Legislator Case Law & Legislation
1062/2014 AI generated

1062/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1062/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1062/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
amendment of the claim amendment of authorisation reduction of benefits postponement of trial modification of maintenance revocable offer
AI generated
247/2014
Supreme Court dismisses appeal on contract termination grounds, ruling the lower court correctly rejected the claim.
1742/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, προκειμένου να αποφανθεί για τη διόρθωση της υπ' αριθ. 772/2022 απόφασης του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, μετά την από 15-6-2022 αίτηση των συμπραττόντων γραφείων μελετών: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, μεταξύ:
1367/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
19/2021
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
1558/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1062 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1062/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: των συνεργαζομένων εταιρειών Μελετών: 1. OBERMEYER PLANEN + BERATEN GmbH, Εταιρείας με έδρα το Μόναχο Γερμανίας, η οποία για τις ανάγκες της παρούσας σύμβασης διατηρεί Υποκατάστημα στην Αθήνα, εκπροσωπούμενη νομίμως από τον Ι. Κ., 2. Υ. ΕΠΕ, Εταιρείας με έδρα το Δήμο Ζωγράφου Αττικής, εκπροσωπούμενη νομίμως από τον Ι. Δ., τα οποία συνεργάζονται για την εκπόνηση της μελέτης με τίτλο "...", οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αντωνίου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ" (ΕΡΓΟΣΕ), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Τζέλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Σεπτεμβρίου 2007 προσφυγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 633/2009 προδικαστική και 5886/2011 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Οκτωβρίου 2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 26 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

κ ατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η διάταξη αυτή, η οποία σκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, έχοντας ως εκ τούτου έντονο τον χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως, δεν αποκλείεται να εφαρμοστεί και επί δικαιωμάτων που πηγάζουν από διατάξεις δημοσίας τάξεως, εφόσον οι γενικά συντρέχουσες περιστάσεις εμφανίζουν τη συμπεριφορά του δικαιούχου, ως υπερακοντίζουσα καταδήλως τα ανωτέρω όρια. Τέτοια δε, δημοσίας τάξεως, διάταξη, που προσπορίζει δικαιώματα, κατά της άσκησης των οποίων μπορεί να αντιταχθεί η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση, είναι και η του άρθρου μόνου παρ. 1 του ν.δ. 2726/1953, με την οποία απαγορεύεται και κηρύσσεται άκυρη κάθε συμφωνία περί μειώσεως της νόμιμης αμοιβής μηχανικών όπως αυτής που έχει καθοριστεί με το πδ 696/74, όπως το τελευταίο έχει τροποποιηθεί με το πδ 515/89 (ΑΠ 1413/2006 ΑΠ 1257/2002). Εξάλλου, για το παραδεκτό της ενστάσεως αυτής πρέπει όχι μόνο να εκτίθενται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση, αλλά απαιτείται, συγχρόνως, να γίνεται επίκληση της κατάχρησης και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή (Ολ. ΑΠ 472/1983 ΑΠ 2009/90).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πληρότητα της ένστασης, όπως και της αντένστασης, που προβάλλεται προς κατάλυση της ένστασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν όλα τα θεμελιωτικά γεγονότα, που επιφέρουν, ως έννομη συνέπεια, την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης για το συγκεκριμένο λόγο (Ολ. ΑΠ 472/1983). Το αίτημα αυτό είναι δυνατόν να καλυφθεί από το περιεχόμενο, κατά κανόνα στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα του ενισταμένου ή αντενιστάμενου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης ή αντένστασης. (ΑΠ 1357/10, ΑΠ 496/07).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ. ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/09) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται, μέσω του λόγου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/08, ΑΠ 558/08). Μέσω του παραπάνω, από το αρθ.559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/08), των προσθέτων λόγων έφεσης (καθώς και το παραδεκτό) των ανακοπών (αρθ 583 επ, 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των πρόσθετων λόγων αυτών.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τις αναιρεσείουσες η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν κήρυξε (απέρριψε) απαράδεκτη την, από την αναιρεσίβλητη προβληθείσα, ένσταση καταχρηστικής άσκησής της με την ένδικη προσφυγή αυτών (αναιρεσειόντων), ασκουμένης από τις διατάξεις του ν. 1418/84 και του πδ/τος 696/74 αξίωσής τους, δεχθείσα παραδεκτή προβολή αυτής με τις από 5-2-08 προτάσεις της πρώτης συζήτησης χωρίς όμως να γίνεται αφενός επίκληση των θεμελιωτικών αυτής πραγματικών περιστατικών και αφετέρου να διατυπώνεται σχετικό αίτημα απόρριψης της αγωγής για το λόγο αυτό, της καταχρηστικής δηλαδή, άσκησης.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των πρωτοδίκων, κατά την πρώτη συζήτηση της ένδικης προσφυγής, κατατεθεισών (από 5-2-08) προτάσεων της αναιρεσίβλητης, στις οποίες εκτίθεται ότι "...πρέπει ν' απορριφθεί η προσφυγή των αντιδίκων διότι επί της ουσίας καταχρηστικώς ζητείται η de facto τροποποίηση της διακήρυξης, της σύμβασης και της εγγραφής υποχρεώσεων αφού, υιοθέτηση και παραδοχή των απόψεών τους, θα παραβίαζε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, του υγιούς ανταγωνισμού και της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζομένων και θα είχε δυσμενείς συνέπειες στα συμφέροντά μας καθώς και των λοιπών συμμετεχόντων μελετητών...

Οι αντίδικοι, παρόλο που εγνώριζαν εκ των προτέρων τον όρο της κατ' αποκοπή αμοιβής, ούτε ζήτησαν σχετικές διευκρινήσεις ούτε διατήρησαν επιφύλαξη ως προς αυτόν ούτε, τέλος, προσέφυγαν κατ' αυτού αμφισβητούντες τη νομιμότητά του, συμμετείχαν δε στο διαγωνισμό ανεπιφύλακτα, καθισταμένου σαφές απ' όλους ότι καταχρηστικώς στρέφονται οι ανάδοχοι κατά της ΕΡΓΑ ΟΣΕ προβάλλοντας τις ένδικες απαιτήσεις τους οι οποίες είναι καταχρηστικές" προκύπτει αφενός η επίκληση όλων των από τις διατάξεις των άρθρων 262 και 281 ΑΚ απαιτουμένων για τη θεμελίωση της, από την τελευταία απορρέουσας ένστασης στοιχείων τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, στήριζαν την νομική βασιμότητά της, και αφετέρου η με τη διατύπωση "πρέπει ν' απορριφθεί η προσφυγή των αντιδίκων διότι καταχρηστικώς ζητείται η de facto τροποποίηση της διακήρυξης και...

καταχρηστικώς στρέφονται οι αντίδικοι κατά της ΕΡΓΑ ΟΣΕ προβάλλοντες τις απαιτήσεις τους που είναι καταχρηστικές.", υποβολή σαφούς αιτήματος απόρριψης της ένδικης προσφυγής για τον επικαλούμενο, με την από το άρθρ 281 ΑΚ ένσταση, λόγο, και αυτό, ανεξάρτητα από το ότι ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι δεν διαλαμβάνεται υπό την ως άνω διατύπωση, υποβολή σχετικού αιτήματος απόρριψης, η έλλειψη αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, καλύπτεται από το διαλαμβανόμενο στις προτάσεις αίτημα "απόρριψης των ισχυρισμών και της προσφυγής των αναιρεσειουσών." Σημειώνεται ότι η έλλειψη ρητής επίκλησης υπέρβασης της συμπεριφοράς των αναιρεσειουσών των από τη διάταξη του αρθ. 281 ΑΚ προβλεπόμενων ορίων (και), στην οποία οι αναιρεσείουσες ".επιχειρούν να θεμελιώσουν την από το άρθ 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση, δεν μπορεί να οδηγήσει στην βασιμότητα του προβαλλομένου αναιρετικού λόγου αφού η επίκληση της υπέρβασης των ορίων του 281 ΑΚ διαλαμβάνεται στην επικαλουμένη "καταχρηστική προβολή των ενδίκων απαιτήσεων".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού τα κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.(ΑΠ 1254/10, ΑΠ 179, 495/13) Περαιτέρω, από τη διάταξη του αρθ. 559 αρ.1 ΚΠαλΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13).

Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.(ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από τις αναιρεσείουσες οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, έκανε δεκτή, με ανεπαρκείς αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου, την από την αναιρεσίβλητη, προς αντίκρουση της ένδικης προσφυγής, προβληθείσα, από το αρθ. 281 ΑΚ, ένσταση, δεχθείσα, εσφαλμένως, (κατά τις προβαλλόμενες αιτιάσεις), ότι τα βεβαιούμενα από αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνεφέλκουν την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, κατ' αποδοχή της οποίας απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη προσφυγή .

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών εκατέρωθεν αποδείξεων δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, τα παρακάτω: "ερευνώμενη περαιτέρω η προβληθείσα από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση αποδεικνύεται ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Ειδικότερα: 1) Οι προσφεύγουσες εταιρείες, οι οποίες έχουν μεγάλη εμπειρία και έχουν εκπονήσει και άλλες μελέτες της καθής με συναφή μελετητικά αντικείμενα και με αντίστοιχες διακηρύξεις και συγγραφές υποχρεώσεων, μάλιστα δε η πρώτη εξ αυτών συνεργάζεται επί 11 έτη με την καθής, δεν αμφισβήτησαν το κύρος και την νομιμότητα των όρων της διακηρύξεως του επιδίκου έργου, ούτε ζήτησαν παράταση προκειμένου να μελετήσουν και να κατανοήσουν τους οικονομικούς όρους, ούτε υπέβαλαν οποιοδήποτε διευκρινιστικό ερώτημα προς την καθής αναφορικά με την πρόβλεψη της διακηρύξεως περί της κατ' αποκοπήν αμοιβής για το ως άνω έργο, αλλά συμμετείχαν ανεπιφύλακτα στο διαγωνισμό 2) Στα τεύχη του διαγωνισμού, υπήρχε σαφής και ρητή πρόβλεψη από την καθής καθορισμού κατ' αποκοπήν αμοιβής σε εφαρμογή του άρθρου 52 του π.δ. 696/74, ώστε οι προσφεύγουσες, είχαν την ευχέρεια να γνωρίζουν την αμοιβή τους σε προδιαγωνιστική διαδικασία.

Οι προσφεύγουσες γνώριζαν τον όρο αυτό από την διακήρυξη, συμμετείχαν στο διαγωνισμό με τα δεδομένα αυτά, υπολογίζοντας την εμπειρία τους, το προσωπικό τους, τον χρόνο απασχόλησης κλπ. με βάση την κατ' αποκοπήν αμοιβή. Άλλωστε και οι λοιποί διαγωνιζόμενοι έπραξαν το ίδιο, συμμετείχαν στη διαδικασία του διαγωνισμού και κανείς δεν προσέβαλε τον συγκεκριμένο όρο. 3) Η τυχόν παραδοχή των αιτημάτων των προσφευγουσών θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις τόσο στα συμφέροντα της καθής, αφού αυτή θα αναγκαστεί να καταβάλει επταπλάσιο σχεδόν ποσόν αμοιβής σε σχέση με την συμβατική αμοιβή για το παρόν στάδιο του έργου, όσο και το δημόσιο συμφέρον γενικότερα, καθόσον πρόκειται για έργο συγχρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Πρόγραμμα Έργων Μεταφορών του Ταμείου Συνοχής - Β' Ταμείο Συνοχής).

Περαιτέρω κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, θα εβλάπτοντο τα οικονομικά συμφέροντα των λοιπών διαγωνιζομένων και εντεύθεν θα παρεβιάζετο η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και ασφάλειας δικαίου υπέρ των ιδίων διαγωνιζομένων, οι οποίοι συμμετείχαν στο διαγωνισμό, συμμορφώθηκαν με τις οικείες διατάξεις των νόμων και των διακηρύξεων και με καλή πίστη, με βάση δε τα δεδομένα της διακήρυξης υπέβαλαν τις ανάλογες προσφορές τους." Κατ' ακολουθία όλων των προαναφερομένων, η με την προσφυγή άσκηση του δικαιώματος των προσφευγουσών είναι καταχρηστική, καθόσον υπερβαίνει προφανώς τα οριζόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ επιβαλλόμενα όρια και συνεπώς, κατά παραδοχή της προβληθείσας ενστάσεως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση προσφυγή".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διαλαβόν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες με τις υποστηρίζουσες αυτές ορθές ως άνω παραδοχές, οι οποίες καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό (μείζονα πρόταση) του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου και δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, (ΑΠ 247/14 επί ομοίας υποθέσεως) καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο με αποτέλεσμα να κρίνονται ως αβάσιμες οι προβαλλόμενες ως άνω (από το αρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) αιτιάσεις.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-10-13 και με αριθμ. καταθ. 720/13 αίτηση αναίρεσης της 5886/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ