αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου (υπό την ιδιότητα που παρίσταται στην επί της παρεμπίπτουσας αγωγής δίκη), να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους πλην εκείνων που δίκασαν και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4142/2002 απόφαση του εφετείου Αθηνών μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στην από παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης κατά του δευτέρου.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ