Legislator Case Law & Legislation
1062/2015 AI generated

Supreme Court refers gambling contract appeal to Full Bench due to significant legal interest and new precedent issues.

Case Number 1062/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece referred specific grounds of an appeal against a First Instance Court judgment to its Full Bench for further examination. The appellant challenged the lower court's ruling on gambling contracts, arguing they violated public policy and statutory provisions regarding the nature of chance in betting. The court determined that these specific legal arguments presented a significant issue of general interest not previously fully resolved, necessitating a referral to the Full Bench under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 563(2) and 23(2)(c)(d) of the Code of Civil Procedure; When an appeal raises a question of exceptional importance or constitutes a precedent, the relevant grounds must be referred to the Full Bench of the Supreme Court, leaving the current court to examine remaining grounds.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal referral Full Bench exceptional importance gambling contracts public policy precedent

Cited Legislation

AI generated
Article 563(2) of the Code of Civil Procedure
Article 23(2)(c)(d) of the Code of Organization of Courts
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1062 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1062/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αποστόλου Αποστολίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε. - Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουμαντάκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΙΝΤΡΑΛΟΤ Α.Ε. - ΙΝΤΡΑΛΟΤ ΙΝΤΕΡΝΑΤΙΟΝΑΛ (ΙΝΤΡΑΛΟΤ ΔΙΕΘΝΗΣ) LTD", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΡΑΛΟΤ INTERNATIONAL LTD" (ΙΝΤΡΑΛΟΤ ΔΙΕΘΝΗΣ) που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΡΑΛΟΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΥΧΗΡΩΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Σκαλτσά και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/8/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 10/1/2005 πρόσθετη παρέμβαση των υπό στοιχεία 2-5 ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2412/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6377/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι υπό στοιχεία 2-5 ήδη αναιρεσίβλητες με την από 20/2/2008 αίτησή τους και η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη με την από 25/2/2008 αίτησή της, επί των οποίων εκδόθηκαν αντίστοιχα οι 1252/2010 και 1251/2010 αποφάσεις του Αρείου Πάγου που αναίρεσαν την 6377/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψαν την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 5189/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/5/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 5/12/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 5189/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τις από 19-6-2006 και 27-6-2006 εφέσεις των αναιρεσιβλήτων (εναγομένης και προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαινουσών), μετά την αναίρεση της προηγούμενης υπ’ αριθ. 6377/2007 απόφασης αυτού με τις υπ’ αριθ. 1251 και 1252/2010 αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, κατά της υπ’ αριθ.2412/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την πρόσθετη παρέμβαση και είχε δεχθεί την από 19-8-2004 αγωγή του αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την τελευταία απόφαση, δέχθηκε την πρόσθετη παρέμβαση και απέρριψε την αγωγή.

Κατά το άρθρο του από 20/29.12.1958 β. δ/τος (Α’ 228), το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 1 περ. στ’ του ν.δ. 3769/1957, "1.Συνίσταται νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού δικαίου υπό την επωνυμίαν "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου" (Ο.Π.Α.Π), έδραν έχον τας Αθήνας. 2.Ο Οργανισμός αναλαμβάνει την οργάνωσιν και λειτουργίαν του δελτίου προγνωστικών επί των ποδοσφαιρικών αγώνων. 3. ...".

Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 παρ 1 του ν. 2414/1996 "Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται οι κάτωθι Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί, που ονομάζονται και για τους σκοπούς του παρόντος νόμου δημόσιες επιχειρήσεις: ... ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ (Ο.Π.Α.Π.) ..." και κατά το άρθρο 2, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 2733/1999, "1.

Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και του Υπουργού που εποπτεύει τη δημόσια επιχείρηση ... δύναται να μετατρέπονται σε ανώνυμες εταιρείες οι δημόσιες επιχειρήσεις που δεν έχουν την μορφή αυτή και να καταρτίζονται τα καταστατικά τους σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και του κ.ν. 2190/1920.

Με τις κοινές αποφάσεις των ίδιων Υπουργών προσαρμόζονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου τα καταστατικά των δημόσιων επιχειρήσεων που έχουν ήδη τη μορφή ανώνυμης εταιρείας. ... 3. Με τα προεδρικά διατάγματα και τις κοινές υπουργικές αποφάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, ορίζεται ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις λειτουργούν με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας τους ως εταιρειών που ασκούν δραστηριότητα κοινής ωφέλειας".

Με βάση το ανωτέρω άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2414/1996 εκδόθηκε, εξ άλλου, το π.δ. 228/1999 (Α’ 193), στο οποίο ορίζεται, στο άρθρο 1 ότι "Συνίσταται ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε." και σε συντομογραφία "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε." ... Η εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 ...

και του Κ.Ν. 2190/1920 ...", στο άρθρο 2 ότι "1. Σκοπός της εταιρείας είναι: α) Η οργάνωση, η λειτουργία και η διεξαγωγή από την εταιρεία ή σε συνεργασία με τρίτους των παιχνιδιών ΠΡΟ-ΠΟ ... καθώς και κάθε άλλου τυχερού παιχνιδιού που στο μέλλον ήθελε αποφασίσει το Δ.Σ. σε ολόκληρη τη χώρα και εκτός αυτής για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου ....

β) Η διαχείριση των ανωτέρω παιχνιδιών, αλλά και όσων πρόκειται να διεξαχθούν στο μέλλον, ασκείται κατ’ αποκλειστικότητα από την εταιρεία Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου ... 2. Για την επίτευξη των σκοπών της ασκούνται από την Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. και οι ακόλουθες δραστηριότητες. α) ... δ) Η σύσταση σε όλη τη χώρα πρακτορείων που πρακτορεύονται εν γένει παιχνίδια της εταιρείας κατ’ αποκλειστικότητα και η χορήγηση αδειών λειτουργίας πρακτορείων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για ένα ή περισσότερα από τα παιχνίδια της, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που κάθε φορά θέτει το Δ.Σ.

της εταιρείας. ε) .......", και στο άρθρο 34 ότι "1. Κατόπιν μετατροπής του Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου σε Ανώνυμη Εταιρεία, η με το παρόν ιδρυόμενη εταιρεία υπεισέρχεται, ως οιονεί καθολικός διάδοχος, στη θέση του μέχρι σήμερα υφιστάμενου Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου. 2. Από τη δημοσίευση του παρόντος η ιδρυόμενη με αυτό ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε." υπεισέρχεται αυτοδικαίως στο σύνολο των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, και λοιπών έννομων σχέσεων του Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου ...

Με προεδρικό διάταγμα ....... επιτρέπεται η έκδοση δελτίου στοιχημάτων "προκαθορισμένης ή μη απόδοσης" στα πάσης φύσεως ατομικά ή ομαδικά παιχνίδια, όπως και σε γεγονότα, ή φύση των οποίων προσφέρεται για τη διεξαγωγή στοιχήματος. ..... Διαχειριστής του σχετικού δελτίου ορίζεται ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου.

Με βάση την ανωτέρω εξουσιοδότηση (άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2433/1996), εκδόθηκε το π.δ. 250/1997 (Α’ 181), με το οποίο ρυθμίσθηκαν τα σχετικά με τη διαχείριση, οργάνωση, λειτουργία και διάθεση των εσόδων του δελτίου στοιχημάτων προκαθορισμένης ή μη απόδοσης και ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η συμμετοχή στα πάσης φύσεως στοιχήματα προκαθορισμένης ή μη απόδοσης που διαχειρίζεται ο Ο.Π.Α.Π.

είναι ελεύθερη στον καθένα, υπό τον όρο καταβολής αντιτίμου (άρθρο 3). Περαιτέρω, στα άρθρα 4 παρ. 1 και 2, 5 παρ.1 και 2 και 10 του Γενικού Κανονισμού Λειτουργίας Παιχνιδιών Στοιχημάτων Προκαθορισμένης απόδοσης, (ο οποίος μετά την κύρωσή του με την ΚΥΑ 29159 ΦΕΚ 1427/2000 έχει κανονιστική ισχύ) ορίζονται τα ακόλουθα:

Στο άρθρο 4 παρ. 1: Για τη συμμετοχή του παίκτη σε διαγωνισμό παιχνιδιών προκαθορισμένης απόδοσης απαιτείται η διαμόρφωση μιας τουλάχιστον στήλης, η καταβολή αντιτίμου συμμετοχής ίσου με τη συνολική αξία των στηλών που επελέγησαν ή πολλαπλασίου αυτής εφόσον το επιθυμεί ο παίκτης, καθώς επίσης και η καταχώρηση του στοιχήματος αυτού στο κεντρικό μηχανογραφικό σύστημα του ΟΠΑΠ, ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου:

Το μέγιστο ποσό στοιχηματισμού ανά συνδυασμό ή και δελτίο στα Παιχνίδια Στοιχημάτων Προκαθορισμένης Απόδοσης, ορίζεται σε δέκα εκατομμύρια (10.000.000) δρχ. Σε περίπτωση που η αξία του δελτίου υπερβαίνει το παραπάνω ποσό το δελτίο δεν γίνεται αποδεκτό από την Τερματική Μηχανή του Πρακτορείου. Περαιτέρω στο άρθρο 5 παρ.1:

Ο ΟΠΑΠ διατηρεί χωρίς υποχρέωση αιτιολόγησης της απόφασής του, το δικαίωμα της ανά πάσα στιγμή αποδοχής ή μη αποδοχής οποιουδήποτε στοιχήματος, ενώ στην παρ. 2 αυτού: Εφόσον κατά την κρίση του ΟΠΑΠ διαπιστωθεί ότι συντρέχουν λόγοι ειδικής συμφωνίας με τον παίκτη, ισχύει ειδική διαδικασία αποδοχής, που συνίσταται στη διαπραγμάτευση για την τροποποίηση οποιωνδήποτε επιλογών του παίκτη.

Η τελική συμφωνία αποδεικνύεται μέσω εκτύπωσης. Τέλος στο άρθρο 10 παρ.1: Το μέγιστο καταβαλλόμενο ποσό κέρδους ανά δελτίο, είτε αυτό περιέχει έναν είτε πολλούς συνδυασμούς, ορίζεται στο ποσό των 250.000.000 δρχ. Σε περίπτωση κατά την οποία αποδεδειγμένα διαπιστώνεται ότι διενεργήθηκαν από παίκτη ή ομάδα παικτών καταθέσεις "Δελτίων Στοιχήματος" στο ίδιο ή σε διαφορετικά πρακτορεία του ΟΠΑΠ, με σκοπό την παράκαμψη της ειδικής διαδικασίας αποδοχής στοιχήματος του άρθρου 5 του παρόντος, ο ΟΠΑΠ δικαιούται για το σύνολο των κερδιζόντων δελτίων των περιπτώσεων αυτών να ορίσει ως συνολικό άθροισμα κερδών το μέγιστο κέρδος όπως αυτός ορίζεται με το παρόν.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι με την καταβολή από τον παίκτη του αντιτίμου συμμετοχής, η αξία του οποίου μπορεί να είναι ανά δελτίο από ένα και μισό ευρώ μέχρι πολλές χιλιάδες ευρώ, όχι όμως ανώτερο των 3.407,50 ευρώ, (10.000.000 δρχ.), όπως στα συστήματα για τα οποία προβλέπει η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου 4, είναι δυνατόν αυτός να συντάξει όσα δελτία επιθυμεί, χωρίς να υπάρχει περιορισμός στον αριθμό αυτών.

Επίσης, καθορίζεται ως ανώτατο όριο κέρδους ανά δελτίο το ποσό των 250.000.000 δρχ. (ήδη 733.675,72 ευρώ) και προβλέπεται η δυνατότητα του ΟΠΑΠ, χωρίς αιτιολογία της απόφασής του να αποδεχθεί ή όχι οποιοδήποτε στοίχημα. Οι ανωτέρω διατάξεις δεν προβλέπουν περιορισμό του παίκτη, ως προς τον αριθμό των ομοίων προβλέψεων που αναγράφει στα αντίστοιχα δελτία και συνεπώς αυτός μπορεί, αφού δεν υπάρχει τέτοιος περιορισμός από την εν λόγω υπουργική απόφαση, να συμπληρώσει όσα δελτία επιθυμεί με όμοιες προβλέψεις, εκτός αν αποδειχθεί ότι ενήργησε κατά καταστρατήγηση των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 5 παρ.2 και 10 παρ.2, όταν δηλαδή συντρέχουν λόγοι ειδικής συμφωνίας και ισχύει με τον παίκτη ειδική διαδικασία αποδοχής, που συνίσταται στην διαπραγμάτευση για την τροποποίηση οποιωνδήποτε επιλογών του παίκτη, (όπως τούτο συμβαίνει σε περίπτωση υπέρβασης των ορίων στοιχηματισμού ή του κέρδους), οπότε δικαιούται ο ΟΠΑΠ να ορίζει ως συνολικό άθροισμα κερδών το μέγιστο κέρδος των 250.000.000 δρχ. (ΑΠ 1251 και 1252/2010).

Eξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, που έχει τον τίτλο "προστασία των καταναλωτών", όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β του ν. 2741/1999 και πριν την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ κρίνεται σύμφωνα με το νόμο, που ισχύει κατά το χρόνο, που γίνεται η χρήση αυτού (ΟλΑΠ 15/2007), οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή.

Ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.

Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ’ αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα.

Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται και η υπό το στοιχείο β, σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που περιορίζουν τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες των προμηθευτών, όπως και η υπό στοιχείο ε, κατά την οποία καταχρηστικοί είναι και οι όροι που επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης, χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο.

Η σωρευτική, εφαρμογή από το δικαστήριο των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, επιβάλλεται και δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου "της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή" είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επί μέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου του άρθρου 7.

Εξάλλου, και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, κατ’ αμάχητο τεκμήριο, καταχρηστικότητας, αποτελούν ενδείκτες που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή.

Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις είναι, πέραν της άνω αρχής της συμβατικής ισορροπίας και η αρχή της διαφάνειας. Σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993, η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το νόμο 2251/1999 και εμμέσως στο άρθρο 2 παρ 1-3 του ν. 2251/1994, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το ν. 2741/1999 και πριν από την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007 και εφαρμόζεται κατά τα προαναφερόμενα στην προκείμενη περίπτωση, οι ΓΟΣ πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων τα κρίσιμα στοιχεία, πρέπει δηλαδή να είναι κατανοητοί από έναν άνθρωπο μέσης εμπειρίας στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγής.

Εξάλλου, στην περίπτωση που ο άνω νόμος για την προστασία του καταναλωτή αφήνει κενά ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, μπορούν να εφαρμοσθούν για την προστασία του ασθενέστερου συμβαλλόμενου κατά τον έλεγχο του σχετικού όρου της σύμβασης, οι διατάξεις του γενικού δικαίου και συγκεκριμένα οι αρχές της συναλλακτικής καλής πίστης και των χρηστών ηθών των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ, λαμβανομένου υπόψη ότι οι ρήτρες αυτές και ιδίως του άρθρου 281ΑΚ τροφοδοτούν αξιολογικά την εξειδίκευση της γενικής ρήτρας του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 και γενικώς ο έλεγχος κύρους του περιεχομένου ΓΟΣ βασικά προσανατολίζεται προς τη διάταξη αυτή.

Ειδικότερα, με το άρθρο 200 ΑΚ ορίζεται ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ενώ με το άρθρο 288 ΑΚ ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και περαιτέρω από το άρθρο 281 ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, προκύπτει ότι εάν κάποιος ΓΟΣ υπερβαίνει τα ανωτέρω όρια είναι άκυρος και η εφαρμογή του αποκλείεται, καθόσον η κύρωσή του δεν περιορίζεται μόνο στην απαγόρευση της επίκλησής του.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΟλΑΠ 20/2005), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 9 Ιουνίου 2004, ημέρα Τετάρτη, ο ενάγων έλαβε μέρος στο παιχνίδι "ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ" του εναγομένου Οργανισμού (Ο.Π.Α.Π.), συμπληρώνοντας στο ίδιο πρακτορείο του πράκτορα του Ο.Π.Α.Π., Γ.

Ι., το οποίο βρίσκεται επί της οδού ... αρ…, στο ..., έξι (6) ξεχωριστά δελτία συμμετοχής, καταβάλλοντος στον πράκτορα το αντίτιμο των 1,5 ευρώ για κάθε δελτίο και συνολικά 9 ευρώ. Συγκεκριμένα, συμπλήρωσε τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον ίδιο με αριθμ. ... και ... δελτία συμμετοχής στις 12:12:13 μ.μ., στις 12:12:45 μ.μ., στις 12:13:06 μ.μ., στις 12:13:23 μ.μ., στις 12:13:43 μ.μ.

και στις 12:14:03 μ.μ. της ίδιας ημέρας, αντίστοιχα. Τα δελτία αυτά απεστάλησαν από τον πιο πάνω πράκτορα, μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή του, στον κεντρικό υπολογιστή του εναγομένου στις 12:12:28 μ.μ., στις 12:12:59 μ.μ., στις 12:13:20 μ.μ., στις 12:13:38 μ.μ., στις 12:13:57 μ.μ. και στις 12:14:17 μ.μ., αντίστοιχα. Ο ενάγων επέλεξε το "απλό παιχνίδι", συμπληρώνοντας στο πρώτο δελτίο τα εξής:

επέλεξε δέκα (10) ποδοσφαιρικούς αγώνες, που είναι ο ανώτατος επιτρεπόμενος αριθμός επιλογής αγώνων, θέτοντας στην αριστερή στήλη του δελτίου στοιχήματος τους αγώνες με αύξοντες αριθμούς ... και ... και στα αντίστοιχα δέκα (10) κουτάκια στη δεξιά στήλη έθεσε τα σημεία ΤΕΛ-2, ΤΕΛ-Χ, ΤΕΛ-1, ΤΕΛ-Χ, ΤΕΛ-2. ΤΕΛ-Χ, ΤΕΛ-Χ, ΤΈΛ-Χ, ΤΕΛ-1 και ΤΕΑ-Χ, αντίστοιχα, που αποτελούσαν τις προβλέψεις του για την έκβαση κάθε επιλεγμένου αγώνα.

Οι προκαθορισμένες αποδόσεις του ΟΠΑΠ για κάθε έναν από τους αγώνες που επέλεξε ο ενάγων ήταν οι εξής: 1) για τον ... αγώνα, 5.00, 2) για τον ... αγώνα, 3.30, 3)για τον ... αγώνα, 6.25, 4) για τον ... αγώνα, 3.30, 5) για τον ... αγώνα, 5.00, 6) για τον ... αγώνα, 4.75, 7) για τον ... αγώνα, 4.25, 8)για τον ... αγώνα, 3.00, 9) για τον ... αγώνα, 2.10 και 10) για τον ...

αγώνα, 3.30. Επίσης, ο ενάγων επέλεξε ως πολλαπλασιαστή τον αριθμό πέντε (5). Τον ίδιο ακριβώς συνδυασμό αγώνων, επιλεγμένων σημείων και πολλαπλασιαστή επανέλαβε ο ενάγων σε ακόμη πέντε (5) δελτία. Σύμφωνα με τους όρους του παιχνιδιού, ο ενάγων κατέβαλε για κάθε ένα δελτίο την αξία της στήλης, 0,30 ευρώ, επί τον πολλαπλασιαστή που επέλεξε (5), δηλαδή, ανά δελτίο, το ποσό των (0,30 ευρώ Χ 5) = 1,50 ευρώ και, συνολικά, για τα έξι (6) δελτία, το ποσό των (1,50 ευρώ Χ 6) = 9 ευρώ.

Τα πιο πάνω έξι (6) δελτία, που κατατέθηκαν από τον ενάγοντα συνεχόμενα σε χρονικό διάστημα περίπου δύο (2) λεπτών της ώρας έγιναν αποδεκτά από το κεντρικό μηχανογραφικό σύστημα του εναγομένου (Ο.Π.Α.Π) και τέθηκε στην περιοχή εκτυπώσεων του καθενός η ένδειξη "Ε". Την επομένη της λήξης συμμετοχών στο πιο πάνω παιχνίδι (10-6-2004) η "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΩΝ", ως διαχειρίστρια του παιχνιδιού, απηύθυνε στον εναγόμενο (ΟΠΑΠ) την από 10-6-2004 επιστολή της, με την οποία ζητούσε την εφαρμογή του άρθρου 10 του Γενικού Κανονισμού Λειτουργίας Παιχνιδιών Στοιχημάτων Προκαθορισμένης Απόδοσης δεδομένου ότι τα πιο πάνω δελτία του ενάγοντος κατατέθηκαν αντί ενός δελτίου, με προφανή σκοπό την παράκαμψη της ειδικής διαδικασίας αποδοχής στοιχημάτων και την καταβολή κερδών μεγαλυτέρων του μέγιστου προβλεπόμενου.

Σε συνέχεια δε αυτής της επιστολής η ίδια εταιρεία απηύθυνε προς τον ΟΠΑΠ και την από 11-6-2004 επιστολή της στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το μικρό χρονικό διάστημα (22 δευτερόλεπτα κατά μέσο όρο) το οποίο μεσολάβησε της κατάθεσης των δελτίων και η επαναλαμβανόμενη επιλογή προγνωστικών και πολλαπλασιαστή αποδεικνύουν ότι τα δελτία αυτά αποτελούν επιμερισμό ενός ενιαίου στοιχήματος, προκειμένου να καταβληθούν κέρδη πέραν του μεγίστου προβλεπομένου από το άρθρο 10 του κανονισμού και ότι ο εν λόγω επιμερισμός δεν επέτρεψε την εφαρμογή της ειδικής διαδικασίας του άρθρου 5, δεδομένου ότι μείωσε τον ανά δελτίο διαφαινόμενο κίνδυνο στο ένα έκτο αυτού.

Μετά το τέλος του διαγωνισμού, στις 11-6-2004, όλες οι προβλέψεις του ενάγοντος, δηλ. ο συνδυασμός των ομάδων, που είχε καταγράψει στα πιο πάνω έξι (6) δελτία συμμετοχής, είχε πλήρη επιτυχία. Μόλις ο ενάγων πληροφορήθηκε στις 11-6-2004 την επιτυχία των δελτίων του επισκέφθηκε το πιο πάνω πρακτορείο και μετέβη μαζί με τον πράκτορα στην αρμόδια υπηρεσία του Ο.Π.Α.Π., για να ακολουθήσει τη νόμιμη διαδικασία είσπραξης των κερδών του.

Η αρμόδια υπηρεσία του ΟΠΑΠ επισύναψε σε κάθε ένα από τα έξι (6) δελτία τις αντίστοιχες αιτήσεις πληρωμής και, συγκεκριμένα, για το με αριθμ. ... δελτίο τη με αριθμ. ... αίτηση πληρωμής, για το με αριθμ. ... δελτίο τη με αριθμ. ... αίτηση πληρωμής, για το με αριθμ. ... δελτίο τη με αριθμ. ... αίτηση πληρωμής, για το με αριθμ. ...

δελτίο τη με αριθμ. ... αίτηση πληρωμής, για το με αριθμ. ... δελτίο τη με αριθμ. ... αίτηση πληρωμής και για το με αριθμ. ... δελτίο τη με αριθμ. ... αίτηση πληρωμής και συνέστησε στον ενάγοντα να μεταβεί στην Εμπορική Τράπεζα και να εισπράξει τα κέρδη του εντός δύο (2) εργασίμων ημερών. Στις 16 Ιουνίου 2004 ο ενάγων μετέβη στην Εμπορική Τράπεζα επί της οδού Πανεπιστημίου, όπου η αρμόδια υπάλληλος του εξόφλησε μόνον το ένα (1) από τα έξι (6) δελτία (ήτοι το με αριθμ. ...

δελτίο), καταβάλλοντος σ’ αυτόν το ποσό των 697.017 ευρώ, δηλαδή, το ανώτατο ανά δελτίο ποσό κέρδους των 733.675,72 ευρώ αφαιρουμένου του φόρου από 36.658,65 ευρώ. Την ίδια στιγμή, η υπάλληλος της Τράπεζας πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι τα υπόλοιπα πέντε (5) δελτία ήσαν "φραγμένα" στο κομπιούτερ και δεν μπορούσε να τα εξοφλήσει και, σε σχετικό τηλεφώνημα της στον εναγόμενο (Ο.Π.Α.Π)., με ερώτημα γιατί δεν εξοφλούνται τα υπόλοιπα πέντε (5) δελτία, έλαβε την απάντηση ότι τα δελτία αυτά δεν θα εξοφλούνταν και ότι ο ενάγων έπρεπε να μεταβεί στον Ο.Π.Α.Π.

για να ενημερωθεί σχετικά. Κατά τη μετάβαση του ενάγοντος στα γραφεία του εναγομένου, πληροφορήθηκε από υπάλληλο του ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΠΑΠ, στηριζόμενο στον Εσωτερικό Κανονισμό του Οργανισμού, έλαβε απόφαση να μην εξοφλήσει τα υπόλοιπα πέντε (5) δελτία και την απόφαση αυτή μπορούσε να τη λάβει γραπτώς ο πληρεξούσιος δικηγόρος του με αίτηση του (ενάγοντος).

Πράγματι, ο ενάγων υπέβαλε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, στις 18-6- 2004, τη με αριθμ. πρωτ. .../18.6.2004 αίτηση του, με την οποία ζητούσε την άμεση και πλήρη εξόφληση των υπολοίπων πέντε (5) δελτίων και, σε περίπτωση άρνησης του Ο.Π.Α.Π., ο τελευταίος να του χορηγήσει αντίγραφο της αντίστοιχης γνωμάτευσης της νομικής του υπηρεσίας επί της οποίας στηριζόταν η άρνηση του.

Ο εναγόμενος ΟΠΑΠ με την από 13-7-2004 απαντητική επιστολή του προς τον ενάγοντα ανέφερε τα εξής: "Σε απάντηση της από 18-6-2004 αιτήσεως σας, σας ενημερώνουμε ότι η ΟΠΑΠ Α.Ε υποχρεούται να εφαρμόσει την ισχύουσα για την εταιρεία μας νομοθεσία και ειδικότερα το άρθρο 10 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του ΓΕΝΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΩΝ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ (κοινή Υπουργική απόφαση 29159/ΦΕΚ, 1427/2000) και ως εκ τούτου σας εξόφλησε το ένα από τα έξι δελτία, όπως ειδικότερα ορίζεται και προβλέπεται".

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού προβλέπεται ότι "η συμμετοχή των παικτών στα παιχνίδια στοιχημάτων προκαθορισμένης απόδοσης είναι ελεύθερη υπό τον όρο της πλήρους και ανεπιφύλακτης εκ μέρους των συμμετεχόντων αποδοχής των διατάξεων του σχετικού υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου του Νόμου 2433/1996, του Προεδρικού Διατάγματος 250/1998, του Παρόντος Γενικού Κανονισμού, του ειδικού Κανονισμού Διεξαγωγής που τίθεται από τον ΟΠΑΠ για κάθε "Παιχνίδι Στοιχημάτων Προκαθορισμένης Απόδοσης" καθώς και των ειδικών όρων και προϋποθέσεων που θέτει για το σκοπό αυτό κάθε φορά ο ΟΠΑΠ.".

Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι αποδείχθηκε ότι στα επίδικα δελτία, που κατέθεσε ο ενάγων, περιγράφονται με σαφήνεια οι όροι συμμετοχής στο διαγωνισμό, μεταξύ των οποίων, αναφέρονται τα εξής: "Η συμμετοχή στους διαγωνισμούς παιχνιδιών στοιχημάτων προϋποθέτει την πλήρη, απόλυτη και ανεπιφύλακτη αποδοχή των διατάξεων της σχετικής Νομοθεσίας, του Κανονισμού Λειτουργίας Παιχνιδιών Στοιχημάτων Προκαθορισμένης Απόδοσης, του Κανονισμού Διεξαγωγής του εκάστοτε παιχνιδιού, καθώς επίσης και των όρων που αναφέρονται στο Έντυπο Προγράμματος.

Ο στοιχηματισμός επιτρέπεται μέχρι και 10 λεπτά πριν την έναρξη του πρώτου χρονικά διεξαγόμενου γεγονότος από τα γεγονότα επιλογής του παίκτη. Η τιμή της στήλης είναι 0,30 ΕΥΡΩ και στα κέρδη πάνω από 146,74 ΕΥΡΩ ανά στήλη επιβάλλεται φόρος 5%. Μέγιστο ποσό στοιχηματισμού ανά δελτίο ορίζεται σε 29.347,03 ΕΥΡΩ. Μέγιστο καταβαλλόμενο κέρδος ανά δελτίο ορίζεται σε 733.675,72 ΕΥΡΩ.

Το δελτίο είναι έγκυρο μόνο εάν σε αυτό έχει τυπωθεί το γράμμα Ε ακολουθούμενο από ημερομηνία-ώρα και κωδικό αριθμό. Ακύρωση δελτίου μπορεί να γίνει μέχρι 5 λεπτά μετά την επικύρωση του δελτίου και από την ίδια Τερματική Μηχανή Πρακτορείου. Τα κέρδη εισπράττονται από οποιοδήποτε πρακτορείο, εκτός εάν υπερβαίνουν το ισχύον όριο, οπότε καταβάλλονται από τις τράπεζες με τις οποίες συνεργάζεται ο ΟΠΑΠ.

Δεν καταβάλλεται κέρδος σε περίπτωση απώλειας του κερδίζοντος δελτίου. Κέρδη που δεν ζητήθηκαν παραγράφονται μετά την πάροδο 3 μηνών. Προθεσμία υποβολής ένστασης 6 μέρες από την ημερομηνία λήξης του διαγωνισμού. Ο παίκτης με την κατάθεση του δελτίου στο πρακτορείο, αποδέχεται τα παραπάνω σαν δεσμευτικά.

Αναλυτική πληροφόρηση μπορεί να δοθεί από τον πράκτορα". Επιπροσθέτως, στο πρόγραμμα του παιχνιδιού, το οποίο έλαβε ο ενάγων από το πιο πάνω πρακτορείο, αναφέρονται οι όροι συμμετοχής, και συγκεκριμένα: "Η συμμετοχή στους διαγωνισμούς παιχνιδιών στοιχημάτων προϋποθέτει την πλήρη, απόλυτη και ανεπιφύλακτη αποδοχή των διατάξεων της σχετικής Νομοθεσίας, του Κανονισμού Λειτουργίας Παιχνιδιών Στοιχημάτων Προκαθορισμένης Απόδοσης, του Κανονισμού Διεξαγωγής του εκάστοτε παιχνιδιού, καθώς και επίσης και των όρων που αναφέρονται στο Έντυπο Προγράμματος ....

Μέγιστο ποσό στοιχηματισμού ανά δελτίο ορίζεται σε 29.347,03 ΕΥΡΩ. Μέγιστο καταβαλλόμενο κέρδος ανά δελτίο ορίζεται σε 733.675,72 ΕΥΡΩ...Ο παίκτης με την κατάθεση του δελτίου στο πρακτορείο, αποδέχεται τα παραπάνω σαν δεσμευτικά. Αναλυτική πληροφόρηση μπορεί να δοθεί από τον πράκτορα". Επίσης, οι ισχύοντες όροι και κανόνες παιχνιδιού αναλυτικά περιγράφονται και σε ειδικό έντυπο με τον τίτλο "Τα πάντα για το ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ" που έχει διανεμηθεί σ’ όλους τους πράκτορες με σκοπό την εκ μέρους των τελευταίων διανομή του σε όλους τους παίκτες του ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ, στο οποίο (έντυπο) γίνεται ρητή αναφορά σε όλο το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο.

Ειδικότερα, η "ειδική διαδικασία αποδοχής στοιχήματος" του άρθρου 5 του ως άνω Κανονισμού ορίζεται στο σχετικό ειδικό έντυπο "Τα πάντα για το ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ", που παρέλαβε ο ενάγων από το πιο πάνω πρακτορείο του Ο.Π.Α.Π και προβλέπει ότι, σε περίπτωση που το ποσό που στοιχηματίζεται ξεπερνά ένα ορισμένο όριο, πρέπει να τηρηθεί μία ειδική διαδικασία έγκρισης που συνίσταται στη διαπραγμάτευση των στοιχείων του στοιχήματος αυτού, με απώτερο στόχο την επίτευξη συμφωνίας και τελικά την επικύρωση ενός νέου στοιχήματος-προϊόντος της διαπραγμάτευσης.

Δηλαδή, το προς επικύρωση δελτίο του στοιχήματος αυτού δεν απορρίπτεται χωρίς άλλο, αλλά ο Ο.Π.Α.Π. απαιτεί τη διαπραγμάτευση των στοιχείων επιλογής του δελτίου με τον παίκτη μέσω του πράκτορα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στα στοιχήματα προκαθορισμένης απόδοσης του Ο.Π.Α.Π, όπως και το εν λόγω παιχνίδι "ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ", που περιλαμβάνει ποδοσφαιρικούς αγώνες, οι αποδόσεις τους καθορίζονται εκ των προτέρων από τον Ο.Π.Α.Π.

Οι αρχικές αποδόσεις γνωστοποιούνται στους παίκτες πριν από την έναρξη της διεξαγωγής του παιχνιδιού, ενώ, στην πορεία εξέλιξης του μπορεί να τροποποιηθούν, πλην όμως, σε κάθε περίπτωση, ο παίκτης με την κατάθεση του στοιχήματος του, γνωρίζει εκ των προτέρων το ποσό που θα κερδίσει, εφόσον επαληθευθούν οι προβλέψεις του, χωρίς να χρειάζεται να περιμένει το τέλος του διαγωνισμού.

Η συμπλήρωση από έναν παίκτη ή ομάδα παικτών περισσοτέρων δελτίων συμμετοχής, χωρίς, μάλιστα κανέναν περιορισμό ως προς το περιεχόμενο ή το είδος των εμπεριεχομένων σε αυτά επιλογών στο ίδιο ή σε διαφορετικά πρακτορεία, ακόμη και σε διαφορετικές πόλεις της Ελλάδας, είναι, κατ’ αρχήν, επιτρεπτή, όπως προκύπτει από τον πιο πάνω κανονισμό λειτουργίας στοιχημάτων προκαθορισμένης αποδόσεως του ΟΠΑΠ και το ειδικό έντυπο οδηγιών, που διανέμεται στους παίκτες.

Όμως με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. β’ του κανονισμού ρυθμίζεται συγκεκριμένη απαγορευμένη συμπεριφορά του παίκτη, ανεξαρτήτως εγνωσμένης δεινότητας ή ειδικών γνώσεων, που συνίσταται στην περίπτωση της πολλαπλής κατάθεσης δελτίων συμμετοχής στο ίδιο ή περισσότερα πρακτορεία με σκοπό την παράκαμψη της ειδικής διαδικασίας αποδοχής (αρθρ. 5 , του κανονισμού) με τον παίκτη και την υπέρβαση του ανωτάτου ορίου κέρδους των 250.000.000 δραχμών ανά δελτίο.

Δηλαδή, όταν, παρότι συντρέχουν λόγοι ειδικής συμφωνίας με τον παίκτη, που συνίσταται στη διαπραγμάτευση για την τροποποίηση οποιωνδήποτε επιλογών του (όπως στην περίπτωση υπέρβασης των ορίων στοιχηματισμού ή του κέρδους), αυτός αποδειχθεί ότι, μετερχόμενος μεθόδων τέτοιων που εμποδίζουν ή δεν επιτρέπουν στον εναγόμενο (ΟΠΑΠ) να κινήσει τη διαδικασία σύναψης ειδικής συμφωνίας, ενεργεί κατά καταστρατήγηση των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 2 και 10 παρ.2 του κανονισμού, στην περίπτωση αυτή ο ΟΠΑΠ δικαιούται να ορίζει ως συνολικό άθροισμα κερδών το μέγιστο κέρδος των 250.000.000 δρχ.

Ο εναγόμενος (Ο.Π.Α.Π), σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του "Γενικού Κανονισμού λειτουργίας παιχνιδιών στοιχημάτων προκαθορισμένης απόδοσης του Ο.Π.Α.Π. A.E.", διατηρεί χωρίς υποχρέωση αιτιολόγησης της απόφασης του το δικαίωμα του ανά πάσα στιγμή αποδοχής ή μη αποδοχής οποιουδήποτε στοιχήματος, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, εφόσον κατά την κρίση του Ο.Π.Α.Π.

διαπιστωθεί ότι συντρέχουν λόγοι ειδικής συμφωνίας με τον παίκτη ισχύει ειδική διαδικασία αποδοχής, που συνίσταται στη διαπραγμάτευση για την τροποποίηση οποιωνδήποτε επιλογών του παίκτη. Στην κρινοσιολογούμενη περίπτωση ο ενάγων, ο οποίος επί σειρά ετών συμμετείχε στο παιχνίδι "ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ", είχε λάβει γνώση, ως έμπειρος παίχτης, με τη συμπλήρωση του κάθε δελτίου, τους έντυπους όρους συμμετοχής, μεταξύ των οποίων, ότι το μέγιστο προσδοκώμενο κέρδος ανά δελτίο συμμετοχής είναι το ποσό των 733.675,72 ευρώ (250.000.000 δρχ.), αποδεχόμενος δε με την κατάθεση του δελτίου όλους τους όρους της σχετικής νομοθεσίας και τους όρους του Κανονισμού.

Προέβη δε στις πιο πάνω συγκεκριμένες επιλογές του με προϋπολογισμένη απόδοση στο όριο του μέγιστου επιτρεπτού και αποδιδόμενου από τον ΟΠΑΠ κέρδους ανά δελτίο, γνωρίζοντας κατόπιν υπολογισμών του, ως έμπειρου παίκτη, τις ακριβείς αποδόσεις των όμοιων κατατιθεμένων δελτίων και ότι κάθε δελτίο, σε περίπτωση επιτυχίας, θα του επέφερε το ανώτατο προβλεπόμενο κέρδος.

Έτσι ο ενάγων μονολότι γνώριζε ότι, σε περίπτωση επαλήθευσης των επιλογών του, το κέρδος ανά δελτίο, θα ήταν το ποσό [ (0,30 ευρώ -αξία της στήλης)- Χ (5,00 Χ 3,30 Χ 6,25 Χ 3,30 Χ 5,00 Χ 4,75 Χ 4,25 Χ 3,00 Χ 2,10 Χ 3,30) = το γινόμενο των προκαθορισμένων αποδόσεων κάθε αγώνα Χ 5 -επιλεγμένος πολλαπλασιαστής-] = 1.071.213,70 ευρώ, ανέμενε ότι θα εισπράξει μόνο τo μέγιστο επιτρεπόμενο ανά δελτίο κέρδος (733.675,72 ευρώ), αφού γνώριζε ότι δεν δικαιούταν κέρδος μεγαλύτερο αυτού.

Εξάλλου, αυτός (ενάγων) ουδέποτε θεώρησε ότι δικαιούται το πέραν του ανώτατου ανά δελτίο κέρδους ποσό, για το οποίο θα απαιτούνταν, όπως γνώριζε, να τηρηθεί η ειδική διαδικασία έγκρισης, την εφαρμογή της οποίας δεν ζήτησε από τον ΟΠΑΠ, με αποτέλεσμα τα εν λόγω δελτία να γίνουν αποδεκτά από το σύστημα του Ο.Π.Α.Π.

και να εισπράξει για το ένα δελτίο μόνο το ανώτατο κέρδος, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του Γενικού Κανονισμού. Η επιλογή από τον ενάγοντα του πιο πάνω τρόπου συμμετοχής του, με τη συμπλήρωση δηλαδή των ίδιων επιλογών σε έξι όμοια δελτία (αξίας 1,5 ευρώ το καθένα), αντί σε ένα δελτίο (αξίας εννέα ευρώ) έγινε εν γνώσει του ότι το ανώτατο όριο κέρδους ανά δελτίο ανέρχεται στο ποσό των 733.633,72 ευρώ και ότι με τον τρόπο παιχνιδιού που επέλεξε να παίξει μπορούσε να το υπερβεί αποφεύγοντας την πιο πάνω ειδική διαδικασία έγκρισης.

Έτσι, απέβλεπε ότι, στην περίπτωση κατά την οποία θα έχει επιτυχία, τα δελτία συμμετοχής να μην εμφανίζονται ως ενιαίο δελτίο, με αποτέλεσμα να έχει περισσότερα κέρδη, δηλ. να κερδίσει το εξαπλάσιο του μέγιστου καταβαλλόμενου κέρδους ανά δελτίο, κατά καταστρατήγηση του ανωτάτου ορίου κέρδους ανά δελτίο.

Συνεπώς, ο ενάγων γνώριζε, ως έμπειρος παίκτης, ότι με τη συμπλήρωση όλων των επιλογών του σε ένα δελτίο (αξίας εννέα ευρώ), αντί των έξι δελτίων (αξίας 1,50 ευρώ το καθένα), θα εισέπραττε άπαξ τo αναγραφόμενο στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 10 του κανονισμού μέγιστο κέρδος ανεξαρτήτως ποια θα ήταν η συνολική απόδοση κερδών.

Δοθέντος ότι, στην περίπτωση κατά την οποία συμπλήρωνε όλες τις επιλογές του σε ένα δελτίο (αξίας εννέα ευρώ), ο ενάγων δεν θα μπορούσε να εισπράξει το συνολικό ποσό των 4.402.054,32 ευρώ (που αιτείται ο ενάγων), αλλά θα εισέπραττε μόνο το ανώτατο ποσό κέρδους 733.675,72 ευρώ (άρθρο 10 εδ α του κανονισμού) ανεξαρτήτως από τη συνολική απόδοση κερδών, αφού τούτο (δελτίο) δεν θα γινόταν αποδεκτό από τον ΟΠΑΠ, γιατί θα έπρεπε να τηρηθεί εκ μέρους του ενάγοντος ειδική διαδικασία διαπραγμάτευσης (άρθρο 5) από τον OΠAΠ, γεγονός που αναφέρεται στο διανεμηθέν σ’ αυτόν έντυπο, το περιεχόμενο του οποίου ο ενάγων είχε λάβει γνώση.

Ενόψει αυτών συνάγεται ότι ο ενάγων γνώριζε ότι οι επιλογές του σε έξι όμοια δελτία θα είχαν υψηλές αποδόσεις κα θα έπρεπε να υποβληθεί στην ειδική διαδικασία διαπραγμάτευσης με τον ΟΠΑΠ μέσω του πράκτορα του. Ο ενάγων, όμως, προκειμένου να αποφύγει την ειδική διαδικασία διαπραγμάτευσης με; τον εναγόμενο (ΟΠΑΠ) και να πετύχει την είσπραξη του μέγιστου κέρδους ανά δελτίο επί έξι φορές, μετήλθε της συγκεκριμένης πρακτικής για να υπερβεί και να πολλαπλασιάσει το γνωστό σ’ αυτόν ανώτατο όριο κέρδους ανά δελτίο και συγκεκριμένα αφού επέλεξε το ανώτατο όριο επιλογής αγώνων (10) θέτοντας μέχρι ένα (1) σημείο έκβασης για κάθε αγώνα και έναν πολλαπλασιαστή, επανέλαβε τις ίδιες ακριβώς επιλογές σε έξι (6) δελτία συμμετοχής, καθένα από τα οποία του έδινε ως απόδοση το ανώτατο κέρδος, διεκδικώντας το ανώτατο αυτό κέρδος επί έξι φορές.

Τα πιο πάνω δελτία συμμετοχής, που έπαιξε ο ενάγων, έγιναν, όπως προαναφέρθηκε, αποδεκτά ως έγκυρα από το κεντρικό μηχανογραφικό σύστημα του Ο.Π.Α.Π., προϋπόθεση απαραίτητη για την εφαρμογή του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. β’ του Κανονισμού. Η δε αποδοχή και μόνο των δελτίων από το σύστημα και μη εξ αρχής απόρριψη των δελτίων από το σύστημα του εναγομένου (ΟΠΑΠ) δεν μπορεί να θεμελιώσει το σύννομο της πιο πάνω συμμετοχής του ενάγοντος στο παιχνίδι.

Εξάλλου δυνατότητα ελέγχου εκ μέρους του ΟΠΑΠ στο στάδιο αυτό, προκειμένου να ζητηθεί από τον τελευταίο, η τήρηση "ειδικής διαδικασίας αποδοχής του στοιχήματος" του συμμετέχοντος παίκτη, είναι εφικτή μόνο στην περίπτωση που ένας παίκτης επιχειρήσει να υπερβεί τα όρια με ένα δελτίο, οπότε στην περίπτωση αυτή θα προσκρούσει ευθέως στις απαγορεύσεις και για να το πετύχει θα πρέπει να τηρήσει την ειδική διαπραγμάτευση προς επίτευξη ειδικής συμφωνίας.

Όμως, στην περίπτωση που ένας παίκτης, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων, επιχειρήσει να υπερβεί τα όρια με την κατάθεση πολλών ομοίων δελτίων, η δυνατότητα ελέγχου εκ μέρους του εναγομένου (ΟΠΑΠ) είναι περιορισμένη, λαμβανομένου υπόψη του τεράστιου όγκου των κατατιθεμένων δελτίων και του κατά κανόνα ανωνύμου αυτών.

Στη συνέχεια, όμως, μετά το πέρας της διεξαγωγής του παιχνιδιού, που τα κερδίζοντα δελτία είναι λιγότερα από τα κατατιθέμενα δελτία και καθίστανται γνωστοί οι κερδίσαντες παίκτες, ο εναγόμενος (ΟΠΑΠ) έχει στη διάθεση του περισσότερα στοιχεία, προκειμένου να ελέγξει, κατά περίπτωση, αν έχουν καταστρατηγηθεί τα όρια και η ειδική διαδικασία διαπραγμάτευσης επιβάλλοντας, όπως έχει δυνατότητα, το ανώτατο προβλεπόμενο κέρδος.

Κατ’ ακολουθίαν των προαναφερομένων η απαγόρευση καταστρατήγησης του ανώτατου ορίου με την κατάθεση περισσότερων, όμοιων δελτίων ήταν γνωστή στον ενάγοντα, ο οποίος είχε λάβει γνώση, σχετικά, όπως προαναφέρθηκε, από το ειδικό έντυπο και είχε τη δυνατότητα, σε κάθε περίπτωση, να λάβει γνώση από τον κανονισμό, που είχε δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης και είχε αναρτηθεί στο διαδίκτυο.

Μετά από αυτά πληρούνται οι όροι εφαρμογής του εδ.β’ της παρ. 1 του άρθρου 10 σε συνδυασμό με το άρθρο5 του Γενικού Κανονισμού, αφού ο ενάγων μετήλθε την πιο πάνω πρακτική με σκοπό την καταστρατήγηση της ειδικής συμφωνίας που σχετίζεται με το ανώτατο όριο κέρδους. Δοθέντος, ότι, επέλεξε εν γνώσει του τους συγκεκριμένους ποδοσφαιρικούς αγώνες με την ανάλογη προβλεπόμενη απόδοση αλλά και το συγκεκριμένο τρόπο συμμετοχής του στο παιχνίδι, επιμερίζοντας το ποσό στοιχηματισμού των ίδιων αγώνων σε περισσότερα δελτία αφενός και το προσδοκώμενο από το ίδιο στοίχημα κέρδος (καθ’ υπέρβαση του ανωτάτου) σε περισσότερα πανομοιότυπα δελτία αφετέρου.

Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγομένου και των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαινουσών, που προτάθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με λόγο των εφέσεων τους ότι, ο ενάγων δικαιούται μόνο το μέγιστο επιτρεπόμενο κέρδος του ενός δελτίου, δηλαδή 733.675,72, ευρώ, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 10 και 5 του Γενικού Κανονισμού Λειτουργίας Παιχνιδιών Στοιχημάτων Προκαθορισμένης Απόδοσης (κοινή Υπουργική Απόφαση 29159 ΦΕΚ 1427/2000), είναι βάσιμος.

Συνεχίζει, περαιτέρω το Εφετείο, ότι ο ενάγων, που έλαβε μέρος στο πιο πάνω παιχνίδι "ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ" του εναγομένου στις 9 Ιουνίου 2004, απέβλεψε, όπως προαναφέρθηκε, με τον ως άνω επιλεγέντα τρόπο παιχνιδιού στην ανάληψη του κέρδους από το σύνολο των έξι πανομοιότυπων δελτίων, κατά παράβαση των σχετικών κανόνων του παιχνιδιού, υπερβαίνοντας τα συμβατικά όρια της σχέσης του με τον εναγόμενο σε βάρος του τελευταίου, υποχρεώνοντας δε αυτόν σε υπέρβαση του ανώτατου καταβαλλόμενου κέρδους.

Με την πιο πάνω συμπεριφορά του ο ενάγων επεδίωκε να παρακάμψει την ειδική διαδικασία του άρθρου 5 του κανονισμού προσδοκώντας στη μεγιστοποίηση των κερδών του με την ανάληψη τέτοιων (κερδών), κατά καταστρατήγηση του ορίου του μέγιστου καταβαλλόμενου κέρδους, που συμβατικά είχε αποδεχτεί μέσα στα όρια δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του από την συμμετοχή του στο παιχνίδι.

Το γεγονός αυτό αποστέρησε από τον εναγόμενο τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης των όρων συμμετοχής του ενάγοντα-παίκτη στο παιχνίδι και τη δυνατότητα, της εκ μέρους του λήψης απόφασης του κατά πόσον οι νέοι όροι που προτείνονται από τον παίκτη είναι αποδεκτοί, ώστε με την αποδοχή τους να καταρτιστεί η σχετική σύμβαση.

Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο εναγόμενος σε απάντηση της πιο πάνω δεν αρνήθηκε μονομερώς και χωρίς ειδικό λόγο την απόδοση κερδών στον ενάγοντα, αλλά απέδωσε σ’ αυτόν, κατ’ εφαρμογή των σχετικών όρων (αρθρ. 10 παρ. 1 του κανονισμού), το νόμιμο κέρδος δελτίου. Η δε διάταξη του εδαφίου 2 της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του κανονισμού δεν συνιστά περιορισμό αυτής της συμβατικής υποχρέωσης του πρώτου εδαφίου, αλλά ρύθμιση προστασίας και εφαρμογής της, σε περίπτωση που αντισυμβαλλόμενοι συμμετέχοντες με συμπεριφορές και πρακτικές αντικείμενες στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη προσπαθούν να την παρακάμψουν.

Δηλαδή με τον πιο πάνω όρο δεν εισάγεται μονομερής περιορισμός των επιτευχθέντων κερδών του παίχτη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, διότι τα κέρδη του προήλθαν από την ως άνω συμπεριφορά του, οι προϋποθέσεις συνδρομής της οποίας με σαφή, ορισμένο και κατανοητό τρόπο περιγράφονται στην εν λόγω διάταξη.

Επίσης, με τον πιο πάνω όρο δεν προβλέπεται λύση της σύμβασης συμμετοχής στο παιχνίδι, ούτε και τροποποίηση της σύμβασης, διότι περιεχόμενο αυτής είναι η παροχή από το συμβαλλόμενο εναγόμενο οργανισμό του μέγιστου ποσού κέρδους ανά δελτίου κατά τους αναφερόμενους ειδικότερους όρους. Ο δε εναγόμενος (ΟΠΑΠ) στην περίπτωση εφαρμογής του εδαφίου 2 του άρθρου 10, όπως στην κρινόμενη περίπτωση, δεν υπαναχώρησε από ανειλημμένη συμβατική του υποχρέωση, αλλά αντίθετα εκπλήρωσε αυτή καταβάλλοντας στο συμμετέχοντα το μέγιστο κέρδος για ένα δελτίο.

Περαιτέρω, οι πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 5 του κανονισμού δεν συνιστούν, κατά την έννοια του στοιχείου ε’ του άρθρου 2 παράγραφος 7 του Ν.2251/1994, μονομερή τροποποίηση ή λύση της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο. Διότι, στην περίπτωση της παρ.1 του άρθρου 5 δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός μεταξύ των μερών, αφού ο μεν συμμετέχων προτείνει τη σύναψη της σύμβασης ο εναγόμενος Οργανισμός όμως δεν αποδέχεται αυτή και συνεπώς δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του Ν. 2251/1994.

Στη δε περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 5 του πιο πάνω κανονισμού προβλέπεται ειδική διαδικασία διαπραγμάτευσης, προκειμένου να συναφθεί η σύμβαση συμμετοχής παίκτη στο παιχνίδι, καθορίζοντας τους όρους της σύμβασης τους οποίους ο εναγόμενος οργανισμός δύναται να αποδεχθεί ή να απορρίψει, εφόσον βέβαια αυτοί οι όροι αποκλίνουν των βασικών όρων συμμετοχής που προδιαγράφονται στον Κανονισμό για την συμμετοχή στο παιχνίδι.

Συνεπώς η συμβατική σχέση που ιδρύεται στην πιο πάνω περίπτωση (παρ. 2 του άρθρου 5 του κανονισμού) με τη συμμετοχή ενός παίκτη στο παιχνίδι του στοιχήματος δεν διέπεται από προδιατυπωμένους γενικής ισχύος συμβατικούς όρους (Γενικούς Όρους Συναλλαγών), τους οποίους αποδέχεται ο παίκτης ως σύνολο μη έχοντας δυνατότητα διαπραγμάτευσης και διαμόρφωσης αυτών, αλλά είναι αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης, μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, των όρων που αποκλίνουν των βασικών όρων συμμετοχής που προδιαγράφονται στον Κανονισμό για τη συμμετοχή στο παιχνίδι.

Εξάλλου, τούτο (η εφαρμογή του άρθρου 5) επιβάλλεται από το συμφέρον του εναγομένου που έγκειται στην ομαλή διεξαγωγή του παιχνιδιού προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων όλων των παιχτών και τη διαφύλαξη της οικονομικής βιωσιμότητας του ίδιου του στοιχήματος, λαμβανομένου υπόψη ότι τα μη διανεμόμενα κέρδη διοχετεύονται στην επιχορήγηση και χρηματοδότηση κοινωφελών δράσεων και σε τομείς άσκησης κρατικής πολιτικής (αρθρ. 5 ΠΔ 250/1997).

Προς ενίσχυση αυτών, πρέπει να σημειωθεί ότι, στο πιο πάνω παιχνίδι προκαθορισμένης απόδοσης, όπου αποκλειστικό κριτήριο επιτυχίας των επιλογών ενός παίχτη δεν είναι ο παράγοντας της τύχης, αλλά το ότι οι συγκεκριμένες επιλογές ενός παίχτη εμπεριέχουν ένα βαθμό προβλεψιμότητας με βάση την πληροφόρηση, την καλή εκτίμηση αυτών για κάθε αθλητικό γεγονός, την εμπειρία με την μακροχρόνια ενασχόληση του, η αποκόμιση, σε περίπτωση επιτυχίας, κατά παράκαμψη των σχετικών κανόνων του παιχνιδιού, τεραστίων κερδών θα οδηγούσε σε ριζική ανατροπή των οικονομικών θεμελίων της σύμβασης συμμετοχής σε βάρος του ΟΠΑΠ με επαχθείς συνέπειες σε βάρος όχι μόνο του κοινωφελούς προορισμού της διοργάνωσης του, αλλά και σε βάρος των άλλων συμμετασχόντων παικτών.

Την επέλευση αυτού του κινδύνου αποσκοπεί να αποτρέψει ο εν λόγω όρος (άρθρο 5) ίου κανονισμού του εναγομένου, προκειμένου να διαφυλάξει το δημόσιο συμφέρον, που ο εναγόμενος είναι ταγμένος να προφυλάσσει στο χώρο των μαζικών παιχνιδιών προκαθορισμένης ή μη απόδοσης. Επίσης, για τη διαχείριση κινδύνου του παιχνιδιού υπάρχουν περιορισμοί όχι μόνον στο ανώτατο όριο κέρδους και στην υποβολή πολλαπλών ίδιων δελτίων αλλά και στο ύψος του στοιχηματισμού, δηλαδή στο δικαίωμα του διοργανωτή να δέχεται ποσά στοιχηματισμού πάνω από ένα συγκεκριμένο όριο, ήτοι του ποσού των 10.000.000 δραχμών ή 29.347,03 ευρώ....

Έτσι οι εν λόγω διατάξεις του Κανονισμού, που προσβάλλονται ως καταχρηστικές δεν συνιστούν απόκλιση από ρυθμίσεις ενδοτικού δικαίου κατά τρόπο που να διαταράσσεται η συμβατική ισορροπία μεταξύ καταναλωτή και προμηθευτή. Αντιθέτως, οι σχετικές διατάξεις όχι μόνο δεν συνιστούν απόκλιση, αλλά έχουν τεθεί ακριβώς για να προφυλαχθεί το καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη από τυχόν αντισυμβατικές και καταχρηστικές συμπεριφορές που διαταράσσουν την μεταξύ τους συμβατική ισορροπία.

Ενόψει των προαναφερομένων οι πιο πάνω όροι δεν είναι καταχρηστικοί, κατά τις διατάξεις του Ν. 2251/1994, καθόσον αυτοί είναι σαφείς, κατανοητοί, ορισμένοι τόσο στον κανονισμό του εναγομένου όσο και στα δελτία συμμετοχής στο πιο πάνω παιχνίδι και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, σε βάρος του ενάγοντος, ούτε περιορίζουν ή αποκλείουν υπέρμετρα την ευθύνη του εναγομένου, ούτε επιφυλάσσουν σ’ αυτόν το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης ούτε παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας.

Μετά από αυτά πρέπει η αγωγή ως προς την επικουρική της βάση που είναι νόμιμη στηριζόμενη στις προαναφερθείσες σε νομική σκέψη διατάξεις να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τις εφέσεις της εναγομένης και των προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαινουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσείοντος, απέρριψε αυτήν με την οποία, εξέθετε, ότι, ενώ είχε λάβει μέρος στο παιχνίδι "ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ" με έξι ξεχωριστά δελτία συμμετοχής, στα οποία έπαιξε τον ίδιο συνδυασμό ομάδων, που είχαν επιτυχία και κέρδος το καθένα το ανώτατο ποσό των 733.675,72 ευρώ και συνολικά το ποσό των 4.402.054,32 ευρώ, η πρώτη αναιρεσίβλητη του εξόφλησε το ένα δελτίο και αρνείται αντισυμβατικά την εξόφληση των λοιπών και ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να του καταβάλλει νομιμοτόκως το ποσό των 3.668.378,60 ευρώ.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε τον ισχυρισμό της πρώτης αναιρεσίβλητης και των προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαινουσών, που ερείδετο επί των διατάξεων των άρθρων 5 και 10 του "Γενικού Κανονισμού Λειτουργίας Παιχνιδιών Στοιχημάτων Προκαθορισμένης Απόδοσης", σύμφωνα με τον οποίο αυτή εδικαιούτο να ορίσει ως συνολικό άθροισμα κερδών του αναιρεσείοντος το ποσό των 250.000.000 δραχμών (733,675,72 ευρώ), διότι αποδεδειγμένα διαπιστώθηκε ότι αυτός με τη συμπλήρωση των άνω έξι δελτίων με όμοιες προβλέψεις ενήργησε κατά καταστρατήγηση των διατάξεων αυτών, αφού έτσι επήλθε υπέρβαση των ανώτατων ορίων κέρδους, με αποτέλεσμα να συντρέχουν λόγοι ειδικής συμφωνίας, οπότε έπρεπε να τηρηθεί ειδική διαδικασία αποδοχής, που συνίστατο στη διαπραγμάτευση για την τροποποίηση οποιωνδήποτε επιλογών του, διαλαμβάνοντας επιπλέον για το σκοπό της καταστρατήγησης, ότι είχαν γνωστοποιηθεί σ’ αυτόν από την πρώτη αναιρεσίβλητη οι όροι και οι προϋποθέσεις διεξαγωγής του επίμαχου παιχνιδιού, ότι αυτός γνώριζε, ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι όροι ειδικής συμφωνίας διεξαγωγής του παιχνιδιού, την οποία έπρεπε προηγουμένως να διαπραγματευθεί με την πρώτη αναιρεσίβλητη και επιπλέον ότι υπήρχε ανώτατο όριο κέρδους ανά δελτίο και απαγορευόταν η υπέρβαση του ορίου αυτού, καθώς και ότι το καθένα από τα έξι δελτία που έπαιξε απέδιδε ανώτατο όριο κέρδους και τέλος ότι με τον τρόπο που έπαιξε ήθελε να λάβει πολλές φορές το ανώτατο ανά δελτίο κέρδος και περαιτέρω το Εφετείο, μετά την παραδοχή του άνω ισχυρισμού των αναιρεσίβλητων περί καταστρατήγησης εκ μέρους του αναιρεσείοντος των άρθρων 5 και 10 του "Γενικού Κανονισμού" και εξαφάνιση κατά τα προαναφερθέντα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, προέβη στην εξέταση του επικουρικά προβληθέντος υπ’ αυτού κατ’ αντένσταση ισχυρισμού, περιλαμβανόμενου καθ’ υποφοράν στην αγωγή του, για την περίπτωση δηλαδή που ήθελε γίνει επίκληση της καταστρατήγησης των άνω διατάξεων, με τον οποίο ισχυριζόταν (ο αναιρεσείων) ότι οι προαναφερόμενοι υπ’ αριθ. 5 και 10 όροι του "Γενικού Κανονισμού" δεν έπρεπε να τύχουν εφαρμογής, διότι είναι καταχρηστικοί, ως αντίθετοι προς τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 στοιχ.β και ε του ν. 2251/1994, καθόσον περιορίζουν τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης, επιφυλάσσοντας σ’ αυτή το δικαίωμα της μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης χωρίς επίκληση ορισμένου ειδικού και σπουδαίου λόγου και σε κάθε περίπτωση, διότι αυτοί αντιτίθενται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών χρηστών ηθών, της συμβατικής ισορροπίας και της διαφάνειας και τον απέρριψε, δεχόμενο (το Εφετείο) ότι οι άνω όροι δεν είναι καταχρηστικοί και ούτε αντιτίθενται στις άνω αρχές.

Σημειωτέον ότι ο προαναφερθείς καταλυτικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, που κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής του προβλήθηκε, πέραν της μορφής της αντένστασης, και ως θεμελιώνων αντίστοιχη αγωγική επικουρική βάση, δεν ερευνήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως άνευ αντικειμένου πλέον μετά την παραδοχή από την πρωτόδικη απόφαση της ένδικης αγωγής κατά την κύρια βάση της όσο στηριζόταν στην ενδοσυμβατική ευθύνη της αναιρεσίβλητης - εναγομένης (ΟΠΑΠ) από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση στοιχήματος χωρίς την παρεμβολή συμπεριφοράς καταστρατήγησης εκ μέρους του αναιρεσείοντος.

Ήδη δε μετά την παραδοχή της έφεσης και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης από την προσβαλλόμενη εφετειακή, ο ίδιος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ερευνήθηκε πλέον αναγκαίως στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 ΚΠολΔ ως επικουρική αγωγική βάση, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα ίδια πραγματικά περιστατικά με τον τρόπο που προβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής είχαν και το χαρακτήρα της αυτοτελούς αντένστασης κατά τα προαναφερθέντα σε σχέση με την ένσταση του ΟΠΑΠ από τις διατάξεις των αρθ.5 και 10 του κανονισμού του.

Με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναιρέσεως και κατά το οικείο σκέλος του, καθώς και με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους αυτής και κατά τα οικεία σκέλη τους, ο αναιρεσείων στο πλαίσιο εφαρμογής των άρθρων 2 παρ.1-3, 6 και 7 περ.β’ και ε’ του Ν.2251/1994 "προστασία των καταναλωτών" σε συνδυασμό με τις αναγκαίως συνεφελκόμενες διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ, προβάλλει την αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο με το να απορρίψει με τις παραπάνω παραδοχές τον προαναφερόμενο περί καταχρηστικότητας ισχυρισμό, που προέβαλε, κατά τα προαναφερόμενα, επικουρικά καθ’ υποφοράν με την αγωγή, κατ’ αντένσταση κατά της καταλυτικής ένστασης της πρώτης εναγομένης και των προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαινουσών και ήδη αναιρεσίβλητων περί καταστρατήγησης εκ μέρους του των διατάξεων 5 και 10 του "Γενικού Κανονισμού", παραβίασε ευθέως τις άνω διατάξεις με εσφαλμένη εφαρμογή, δεχόμενο ότι οι περιεχόμενοι στα άρθρα αυτά, που προβλέπουν το μεν άρθρο 5 ότι: "Ο ΟΠΑΠ διατηρεί χωρίς υποχρέωση αιτιολόγησης της απόφασης του, το δικαίωμα της ανά πάσα στιγμή αποδοχής ή μη αποδοχής οποιουδήποτε στοιχήματος", ότι "εφόσον κατά την κρίση του ΟΠΑΠ διαπιστωθεί ότι συντρέχουν λόγοι ειδικής συμφωνίας με τον παίκτη ισχύει ειδική διαδικασία αποδοχής, που συνίσταται στη διαπραγμάτευση για την τροποποίηση οποιωνδήποτε επιλογών του παίκτη ότι η τελική συμφωνία αποδεικνύεται μέσω εκτύπωσης", το δε άρθρο 10 ότι "Το μέγιστο καταβαλλόμενο ποσό κέρδους ανά δελτίο, είτε αυτό περιέχει έναν είτε πολλούς συνδυασμούς, ορίζεται στο ποσό των 250.000.000 δραχμών ότι "σε περίπτωση κατά την οποία αποδεδειγμένα διαπιστώνεται ότι διενεργήθηκαν από παίκτη ή ομάδα παικτών καταθέσεις "Δελτίων Στοιχήματος" στο ίδιο ή σε διαφορετικά πρακτορεία του ΟΠΑΠ, με σκοπό την παράκαμψη της ειδικής διαδικασίας αποδοχής στοιχήματος του άρθρου 5 του παρόντος, ο ΟΠΑΠ δικαιούται για το σύνολο των κερδιζόντων δελτίων των περιπτώσεων αυτών να ορίσει ως συνολικό άθροισμα κερδών το μέγιστο κέρδος όπως αυτό ορίζεται στο παρόν", είναι έγκυροι και ισχυροί και όχι καταχρηστικοί και δεν αντιτίθενται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, της συμβατικής ισορροπίας και της διαφάνειας.

Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης άπτονται ζητημάτων που, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, γιατί αφορούν όχι μόνο την παρούσα υπόθεση, αλλά ικανό αριθμό παικτών. Ειδικότερα με αυτούς τίθεται το ζήτημα: Εάν το παραπάνω αναφερόμενο περιεχόμενο των όρων 5 και 10 του "Γενικού Κανονισμού" της πρώτης αναιρεσίβλητης, που μετά την κύρωσή του με την ΚΥΑ με αριθ. 29159 ΦΕΚ 1427/2000 έχει κανονιστική ισχύ και οι οποίοι (όροι) θεωρούνται ότι γίνονται συμβατικά αποδεκτοί από τους παίκτες του στοιχήματος με τη συμμετοχή σ’ αυτό δια της συμπλήρωσης σχετικού δελτίου, αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1-3 και 7 περ.β και ε του ν. 2251/1994, καθώς και των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ, ενόψει του ότι πρόκειται περί παιγνίου, όπου το κριτήριο της επιτυχίας του συμμετέχοντος παίκτη δεν είναι η βεβαιότητα (εκτός εάν πρόκειται για εκ των προτέρων δολίως, διαμορφωθέν αποτέλεσμα περί του οποίου δεν πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά η προβλεψιμότητα, που αποκλείει στον κάθε παίκτη τη βεβαιότητα γνώσης ότι θα επιτύχει το ανώτατο όριο κέρδους αλλά και της συμβατικής πρόβλεψης από τους ίδιους όρους, ότι ο κάθε παίκτης μπορεί να συμπληρώσει όσα δελτία επιθυμεί με όμοιες προβλέψεις γεγονός που επιτρέπει στον ΟΠΑΠ να εισπράττει το ποσό συμμετοχής και να μη επικαλείται τις απαλλακτικές υπέρ αυτού ρήτρες όταν δεν επιβεβαιώνονται οι όμοιες προβλέψεις στη δε οριακή περίπτωση επιβεβαίωσης των ιδίων προβλέψεων να επικαλείται τις ίδιες διατάξεις υπέρ αυτού.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα, δεν απετέλεσε αντικείμενο έρευνας της προηγηθείσας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, κατά την έκδοση της υπ’ αριθ. 1251/2010 απόφασης, με την οποία αναιρέθηκε με τον αριθ.19 αρθ.559 ΚΠολΔ η προηγηθείσα υπ’ αριθ. 6377/2007 απόφασή του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που είχε κρίνει ότι δεν συνέτρεξε στην ένδικη περίπτωση συμπεριφορά καταστρατήγησης του αναιρεσείοντος.

Κατ’ ακολουθίαν, με δεδομένο ότι, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 23 § 2 εδαφ. γ και δ του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) προκύπτει ότι στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου υπάγονται: α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου, και β) αιτήσεις αναίρεσης που παραπέμπονται σε αυτή για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας, η δε παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, πρέπει οι άνω λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης να παραπεμφθούν στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και να επιφυλαχθεί το παρόν δικαστήριο για την έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, μεταξύ των οποίων και αυτοί, που ερείδονται στις παραδοχές που αφορούν στο συμβατικό πλαίσιο, μετά την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας επί των παραπεμφθέντων σ’ αυτή λόγων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους αναφερόμενους στο αιτιολογικό τέταρτο, πέμπτο, έκτο και όγδοο λόγους της αίτησης του Θ. Σ. κατά το αντίστοιχο μέρος τους για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5189/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Επιφυλάσσεται να ερευνήσει τους λοιπούς λόγους της αίτησης αυτής μετά την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τους παραπεμφθέντες σ’ αυτή λόγους.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19 Μαΐου 2015

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30 Ιουλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ