Supreme Court dismisses appeal on will invalidity due to lack of legal capacity, citing insufficient legal interest and inadmissible evidence arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the invalidity of a will due to the testator's alleged mental illness. The appellants argued they lacked legal interest in the case and that the lower court failed to consider specific wills and witness testimonies proving the testator's incapacity. The court rejected these claims, ruling that the appellants had no direct legal interest as they were not direct heirs and that the lower court had properly evaluated all evidence, including the contested wills and medical records.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 70, 1718, 1719 of the Civil Code; Article 559, paragraph 11, item 3 of the Code of Civil Procedure: A party claiming invalidity of a will due to lack of legal capacity must demonstrate direct legal interest, and appeals based on failure to consider evidence or improper evaluation of witness testimony are inadmissible if the court of first instance explicitly states it examined all documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1063 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1063/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. συζύγου Γ. Π. το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., 2) Ι. Τ. του Ε., κατοίκου ... και 3) Σ. Μ. του Ι., 2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Φαρμάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζύγου Α. Σ., το γένος ..., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Φασούλα, ο οποίος ανακάλεσε την από 4-4-2006 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4207/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5824/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-11-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 14-3-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 70, 1718 και 1719 ΑΚ προκύπτει ότι την ακυρότητα της διαθήκης, για το λόγο ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξής της δεν είχε τη χρήση του λογικού λόγω διαρκούς ψυχικής νόσου, δικαιούται να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο. Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον έχουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, στους οποίους λόγω της ακυρότητας της διαθήκης περιέρχεται ολόκληρη η κληρονομία του, έστω και να κάποιος εξ αυτών έχει τιμηθεί με διάταξη της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη αποδοχή εκ μέρους αυτού της κληρονομίας που καταλείφθηκε στον ίδιο με τη διαθήκη.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ για ανεπαρκή αιτιολογία κατά το μέρος που απέρριψε τον ισχυρισμό των εναγομένων και τώρα αναιρεσειόντων, που επαναφέρθηκε στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας και τώρα αναιρεσίβλητης προς έγερση της ένδικης αγωγής, περί ακύρωσης της από 5-5-2000 ιδιόγραφης διαθήκης της μητέρας της Ά.
χήρας Κ. Μ., για το λόγο ότι δεν αποδέχθηκε την κληρονομιά η οποία καταλείφθηκε στην ίδια με την προσβαλλόμενη διαθήκη. Το Εφετείο απέρριψε τον πιο πάνω μη νόμιμο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων με τη σκέψη ότι η αποδοχή της καταλειφθείσας με τη διαθήκη κληρονομίας δεν αποτελούσε προϋπόθεση για την άσκηση της ένδικης αγωγής από την αναιρεσίβλητη, μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο της μητέρας της.
Επομένως κατά το κρινόμενο μέρος του ο λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 1719 αριθ. 3 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωση του αιτήματος αυτής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις διότι απέρριψε τον ισχυρισμό που επανέφεραν ενώπιον του Εφετείου (με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους) οι αναιρεσείοντες, περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω αοριστίας διότι δεν διαλάμβανε σε τι συνίστατο η φερόμενη έλλειψη της χρήσης του λογικού της διαθέτιδας Ά.
χήρας Κ. Μ. και σε ποιά αιτία οφειλόταν αυτή. Οι αιτιάσεις αυτές, κατ' ορθή εκτίμηση βασίζονται στον αριθ. 14 (και όχι 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες εφόσον από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι αναφέρεται με πληρότητα η επιδείνωση της ψυχικής υγείας της διαθέτιδας από το έτος 1995 και εφεξής, που οδήγησε, σε συνδυασμό με τις σωματικές παθήσεις από τις οποίες έπασχε και την προχωρημένη ηλικία της, σε αδυναμία χρήσης του λογικού δηλαδή του διαλογικών συλλογισμών προσδιορισμού και έκφρασης ελεύθερης βούλησης εκ μέρους εκείνης.
ΙΙΙ.- Κατά τον αριθ. 8 περ. β' άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997), καθώς και οι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς. Δεν αποτελούν πράγματα, άρα δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη, οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής ή τα επιχειρήματα των διαδίκων προς υποστήριξη των απόψεών τους, έστω και αν στηρίζουν λόγους έφεσης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλει αιτίαση από τον αριθ. 8 περ. β' άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τον οποίο αν η διαθέτις έπασχε από πνευματική νόσο δεν θα μπορούσε να συντάξει διαθήκη με πλήρη λογική συγκρότηση και μνημονική επάρκεια, τόσο ως προς τους κληρονόμους όσο και ως προς τα κληρονομιαία αντικείμενα, όπως είναι η επίμαχη διαθήκη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αφορά πράγματα κατά την έννοια του νόμου αλλά αρνητικό κατά της αγωγής επιχείρημα των τότε εναγόμενων και τώρα αναιρεσειόντων.
IV.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια αυτής της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο, μέρος δεύτερο, και με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση, προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμ. 11 περ. γ' (και όχι 8 που αναφέρεται στο λόγο), ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 24-7-1998 ιδιόγραφη διαθήκη του θετού πατέρα της αναιρεσίβλητης Κ. Μ., καθώς και την από 5-5-2000 επίμαχη διαθήκη της θετής μητέρας της Ά.
Μ., ενώ αν τις λάμβανε υπόψη η κρίση του θα ήταν διαφορετική. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου υπάρχει ρητή διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα χωρίς εξαίρεση τα νόμιμα με επίκληση προσαγόμενα έγγραφα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις πιο πάνω ιδιόγραφες διαθήκες των θετών γονέων της αναιρεσίβλητης.
V.- Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν αξιολόγησε ορθά τις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσειόντων, από τις οποίες προκύπτει ότι έπασχε από παθήσεις συνηθισμένες στο μέσο άνθρωπο και δεν στερούνταν τη χρήση του λογικού, ενώ αντίθετα δέχθηκε τους αβάσιμους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης. Επίσης με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση, προβάλλεται αιτίαση από την ίδια διάταξη (αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559) ότι και από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη (ληξ. πράξη θανάτου της διαθέτιδας, βιβλιάριο υγείας και συνταγολόγιό της, πιστοποιητικό νοσηλείας της), δεν αποδεικνύεται η βάση της αγωγής της περί του ότι η διαθέτις θετή μητέρα της ήταν πνευματικώς ανίκανη. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι διότι υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση μαρτυρικών καταθέσεων και του περιεχομένου εγγράφων από το δικαστήριο της ουσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Νοεμβρίου 2004 αίτηση των Ε. Π. κλπ, για αναίρεση της 5824/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης και ορίζει αυτά σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαϊου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαϊου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ