Legislator Case Law & Legislation
1062/2012 AI generated

1062/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1062/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Legislator headnote

AI generated

1062/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

Keywords

AI generated
extraordinary marital contribution marital standard of living gainful employment of spouse changed financial circumstances family and professional life deficit of the marital property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1062 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1062 /2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Ε. του Ν. συζ. Μ. Ε. Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Ε. Ά. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλαντζή, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Οκτωβρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4362/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 505/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Ιανουαρίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 3 Μαΐου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσίβλητο υπ' αριθ. 967Β'/24.2.2012 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 505/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου, με αριθμό πινακίου 30, την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 21.5.2012, κατά την οποία η αναιρεσείουσα κλήθηκε να παραστεί (άρθρ. 122§1, 123, 128§4, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ). Όμως η αναιρεσείουσα δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).

2. Από τη διάταξη του άρθρ. 524§3 ΚΠολΔ, που όριζε, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρ. 16§3 του ν. 2915/2001, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι στην περίπτωση αυτή τυπική, αλλά γίνεται κατ' ουσίαν, διότι αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης. Επομένως στην περίπτωση αυτή της απόρριψης της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος αναιρεσιβαλλόμενη μπορεί να είναι μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρ. 553§1 ΚΠολΔ), στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 835/2010, 576/2011, 742/2011).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 592 επ. ΚΠολΔ υπ' αριθ. 505/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας την από 10.11.2009 έφεσή της κατά της υπ' αριθ. 4362/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ερήμην αυτής είχε δεχθεί την εναντίον της από 17.10.2006 αγωγή διαζυγίου του ήδη αναιρεσιβλήτου και έλυσε των μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενο γάμο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), μετά την άπρακτη παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας από την αναιρεσείουσα κατά της ερήμην αυτής εφετειακής απόφασης (άρθρ. 502§1, 503§1 ΚΠολΔ), που της επιδόθηκε στις 7.12.2011 (βλ. την υπ' αριθ. 15840/7.12.2011 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), οπότε και άρχισε η διαδρομή της ως άνω προθεσμίας. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της ( άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 118 αριθ.4, 566§1 και 577§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο, σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τη νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρ. 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 32/1996), διαφορετικά η αίτηση αναίρεσης είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Ειδικότερα για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, εφόσον δε η υπόθεση ερευνήθηκε και στην ουσία της, πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα και τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας θεμελίωσε την κρίση του για τη βασιμότητα ή αναλόγως την αβασιμότητα της ένδικης αγωγής (ΟλΑΠ 20/2005), αφού μόνο με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της απόφασής του μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη σ' αυτή νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1536/2004, 538/2007).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προσάπτει με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης την πλημμέλεια στην έμμεσα προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρ. 1439 ΑΚ δέχθηκε την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου συζύγου της και έλυσε τον μεταξύ τους γάμο λόγω ισχυρού κλονισμού στην έγγαμη σχέση τους, που τεκμαίρεται αμάχητα μετά τη συμπλήρωση υπερτετραετούς συνεχούς διάστασή τους, ενώ αν ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε το νόμο και αξιολογούσε όλα τα αποδεικτικά μέσα, θα έπρεπε να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη και καταχρηστική την ένδικη αγωγή. Έτσι διατυπωμένος ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, που εκτιμάται ως λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα δεν εξειδικεύει το αποδιδόμενο στην πρωτόδικη απόφαση σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 1439 ΑΚ, ούτε βέβαια μπορούσε, χωρίς αντίστοιχο ισχυρισμό της, να ελεγχθεί από το δικαστήριο της ουσίας ως καταχρηστική η ένδικη αγωγή (άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ), στην πραγματικότητα δε, με πρόσχημα πλημμέλεια από τον ως άνω αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, επιχειρεί αυτή να πλήξει ανεπίτρεπτα (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ) την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.

4. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 1439§3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 16 του ν. 1329/1983, εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός στις σχέσεις τους τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν εμποδίζεται δε η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, η τετραετής συνεχής διάσταση των συζύγων, που απαιτεί ο νόμος για να λυθεί για το λόγο αυτό ο μεταξύ τους γάμος, υπολογίζεται από τότε που η συμβίωσή τους διασπάσθηκε τόσο κατά τα εξωτερικά της γνωρίσματα, δηλαδή ως συγκατοίκηση, όσο και κατά το ψυχικό της στοιχείο, δηλαδή ως προς τη θέληση να διατηρηθεί ο γάμος (ΑΠ 67/1993), πρέπει δε να έχει συμπληρωθεί μέχρι την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής διαζυγίου, δηλαδή η τετραετής διάσταση των συζύγων υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο αυτό της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής διαζυγίου, κατά τον οποίο και κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρ. 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος (ΑΠ 1698/2002, 1325/2008).

Εξ άλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της έμμεσα προσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που παραδεκτά επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στου Ζωγράφου Αττικής στις 7 Μαρτίου 1992. Η έγγαμη συμβίωσή τους διήρκεσε μέχρι το έτος 2002, οπότε και διακόπηκε. Από τότε (2002) και μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής (16.2.2009) οι διάδικοι βρίσκονται σε συνεχή διάσταση, χωρίς πρόθεση επανασύνδεσης.

Συνεπώς η διάσταση αυτή είναι συνεχής και υπερβαίνει η διάρκειά της τα τέσσερα χρόνια και ως εκ τούτου τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους". Με βάση το ιστορικό αυτό η ένδικη αγωγή έγινε δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση και λύθηκε ο γάμος των διαδίκων. Έτσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατ' επέκταση και το Εφετείο, που επικύρωσε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του την πρωτόδικη απόφαση, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και δεν παραβίασε συνεπώς εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρ. 1439§3 ΑΚ που εφάρμοσε, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, για την πληρότητα του οποίου δεν είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, ούτε έπρεπε να έχει προσδιορισθεί η ακριβής ημερομηνία, κατά την οποία διασπάσθηκε εντός του έτους 2002 η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων και μάλιστα να αναφέρεται αρνητικά στην απόφασή του ότι δεν υπήρξαν προσπάθειες επανασύνδεσής τους, ενώ το γεγονός ότι η διάστασή τους είναι όχι μόνο εξωτερική, δηλαδή ως προς το στοιχείο της διακοπής της συγκατοίκησής τους, αλλά και ψυχική, σαφώς προκύπτει από την παραδοχή της απόφασης ότι οι διάδικοι βρίσκονται από το έτος 2002 σε συνεχή διάσταση "χωρίς πρόθεση επανασύνδεσης".

Επομένως είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.1.2012 αίτηση της Γ. Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 505/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε δε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ