Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to lack of demonstrated legal error in lower court's interpretation of will.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to apply interpretative rules regarding the clarity of her declaration of termination of the legal relationship. The court rejected this claim because the Court of Appeal did not actually find any ambiguity or gap in the declaration, rendering the alleged error non-existent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if the appellate court did not find a legal error in its substantive judgment, as the appellant must demonstrate the existence of a specific defect in the lower court's reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1062 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1062/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πετρέλλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής στο αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον Ειρηνοδικείο Μυτιλήνης, 83/2013 του Ειρηνοδικείο Μυτιλήνης και 199/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 462/2019, ΑΠ 294/2019).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 119/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/3-5-2020 (ΦΕΚ Α'104) "σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων...". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την οίκοθεν ορισθείσα νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο δικάσιμο διάδικος, είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 994/3-4-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Βορείου Αιγαίου Δ. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι με επιμέλειά της επιδόθηκε προς τον αναιρεσίβλητο, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικάσιμο της 25-5-2020, κατά την οποία η υπόθεση αποσύρθηκε από το πινάκιο, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων δυνάμει της υπ' αριθ.
Δ1α/Γ.Π.οικ.18176 ΚΥΑ Υπουργών EΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ - ΥΓΕΙΑΣ - ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΦΕΚ 864 Β'/15-3-2020), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 5 και 11 της από 11-3-2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID-19 και της ανάγκης περιορισμού της μετάδοσής του" ( ΦΕΚ Α' 55).
Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 (Α' 104), εκδόθηκε η από 2-9-2020 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και ορίστηκε οίκοθεν, ως νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο, η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (14-12-2020 και ώρα 09.30), ενώ παράλληλα με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο πινάκιο με αριθμό …, προς ενημέρωση δε των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Επομένως, εφόσον ο απολιπόμενος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι η οίκοθεν αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 74 παρ. 2 ν. 4690/2020), πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει χωρίς την παρουσία του, αφού δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτού, κατά τη σημερινή δικάσιμο (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 199/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (που δίκασε ως Εφετείο), το οποίο απέρριψε την από 18-10-2013 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 83/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αριθμό εκθ. καταθ. 221/ ΜΘ/31-8-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Mε την αγωγή αυτή ο ενάγων (αναρεσίβλητος) επικαλούμενος τη μεταξύ αυτού ως μισθωτή και της εναγομένης (αναιρεσείουσας) ως εκμισθώτριας σύμβαση μίσθωσης αγροτεμαχίου και αδικοπρακτική συμπεριφορά της τελευταίας, ζήτησε να του επιδικασθεί α) το ποσό των 32.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποθετική ζημία που υπέστη, συνεπεία της καταστροφής της καλλιέργειάς του στο ειδικότερα αναφερόμενο μισθωμένο ακίνητο και β) το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, συνεπεία της αναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας. Η αίτηση ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (έναρξη ισχύος από 1-1-2016) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (5-6-2018), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 αυτού δημιουργείται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, ενώ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Περαιτέρω, οι πιο πάνω γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση (έστω και έμμεση) κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1003/2019, ΑΠ 518.2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Το έτος 1996 καταρτίστηκε άτυπη σύμβαση αγρομίσθωσης μεταξύ αφενός της εναγομένης-εκκαλούσας Ε. Μ. (αναιρεσείουσας) και της Δ.
Α. χήρας Ε. και του ενάγοντος-εφεσιβλήτου Χ. Χ. (αναιρεσιβλήτου) αφετέρου, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος θα μίσθωνε από τις παραπάνω ένα ελαιόκτημα έκτασης ...στη θέση...της κοινότητας....Ο μισθωτής καλλιέργησε το μίσθιο με μηδική (τριφύλλι) και αρχικώς η συμφωνία ήταν να καταβάλλεται από αυτόν το ήμισυ των κερδών της καλλιέργειας αφαιρούμενων των εξόδων και της Δ.Ε.Η. (που πληρωνόταν εξ ημισείας) και κατόπιν, από το 2004 και μετά να καταβάλλεται μίσθωμα 800 €, λόγω μείωσης της απόδοσης της καλλιέργειας. ...
Όταν το 2006 η πλευρά των εκμισθωτριών ενδιαφέρθηκε να απομακρύνει τον ενάγοντα- εφεσίβλητο από την κατοχή του ακινήτου, η με αρ. 5/2007 αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης υποβλήθηκε από τις ίδιες ... Με την αίτηση αυτή, ... ζητούσαν να τους αποδοθεί η νομή του ακινήτου, λόγω του ότι είχε εκπνεύσει η ισχύς της δεκαετούς διάρκειας προφορικής σύμβασης χρησιδανείου, που συνάφθηκε το έτος 1996.
Το αυτό επαναλαμβάνεται στις 2-11-2006 με τη σχετική εξώδικη δήλωση- καταγγελία, που απηύθυναν στον ενάγοντα-εφεσίβλητο... Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από την με αριθμό 81/15-6-2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης, με το σκεπτικό ότι υφίστατο σύμβαση μίσθωσης και όχι χρησιδανείου, η οποία δεν είχε καταγγελθεί και άρα, ο τότε καθ' ου η αίτηση νομίμως κατείχε το επίδικο ακίνητο.
Μόνον μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, η εναγομένη-εκκαλούσα διαφοροποίησε τη θέση της, προσαρμόζοντάς την στο σκεπτικό της 81/2007 απόφασης και άρχισε να κάνει λόγο περί κατάρτισης άτυπης σύμβασης αγρομίσθωσης, την οποία είχαν συνάψει ως εκμισθωτές μαζί με την Δ. Α. και τον Π. Μ. και ως μισθωτή τον εναγόμενο - εφεσίβλητο.
Η νέα αυτή γραμμή διατυπώθηκε το πρώτον στις προτάσεις της εναγομένης - εκκαλούσας σ' αυτό το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στις 8-4-2011, επαναλήφθηκε στις προτάσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου κατά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, επαναδιατυπώθηκε στο σημείωμά της ενώπιον του Ειρηνοδικείου, κατά την εκδίκαση της αίτησης του άρθρου 912 ΚΠολΔ και τέλος, επαναλαμβάνεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης.
Βάση του ισχυρισμού αυτού είναι ότι η σύμβαση αγρομίσθωσης είχε καταγγελθεί τον Ιανουάριο του 2006, με την υποβολή της παραπάνω αναφερόμενης αίτησης και πάντως, τον Νοέμβριο του 2006, με την κοινοποίηση της παραπάνω αναφερόμενης εξώδικης καταγγελίας και άρα ότι μετά το τέλος του εξαμήνου από της καταγγελίας, ήτοι από τον Ιούλιο του 2006 ή από τον Μάιο του 2007 αντίστοιχα, θα έπρεπε να έχει αποδώσει ο ενάγων - εφεσίβλητος το μίσθιο, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 635 ΑΚ, που ορίζει ότι: "αν δεν καθορίστηκε η διάρκεια της μίσθωσης, η μίσθωση λήγει αφού περάσουν τέσσερα χρόνια, οποτεδήποτε με καταγγελία καθενός από τα μέρη που γίνεται τουλάχιστον πριν από έξι μήνες και ισχύει για το τέλος της γεωργικής περιόδου του μισθίου".
Κατ' επέκταση, δεν θα έπρεπε να έχει καθορισθεί πρωτοδίκως ποσό 6.000 ευρώ € ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη υπέρ του ενάγοντος-εφεσιβλήτου για τα έτη 2007, 2008 και 2009, διότι η σύμβαση δεν ήταν πλέον ενεργής και ο ίδιος δεν θα κατείχε το μίσθιο κατά τα έτη αυτά. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός εδράζεται στο αίολο επιχείρημα ότι το έτος 2006 καταγγέλθηκε εκ μέρους της εναγομένης - εκκαλούσας σύμβαση αγρομίσθωσης ενώ αληθές είναι ότι η σύμβαση που είχε καταγγελθεί με τις προαναφερθείσες δικαστικές και εξώδικες πράξεις, ήταν η σύμβαση χρησιδανείου, της οποίας όμως η ύπαρξη δεν έγινε δεκτή από το Ειρηνοδικείο.
Είναι όμως σαφές, ότι οι δύο συμβάσεις είναι εντελώς διαφοροποιημένες μεταξύ τους και ότι, εάν θέση της εναγομένης εκκαλούσας ήταν εξ αρχής πως υφίστατο σύμβαση αγρομίσθωσης, θα έπρεπε να έχει καταγγείλει τέτοια σύμβαση και να ζητήσει την απόδοση της νoμής στην ίδια και τους όποιους συνεκμισθωτές, επί τη καταγγελία αυτής της σύμβασης και όχι του χρησιδανείου, όπως όμως έπραξε.
Προδήλως δε, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι καταγγέλλοντας τη σύμβαση χρησιδανείου το έτος 2006 η εναγομένη - εκκαλούσα εννοούσε ότι κατήγγειλε σύμβαση αγρομίσθωσης. Πρόκειται επομένως για όψιμη μεταβολή στάσης εκ μέρους της εν λόγω διαδίκου, που οφείλεται στην έκδοση της προρρηθείσας απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο.
Τουναντίον αποδείχθηκε ότι η σύμβαση αγρoμίσθωσης ήταν ενεργή, αφού δεν αποδείχθηκε ότι υφίστατο καταγγελία της, κατ' άρθρο 635 ΑΚ . Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μόλις τρεις ημέρες μετά τη δημοσίευση της 81/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης, ήτοι στις 18-6-2007 η εναγομένη - εκκαλούσα έσπευσε στη Δ.Ε.Η. και υπέβαλε αίτημα διακοπής της ηλεκτροδότησης στο Α.Π....
που ηλεκτροδοτούσε πηγάδι στο επίδικο ακίνητο με τιμολόγιο αγροτικής χρήσης. Τούτο σαφώς αποδεικνύεται από το από 2-9-2009 έγγραφο της Δ.Ε.Η./Κατάστημα Λέσβου σε απάντηση του με αρ. πρωτ. .../2009 εγγράφου του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μυτιλήνης, στο οποίο αιτούσα της διακοπής της ηλεκτροδότησης φέρεται η Ε. Μ., που καταρρίπτει ευθέως τον ισχυρισμό της έφεσης ότι εκείνη που διέκοψε την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος ήταν η Δ.
Α.. Κατά συνέπεια, ορθώς ενάχθηκε η εναγόμενη - εκκαλούσα στην προκειμένη περίπτωση, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την ίδια. Λόγω της διακοπής της ηλεκτροδότησης διακόπηκε εν µέσω θέρους η λειτουργία του αυτόματου ποτιστικού συστήματος που είχε τοποθετήσει ο ενάγων - εφεσίβλητος η καλλιέργειά του καταστράφηκε και ως εκ τούτου, ο ίδιος υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το μίσθιο.
Με δεδομένο όμως ότι η σύμβαση αγροµίσθωσης ήταν ενεργή πριν την διακοπή της ηλεκτροδότησης ο ενάγων - εφεσίβλητος δικαίως ανέμενε ότι κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε το ετήσιο ποσό των 6.000 € ως καθαρό κέρδος από την πιο πάνω καλλιέργεια (βλ. την από 15-5-2007 έκθεση του γεωπόνου ...) και ότι απώλεσε κατά τα έτη 2007, 2008 και 2009 συνολικό ποσό 18.000 €.
Μετά ταύτα, η εκκαλούµενη απόφαση που δέχθηκε τα αυτά δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση του σχετικού αποδεικτικού υλικού και άρα, ο δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ομοίως και ως προς τον τρίτο λόγο της έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο κακώς επιδικάστηκε σε βάρος της εναγόμενης- εκκαλούσας ποσό 3.000 €, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη ο ενάγων - εφεσίβλητος.
Ορθά επισημαίνεται στην εκκαλούμενη απόφαση ότι πέραν της αντισυμβατικής συμπεριφοράς η εναγόμενη- εκκαλούσα επέδειξε αδικοπρακτική συμπεριφορά, αφού παρανόμως και υπαιτίως ζήτησε τη διακοπή της ηλεκτροδότησης του μισθίου, ενόσω ήταν ακόμη ενεργής η σύμβαση της αγροµίσθωσης, εξωθώντας ουσιαστικά τον ενάγοντα - εφεσίβλητο σε αποχώρηση από το μίσθιο, με άμεσο αποτέλεσμα την περιέλευσή του σε οικονομική αδυναμία και την εντεύθεν μείωση της τιμής και της υπόληψής του, εξαιτίας αυτής.
Το ποσό δε που επιδικάσθηκε είναι εύλογο, αν αναλογισθεί κανείς τον εσπευσμένο τρόπο με τον οποίο η εναγοµένη - εκκαλούσα προέβη στη διακοπή της ηλεκτροδότησης, αμέσως μετά τη δικαστική ήττα της στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, που είχε ασκήσει, από τον οποίο συνάγεται μεγάλος βαθμός υπαιτιότητάς της.
Τα υπόλοιπα που μνημονεύονται στον τρίτο λόγο, ήτοι ότι η εναγόμενη-εκκαλούσα υποστηρίζει ότι ο αντίδικός της κατέστρεψε συκιές και ελαιόδεντρα, ότι εξαιτίας αυτού του γεγονότος απώλεσε εισοδήματα από την πώληση ελαιολάδου και ότι ο ίδιος και ο υιός του τέλεσαν σε βάρος της αδικήματα φθορών, απειλών και εξυβρίσεων, αλυσιτελώς προβάλλονται σε σχέση με το κονδύλι της χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, που επιδικάστηκε, αφού αφορούν σε αντικείμενα άλλων δικών στα πολιτικά ή στα ποινικά Δικαστήρια, κατά περίπτωση.
Αντίθετα, ορθώς κατά τα παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε τις αποδείξεις και επιδίκασε το ανωτέρω ποσό, απορριπτόμενου ως αβάσιμου ουσιαστικά και του τρίτου λόγου της έφεσης και κατ'επέκταση, απορριπτόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμης της έφεσης στο σύνολό της...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι ενώ διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και ασάφειας στη δήλωση βούλησης της αναιρεσείουσας περιεχόμενης στην υποβληθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, απευθυνόμενη κατά του αναιρεσίβλητου και σ' αυτόν επιδοθείσα (σ.σ.
κατά την άποψη της αναιρεσείουσας λαμβανομένης υπόψη και ως καταγγελίας), καθώς και στην από 2-11-2006 εξώδικη δήλωση-καταγγελία επιδοθείσα επίσης στον τελευταίο, αναφορικά με τη λήξη της συνδέουσας τους συμβαλλόμενους έννομης σχέσης, δεν προσέφυγε, όπως όφειλε, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για να ανεύρει την αλήθεια της βούλησής της, ως προς το προαναφερθέν ζήτημα (της λήξης της έννομης σχέσης), ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού αυτής (σύμβασης χρησιδανείου, αγρομίσθωσης).
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το περιεχόμενο της οποίας εκτίθεται παραπάνω, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ουσιαστική κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης της αναιρεσείουσας και, συνεπώς, δεν συνέτρεξε λόγος προσφυγής στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσιβλήτου, διότι λόγω της ερημοδικίας του δεν έχει υποβληθεί σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-6-2018 αίτηση της Ε. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 199/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ