Supreme Court dismisses appeal against compensation award due to withdrawal by most appellants and procedural defects for remaining ones.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a compensation award decision, ruling that the appeal was inadmissible for four appellants who withdrew their legal representation and procedurally barred from further discussion. The court found the remaining appellants' arguments regarding lawyer fees and evidence distortion to be baseless and unsupported by law. Consequently, the appeal was rejected, and the costs were awarded to the state, which did not submit written proposals.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 297, 299, 573 of the Code of Civil Procedure; Withdrawal of appeal by a party without the respondent's consent before oral debate renders the appeal inadmissible for that party, while baseless arguments regarding fee calculations and evidence distortion lead to dismissal of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1062 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1062/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) … και 17) …, εκ των οποίων οι 1ος, 2ος, 3η, 4ος, 5ος, 6η, 7ος, 10ος, 11η, 12η, 13η, 14η και 15η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπαδόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι Α. Χ. του Β., Β. Χ. του Α., Α. Π. του Π. ή Π. και Κ. Α. του Π., 8ος, 9ος, 16ος και 17ος των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, παραιτούνται από το δικόγραφο της από 29-2-2016 αίτησής τους για αναίρεση της 364/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Μεταφορών, Υποδομών και Δικτύων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Παχή, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2011 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 879/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 22-2-2011 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, με εννέα (9) αυτοτελείς αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ασκηθείσες με τις προτάσεις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 364/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-2-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη, καθώς και την συνεκδίκαση της υπόθεσης με την υπ' αριθμ. 28 συναφή υπόθεση του πινακίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο το διάδικο, είτε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97, 98 ΚΠολΔ).
Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει κατάργηση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση σχετικής απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων Απόστολος Παπαδόπουλος δήλωσε στο ακροατήριο, ότι οι 8ος και 9ος , 16ος και 17ος των αναιρεσειόντων Α.
Χ., Β. Χ., Α. Π. και Κ. Α. παραιτούνται από το δικόγραφο της από 29-2-2016 αιτήσεώς τους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 364/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Ο ανωτέρω δικηγόρος όμως δεν προσκομίζει σχετικά πληρεξούσια, με τα οποία να του παρέχεται η γενική έστω πληρεξουσιότητα για τη γενόμενη παραίτηση. Επομένως, οι ανωτέρω αναιρεσείοντες δεν παρέστησαν νόμιμα για τη δηλωθείσα παραίτηση από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει κλήτευση αυτών, ούτε από τους άλλους αναιρεσείοντες, ούτε από το αναιρεσίβλητο.
Συνεπώς, ως προς αυτούς, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Κατόπιν αυτού, η αίτηση αναίρεσης, που έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 2882/2001) πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για τους λοιπούς αναιρεσείοντες ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ` ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Α. Κατά το μέρος της με το οποίο προσβάλλεται η απόφαση ως προς το κεφάλαιό της περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος για το έδαφος και τα επικείμενα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων: Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 872/2020, ΑΠ 52/2019). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 το ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 28/1998, Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 465/2020).
Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στην διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ.
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 259/2019).
Έτι περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ` επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (ΑΠ 645/2020, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 750/2018). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο και πέμπτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση, αντίστοιχα, τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) σε συνδυασμό με το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι το Εφετείο "εσφαλμένα και χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία" καθόρισε οριστικές τιμές για τα απαλλοτριωμένα ακίνητα και τα επικείμενά τους, χαμηλότερες από τις πραγματικές.
Ο εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επ` αυτών επικειμένων, ούτε προσδιορίζεται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή αν η παραβίαση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή της ή ψευδή ερμηνεία.
Επίσης και ο λόγος, από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, ανεξάρτητα από το ότι δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, σε σχέση με τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις και τα επικείμενά τους, με την επισήμανση ότι δεν εκτίθεται ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ως προς το ζήτημα τούτο,επιπλέον δεν εξειδικεύεται και το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή δεν αποσαφηνίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών, πέραν του ότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς της στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 341 και 346 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται και στο Εφετείο κατά τη διαδικασία προσδιορισμού αποζημιώσεως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων (άρθρο 18 παρ. 1 ν. 2882/2001), προκύπτει ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι.
Κατά την διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), που ελήφθησαν υπόψη.
Δεν αποκλείεται, βέβαια, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναιρέσως, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1183/2020, 1454/2017). Με το ίδιο ως άνω πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του: 1) τις προσκομισθείσες, ως πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων:
α) υπ' αριθμ. 685/2009, 879/2010, 240/2012, 625/2013, 498/2010, 70/2013, 504/2013 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, και β) υπ' αριθμ. 764/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, δυνάμει των οποίων είχε προσδιορισθεί τιμή μονάδος (προσωρινή και οριστική αντίστοιχα) για την ίδια απαλλοτρίωση (φράγμα Πείρου - Παραπείρου), και αφορούσαν σε παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα με τα επίδικα, 2) τις από 24/4/2009 και από 9/10/19 τεχνικές εκθέσεις , καθώς και τα από μηνός Απριλίου και Οκτωβρίου 2009 τοπογραφικά διαγράμματα του πολ.
Μηχανικού Θ. Χ., που αφορούν στα απαλλοτριωθέντα ακίνητα. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμα του, αφού έλαβε υπόψη, όπως βεβαιώνει με την προσβαλλόμενη απόφαση, όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα περισσότερα των οποίων εξάλλου και ρητά μνημονεύει.
Από τη βεβαίωση αυτή, και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα παραπάνω αναφερθέντα έγγραφα. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 250/2014, Α.Π. 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Α.Π. Ολομ. 11/1996, Α.Π. 1150/2011, Α.Π. 421-425/2009). Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ανταγωγής ενστάσεως αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε (ΑΠ 739/2011), ο τρόπος με τον οποίο προτάθηκε ή επαναφέρθηκε (ΑΠ 555/2019), ο λόγος για τον οποίο θα ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 387/2019), οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παράβαση, εφόσον η υπόθεση εξετάστηκε κατ'ουσίαν (ΑΠ 739/2011, 1277/2015, 712/2015) και όλα τα στοιχεία , από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη και ότι ήταν νόμιμος (ΟλΑΠ 14/2004).
Στη προκείμενη περίπτωση με το ίδιο πρώτο λόγο κατά το τρίτο σκέλος του οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη κατ'αρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ", μεμφόμενοι περαιτέρω και πάλι τούτο επειδή κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής δεν έλαβε υπόψη του τις προσκομισθείσες μετ'επικλήσεως ως άνω δικαστικές αποφάσεις. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο ουδέν απολύτως εκ των ως άνω αναγκαίων για το ορισμένο αυτού στοιχείων διαλαμβάνεται.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρων 438 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Υπό την έννοια αυτή δημόσιο έγγραφο είναι και η δικαστική απόφαση, ως προς όσα βεβαιώνονται ότι έγιναν από το Δικαστήριο ή ενώπιον του. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο ως άνω λόγο, κατά το τέταρτο σκέλος του, της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου στις ως άνω προσκομισθείσες μετ'επικλήσεως δικαστικές αποφάσεις.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι οι εν λόγω αποφάσεις αποτελούν μεν δημόσια έγγραφα γενικώς, συνιστούν όμως πλήρη απόδειξη μόνον ως προς όσα βεβαιώνονται ότι έγιναν από το Δικαστήριο ή ενώπιον του, και όχι ως προς τις καθορισθείσες με αυτές οριστικές τιμές στην αυτή ή σε άλλες απαλλοτριώσεις για όμορα ή γειτονικά ακίνητα, πράγμα ως προς το οποίο εκτιμώνται ελεύθερα ως δικαστικό τεκμήριο, όπως εκτιμήθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση από το Εφετείο.
Β. Κατά το μέρος της με το οποίο προσβάλλεται η απόφαση ως προς το κεφάλαιό της περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας των εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικών τμημάτων : Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεση,ς κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονούμενοι για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 σε συνδυασμό με το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, επειδή καθόρισε την ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικά τμήματα των με Α.Κ.Π ...
των πρώτου και δευτέρου (Δ. Τ. και Γ. Τ. του Π.) και με Α.Κ.Π 025 του εβδόμου εξ αυτών (Γ. Τ. του Α.) σε ποσοστό 20% επί της προσδιορισθείσας οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για την απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση αντί του αιτηθέντος και κατά την άποψή τους ορθού 80%, ενώ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης κατά ποσοστό 50% επί των επικειμένων (αμπέλων) του με ΑΚΠ 025.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, σε σχέση με τον καθορισμό της εν λόγω ιδιαίτερης αποζημίωσης, ενώ δεν εξειδικεύεται ούτε και το σφάλμα του δικαστηρίου σχετικώς, όπως κατά τα προεκτεθέντα απαιτείται.
Κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (αρθρ. 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακίνητου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει, όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης επειδή, το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του, ακόμη και αν η ζημία αυτή οφείλεται στην εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση (Ολ.Α.Π. 31/2005).
Μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με τα παραπάνω, συνιστά η ανέφικτη κατά προορισμό εκμετάλλευσή του, ανεξάρτητα από την έκτασή του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση και είναι δυνατό να οφείλεται στο ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή κατέστη παράγωνο, ή ως υπόλοιπο αγρού, απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του, λόγω της εκτάσεώς του ή και του σχήματός του, θα είναι πλέον αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της εμπορικής και οικονομικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του εναπομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Με την προαναφερόμενη τροποποίηση, επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μειώσεως της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μειώσεως και του ποσοστού της (Α.Π. 760/2020, 696/2020, 121/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον ενταύθα μέρος του, τα ακόλουθα: "Το με ΑΚΠ 004 ακίνητο, στο οποίο προβάλλουν δικαίωμα συγκυριότητας οι αυτοτελώς αιτούντες Δ. Τ. του Π. και Γ. Τ. του Π., σύμφωνα με το από Απρίλιο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα και την από 20-4- 2009 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Θ.
Χ., προέρχεται από μείζον ακίνητο, εμβαδού 20.104,07 τ.μ., εντός των καθορισθέντων, με την υπ' αριθ. X 11966/1987 (ΦΕΚ 1003/Δ/12-10-1987) απόφαση του Νομάρχη Αχαϊας, ορίων του οικισμού ... του δ.δ. Κ... του πρώην Δήμου ..., άρτιο και οικοδομήσιμο κατά κανόνα, με πρόσοψη, ανατολικά, 217,30 μ. επί της Εθνικής Οδού Πατρών - Τρίπολης και δυτικά 69,55 μ.
επί της οδού που οδηγεί στον ως άνω οικισμό, και με προορισμό, κυρίως, την αγροτική εκμετάλλευσή του και δευτερεύοντως την ανοικοδόμηση. Από το μείζον αυτό ακίνητο απαλλοτριώνεται εδαφικό τμήμα, εμβαδού 3.517,5 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα, εμβαδού 16.586,57 τ.μ., το οποίο λόγω της θέσης και του εμβαδού του παραμένει πρόσφορο για αγροτική εκμετάλλευση και άρτιο και οικοδομήσιμο.
Οι παραπάνω αυτοτελώς αιτούντες, επικαλούμενοι τα παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα και τεχνική έκθεση, καθώς και την προαναφερόμενη απόφαση του Νομάρχη Αχαϊας, ισχυρίζονται ότι το ως άνω μείζον ακίνητο μπορούσε να κατατμηθεί σε 29 άρτια και οικοδομήσιμα κατά κανόνα οικόπεδα, από τα οποία τα 17 θα είχαν πρόσοψη την Εθνική Οδό Πατρών - Τρίπολης και εμβαδόν 528,97 τ.μ., 535,11 τ.μ., 546,20 τ.μ., 539,46 τ.μ., 507,61 τ.μ., 534,41 τ.μ., 511,87 τ.μ., 543,02 τ.μ., 550,43 τ.μ., 554,59 τ.μ., 533,30 τ.μ., 548,61 τ.μ., 542,18 τ.μ., 538,79 τ.μ., 528,61 τ.μ., 521,09 τ.μ.
και 513,07 τ.μ., αντίστοιχα, ότι μετά την απαλλοτρίωση, των εδαφικών τμημάτων αυτών, εμβαδού 227,44 τ.μ., 244,72 τ.μ., 266,95 τ.μ., 278,47 τ.μ., 325,59 τ.μ., 361,87 τ.μ., 212,43 τ.μ., 199,87 τ.μ., 189,94 τ.μ., 177,42 τ.μ., 156,67 τ.μ., 141,25 τ.μ., 133,36 τ.μ., 125,58 τ.μ., 117,83 τ.μ., 109,19 τ.μ. και 100,05 τ.μ., αντίστοιχα, απομένουν, εδαφικό τμήματα, εμβαδού 301,53 τ.μ., 290,39 τ.μ., 279,25 τ.μ., 249,99 τ.μ., 182,02 τ.μ., 172,54 τ.μ., 299,44 τ.μ., 343,15 τ.μ., 260,49 τ.μ., 377,17 τψ^ΛΧ;, 396,63 τ.μ., 407,36 τ.μ., 408,82 τ.μ., 410,21 τ.μ., 410,78 τ.μ., 411,90 τ.μ.
και 413,01 τ.μ., αντίστοιχα, ότι τα εναπομένοντα αυτά εδαφικά τμήματα καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα και ότι από την αιτία αυτή μειώθηκε η αξία των εναπομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικών αυτών τμημάτων, συνολικού εμβαδού 5.705,78 τ.μ. Ωστόσο δεν υποδεικνύεται, ούτε άλλωστε οι αυτοτελώς αιτούντες ισχυρίζονται, ότι η περιοχή, η οποία βρίσκεται μέσα στα όρια που καθορίσθηκαν με την παραπάνω απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, έχει υπαχθεί σε πολεοδομικό σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται η κατά τον παραπάνω τρόπο κατάτμηση του εν λόγω ακινήτου.
Συνεπώς το αίτημα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του εναπομείναντος ως άνω τμήματος εμβαδού 5.705,78 τ.μ., είναι απορριπτέο ως αβάσιμο κατ' ουσία". Με τον ίδιο δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης επίσης κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του οι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσειόντων (Δ.
Τ. και Γ. Τ. του Π.) αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραπονούμενοι για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, λόγω της κατά τα ως άνω απόρριψης του αιτήματός τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, εμμένοντες στον ισχυρισμό τους περί της δυνατότητας κατάτμησης του με Α.Κ.Π 004 ακινήτου τους σε 29 άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, προ της απαλλοτρίωσης τμήματός του.
Ωστόσο και ο λόγος αυτός καθ'αμφότερα τα σκέλη του κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι βάλλει κατά της εκτίμησης των αποδείξεων και της κρίσης του Εφετείου περί του ότι δεν επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω με το ίδιο δεύτερο λόγο, κατά το τρίτο σκέλος του, οι ως άνω αναιρεσείοντες αποδίδουν πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη κατ' αρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ", και ειδικότερα τους ισχυρισμούς των πρώτου, δευτέρου και εβδόμου εξ αυτών σχετικά με το ποσοστό μείωσης της αξίας του εναπομένοντος τμήματος των ιδιοκτησιών τους με Α.Κ.Π ...
και 025, όπως και εκείνους των πρώτου και δευτέρου σχετικά με το αίτημα ιδιαίτερης αποζημίωσης για το με Α.Κ.Π 004 ακίνητο τους. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος για τα με ΑΚΠ ... και 025 γιατί στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, όπως κατά τα προεκτεθέντα απαιτείται, και ως αβάσιμος για το με ΑΚΠ 004, επειδή, ως σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ'ουσίαν δεχόμενο τα αντίθετα.
Γ. Κατά το μέρος της με το οποίο προσβάλλεται η απόφαση ως προς το κεφάλαιό της περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος για τα μη περιλαμβανόμενα στο κτηματολογικό πίνακα επικείμενα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, μετά διόρθωση αυτού και των σχετικών κτηματολογικών διαγραμμάτων: Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ.
γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου.
Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, υπό το παρόν σκέλος του (ΑΠ 289/2017). Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, και ειδικότερα από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 761/2017, ΑΠ 1434/2010), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 143/2017).
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστα τα αιτήματα για καθορισμό οριστικής τιμής (κατόπιν διόρθωσης και συμπλήρωσης του κτηματολογικού διαγράμματος και των αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακος):
α) του 1ου και 2ου των αναιρεσειόντων (Δ. Τ. και Γ. Τ. του Π.) για 150 δενδρύλια κυπαρισσιών στο ΑΚΠ ... ακίνητο, β) του 7ου των αναιρεσειόντων (Γ. Τ. του Α.) για από μια πετρελαιομηχανή άντλησης νερού στα ΑΚΠ 022 και 025 ακίνητα, καθώς και συστήματα στήριξης και άρδευσης αμπέλου στα ακίνητα αυτά και γ) των 10ου, 11ης, 12ης, 13ης, 14ης, 15ης των αναιρεσειόντων (Π.
Χ., Τ. Χ., Α. Κ., Α. Μ., Μ. Μ. και Π. Μ.) για 1200 δενδρύλια κυπαρρισίων στο ΑΚΠ .... Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα υπό στοιχ. α) και γ) αιτήματα απερρίφθησαν ως αόριστα, ενώ το υπό στοιχ. β έγινε δεκτό για τα συστήματα στήριξης και άρδευσης των αμπέλων και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο για τις πετρελαιομηχανές άρδευσης.
Συνεπώς δεν έμειναν αδίκαστα και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και, συνεπώς δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (Ολ.Α.Π. 44/1990, Α.Π. 701/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε τα αιτήματα για καθορισμό οριστικής τιμής (κατόπιν διόρθωσης και συμπλήρωσης του κτηματολογικού διαγράμματος και των αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακος): α) του 1ου και 2ου των αναιρεσειόντων για 150 δενδρύλια κυπαρισσιών στο ΑΚΠ ...
ακίνητο, και β) των 10ου, 11ης, 12ης, 13ης, 14ης, ,15ης των αναιρεσειόντων για 1200 δενδρύλια κυπαρρισίων στο ΑΚΠ ..., ως αόριστα δεχόμενο ότι: " Ακόμα το αίτημα περί καθορισμού οριστικής αποζημίωσης του αυτοτελούς αιτούντος Δ. Τ. του Π. και Γ. Τ. του Π. για 150 φυτώρια κυπαρισσιών που υπάρχουν στο με ΑΚΠ ... ακίνητο και των αυτοτελώς αιτούντων Π.
Χ. του Α., Τ. συζ. Α. Ζ., Α. συζ. Θ. Κ., Α. συζ. Δ. Μ., Μ. συζ. Σ. Β. και Π. συζ. Σ. Κ. για 1200 φυτώρια κυπαρισσιών που υπάρχουν στο με ΑΚΠ ... ακίνητο, είναι απορριπτέο ως αόριστο, καθόσον στην από 22-2-2011 (αριθ. εκθ. κατ. 44/2011) αίτησή τους, οι παραπάνω δεν εκθέτουν αν τα φυτώρια κυπαρισσιών ήταν φυτεμένα στο έδαφος και αν η φύτευσή τους σε αυτό ήταν διαρκής, ώστε αυτά να θεωρούνται συστατικά των ως άνω ακινήτων, κατά την έννοια των άρθρων 953 και 954 Α.Κ.
και να καθορισθεί οριστική αποζημίωση γι' αυτά".
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο οι ως άνω αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., της παραθέσεως ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού τα ως άνω αιτήματα, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της (προσβαλλομένης αποφάσεως) απορρίφθηκαν από το Εφετείο ως αόριστα.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την σαφή έννοια της εν λόγω διατάξεως, έγγραφα, στα οποία αυτή αναφέρεται, είναι τα αποδεικτικά έγγραφα, δηλαδή εκείνα που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432-465 του Κ.Πολ.Δ., όχι δε άλλα, όπως τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, π.χ. η αγωγή, η ανταγωγή, η έφεση, οι προτάσεις των διαδίκων, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου κλπ. (Α.Π. 957/2012). Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως κατά το τρίτο σκέλος του οι ίδιοι ως άνω αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση για παραμόρφωση της ένδικης αιτήσεώς τους (επί της οποίας αυτή εκδόθηκε), ως προς τα ίδια ως άνω αιτήματα τους με το να δεχθεί ότι αναφέρονται στην αίτησή τους πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πραγματικά αναφέρονται σ' αυτήν. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η ένδικη αίτηση, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, δεν είναι αποδεικτικό έγγραφο, αλλά διαδικαστικό έγγραφο της δίκης.
Δ. Κατά το μέρος της με το οποίο προσβάλλεται η απόφαση ως προς το κεφάλαιό της περί της επιδίκασης δικαστικής δαπάνης: Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του ν. 4070/2012, σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με την νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο.
Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α' 247), όπως το Δημόσιο και οι ΟΤΑ, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.
Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, επιτελούν σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 502/2005), προκύπτει ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ν. 2882/ 2001, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται.
Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και συγκεκριμένα α) 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο και παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή ανταίτησης και παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) 2% για την άσκηση ανταίτησης ή παρέμβασης που ασκήθηκαν με τις προτάσεις.
Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/ 2012, που αντικατέστησε το άρθρο 18 παρ. 4 εδ.
γ' του ν. 2882/ 2001 και που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ' των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη της ισχύος του, η οποία συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 10-4-2012 (ΦΕΚ Α'/10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου (ΑΠ 68/2017, ΑΠ 1175/2015).
Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του ν. 2882/2001, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που καθορίζει στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών των δικηγόρων των δικαιούχων αποζημίωσης, όταν υπόχρεος είναι φορέας υπαγόμενος στη γενική Κυβέρνηση, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίσθηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης (ΑΠ 1803/2017, ΑΠ 631/2017), αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (πρβλ.
ΑΠ 20/2005). Στη προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καταδίκασε το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, που είναι φορέας υπαγόμενος στη Γενική Κυβέρνηση και υπόχρεο στην καταβολή της αποζημίωσης στα δικαστικά έξοδα των αιτούντων δικαιούχων αυτής, καθορίζοντας την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, για τη σύνταξη της ασκηθείσας αίτησής τους και των προτάσεων σε ποσοστό 1.5% (ήτοι μειωμένο κατά το ήμισυ) επί της καθοριζομένης αποζημίωσης.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει κατά το τρόπο αυτό την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των αιτούντων ήδη αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, και δη του τρίτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 2882/2001 (όπως αντικ. με το άρθρο 130 παρ. 1 και 2 του ν. 4070/2012 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της υπόθεσης) με την εφαρμογή του, δεδομένου ότι συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο σκέλος του, ισχυριζόμενοι ότι ο υπολογισμός της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου τους θα έπρεπε να γίνει κατά τρόπο κλιμακωτό, όχι ενιαίο και όχι μειωμένο κατά το ήμισυ, οπότε το σχετικό ποσοστό θα ανέρχονταν σε 6%, ο οποίος συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Τέλος απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται παράβαση εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι με τις ως άνω παραδοχές του το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του νόμου, δεδομένου ότι κατά τα προεκτεθέντα ο λόγος αυτός ιδρύεται επί παραμορφώσεως μόνο αποδεικτικού εγγράφου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς, πλην εκείνων ως προς τους οποίους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, αναιρεσείοντες και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). Τέλος, δεν πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων, που ηττήθηκαν (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.) δικαστική δαπάνη υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, διότι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, αυτό (αναιρεσίβλητο) παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα περί επιδικάσεως δικαστικής δαπάνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 29-2-2016 αιτήσεώς τους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 364/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών ως προς τους 8ο, 9ο , 16ο και 17ο των αναιρεσειόντων Α. Χ., Β. Χ., Α. Π. και Κ. Α.
Απορρίπτει την από 29.2.2016 και με αριθμό καταθέσεως 38/2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 364/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ