1062/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1062/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 21-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1062 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1062/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: X. R. (Τ. Ρ.) του R., κατοίκου ..., με την ιδιότητά του ως οριστικού δικαστικού συμπαραστάτη και για λογαριασμό του υιού του A. R. (Α. Ρ.) του X., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Β. του Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13823/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1679/2014 μη οριστική και 1635/2015 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-11-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 21-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδάφ.
β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ’ αναβολή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, από τη .../24-8-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας Γ. Μ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 3-11-2015, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τις 4-11-2016 που ορίστηκε αρχικά, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Λ.
Π. Β., οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο της 5-5-2017, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση κατ’ αυτή του εν λόγω αναιρεσιβλήτου. Κατά συνέπεια, αφού ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 8-8-2012 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 25.402/2012 αγωγής (αποζημίωσης για θετική και αποθετική ζημία, επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ, εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος) του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων (οδηγού - ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής αυτού εταιρείας, αντίστοιχα) εκδόθηκε η 13.823/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, που δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την αγωγή.
Κατά της εν λόγω απόφασης οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις (α) από 16-7-2013 και με αριθμό κατάθεσης ...2013 και β) από 31-7-2013 και με αριθμό κατάθεσης .../2013, αντίστοιχα) που συνεκδικάστηκαν από το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κατά την ίδια πιο πάνω διαδικασία, το οποίο εξέδωσε, αρχικά, τη 1679/2014, μη οριστική, απόφασή του, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, 1) έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος ήταν ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων και ότι ο αναιρεσείων βαρυνόταν με ποσοστό συνυπαιτιότητας 30% στην έκταση του τραυματισμού του, διότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας και 2) ανέβαλε να εκδώσει την οριστική του απόφαση, κατ’ άρθρ. 249 ΚΠολΔ, μέχρι να προσκομιστεί από τον επιμελέστερο διάδικο η αναφερόμενη βεβαίωση ή απόφαση του ασφαλιστικού φορέα (Ο.Γ.Α.) του αναιρεσείοντος.
Στη συνέχεια, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 21-11-2014 (με αριθμό κατάθεσης .../2014) κλήση του αναιρεσείοντος και εκδόθηκε η πληττόμενη 1635/2015 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία, αφού οι εφέσεις έγιναν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες και εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση κατ’ ουσίαν και τελικά η αγωγή έγινε, κατά ένα μέρος, δεκτή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του λόγου αυτού της αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 892/2011).
Δεν πάσχει, όμως, από έλλειψη αιτιολογιών η πληττόμενη με αναίρεση (για την αιτία αυτή) απόφαση στην περίπτωση που παραπέμπει στις σκέψεις προηγούμενης, πλήρως αιτιολογημένης, απόφασης που εκδόθηκε στην ίδια δίκη από το ίδιο δικαστήριο, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση θεωρείται ότι έχει ενσωματώσει πλέον τις αιτιολογίες της προηγούμενης απόφασης και, συνακόλουθα, δεν δυσκολεύεται ο αναιρετικός έλεγχος, ενώ θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη των ίδιων περιστατικών.
Η ίδια, άλλωστε, λύση δίδεται και στην περίπτωση κατά την οποία η πληττόμενη με αναίρεση, κατ’ άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου παραπέμπει στις σκέψεις της πρωτοβάθμιας απόφασης που επικυρώθηκε από αυτό (ΑΠ 1835/2007). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 1635/2015 απόφασή του, αναφορικά με τα ζητήματα των συνθηκών του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, της υπαιτιότητας (ή μη) των δύο οδηγών που είχαν εμπλοκή σ’ αυτό (ήτοι του πρώτου αναιρεσιβλήτου - οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της Α.
Ρ. - οδηγού του άλλου αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε και ο αναιρεσείων) και της συνυπαιτιότητας του τελευταίου - αναιρεσείοντος στην έκταση του βαρύτατου τραυματισμού του (κατά ποσοστό 30%), επειδή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, αναφέρθηκε, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, στις οικείες σκέψεις - αιτιολογίες της προηγούμενης 1679/2014, μη οριστικής, απόφασής του.
Ήδη, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο, από τον αριθμό 19 (και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν παρατίθενται σ’ αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, ως προς τις συνθήκες του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και τη θεμελίωση της συνυπαιτιότητάς του στην έκταση του τραυματισμού του, χωρίς να αρκεί, κατά την άποψή του, η απλή παραπομπή - αναφορά, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, όπως δέχεται το Εφετείο, στις αιτιολογίες της προηγούμενης 1679/2014 απόφασής του, τις οποίες, πάντως, ο αναιρεσείων δεν προσβάλλει (ούτε καν μνημονεύει).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, πληρούται η απαίτηση αιτιολογίας και με την απλή παραπομπή στην αιτιολογία της προηγούμενης, μη οριστικής, απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, η οποία (αιτιολογία) θεωρείται ότι είναι πλέον ενσωματωμένη στην πληττόμενη απόφαση.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/ 2015).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 1635/2015 απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος, δέχθηκε τα εξής: "...Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος, το βαθμό πταίσματος του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, τον βαθμό πταίσματος του ενάγοντος στην πρόκληση του τραυματισμού του, την ηλικία αυτού (26 ετών) κατά το χρόνο του ατυχήματος, το είδος, την έκταση και τη βαρύτητα των σωματικών κακώσεών του, το χρόνο νοσηλείας του στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, το χρόνο νοσηλείας του στα νοσοκομεία, αλλά και στο ανωτέρω κέντρο αποκατάστασης, και τον τρόπο αλλά και το είδος συνεχίσεως πλέον της ζωής του και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, επισημαινομένου ότι η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας είναι εγγυητική...
κρίνει ότι πρέπει το ποσό αυτής (χρηματικής ικανοποιήσεως) να καθορισθεί σε 90.000 ευρώ, ποσό που κρίνεται, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία θέση της μείζονας σκέψης της ως άνω μη οριστικής αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και με βάση τα ανωτέρω κατά νόμο στοιχεία (άρθρο 932 ΑΚ), εύλογο...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο επιδίκασε, τελικά, στον αναιρεσείοντα, ο οποίος, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βρίσκεται σε αφασία (άγρυπνο κώμα), το χρηματικό αυτό ποσό των 90.000 ευρώ για την προαναφερόμενη αιτία.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος, λόγω ηθικής βλάβης, στο πιο πάνω ποσό, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, λαμβανομένου υπόψη ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καταλογίστηκε στον αναιρεσείοντα συντρέχον πταίσμα για τον τραυματισμό του σε ποσοστό 30%, επειδή δεν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός δεύτερος (και τελευταίος), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, κατ’ εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται σ’ αυτόν, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 (εδάφ. δ’ ) του Συντάγματος και 932 του ΑΚ, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, αλλά και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων, του επιδίκασε, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τον βαρύτατο τραυματισμό του, το επίμαχο ποσό, το οποίο, όμως, είναι δυσαναλόγως μικρό σε σχέση με αυτό που ζήτησε με την ένδικη αγωγή του, όπως προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος) και επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης δεύτερης των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ για τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων που ερημοδίκησε δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα, καθόσον δεν υποβλήθηκε σε αυτά, ούτε, βέβαια, υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Νοεμβρίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-11-2015 αίτηση του A. R., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, για αναίρεση της 1635/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ